Ο Βασίλης Τοροσίδης αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους πιο πολυσύνθετους αμυντικούς που ανέδειξε ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο, διανύοντας μια εξαιρετική, μακρόχρονη καριέρα σε διάφορες θέσεις με...
Ο Βασίλης Τοροσίδης αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους πιο πολυσύνθετους αμυντικούς που ανέδειξε ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο, διανύοντας μια εξαιρετική, μακρόχρονη καριέρα σε διάφορες θέσεις με ανασταλτικό ρόλο μες στο γήπεδο (κυρίως ως πλάγιος μπακ, είτε δεξί είτε αριστερό, αλλά και σέντερ μπακ και αμυντικό χαφ). Ξεκινώντας τη διαδρομή του από τη γενέτειρά του Ξάνθη με τη φανέλα της SKODA, η οποία τότε τροφοδοτούσε αφειδώς το ελληνικό ποδόσφαιρο με σπουδαία ταλέντα, ο "Τόρο" έκανε το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα πριν καν κλείσει τα 18 του χρόνια παίρνοντας χρόνο συμμετοχής στις τελευταίες αγωνιστικές της σεζόν 2002-03. Τα επόμενα 3,5 χρόνια καθιερώθηκε βήμα-βήμα ως βασικό στέλεχος των "Ακριτών", σε μια πολύ επιτυχημένη περίοδο για τον σύλλογο που αγωνιζόταν στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, καταγράφοντας 94 συμμετοχές με τρία γκολ και δύο ασίστ. Τον Ιανουάριο του 2007, και μετά από ενδιαφέρον και των άλλων "μεγάλων" του ελληνικού ποδοσφαίρου (ιδίως της ΑΕΚ), ο Τοροσίδης συνεχίζει την καριέρα του στον Ολυμπιακό, αποτελώντας για έξι χρόνια έναν από τους καλύτερους πλάγιους αμυντικούς στην ιστορία των "ερυθρόλευκων", συμβάλλοντας καθοριστικά στην κατάκτηση έξι πρωταθλημάτων και εμπλουτίζοντας το παιχνίδι του και με την επιθετική απειλή τόσο με σέντρες ακριβείας όσο και με την ικανότητά του να εκτελεί από θέση βολής όταν οι περιστάσεις το απαιτούν.
Πιο παραγωγική του χρονιά με τον Ολυμπιακό ήταν η σεζόν 2009-10, όπου μπορεί να μην κατέκτησε κάποιον τίτλο, αλλά ο ίδιος αναδείχθηκε Έλληνας ποδοσφαιριστής της χρονιάς με 4 γκολ και 5 ασίστ στη Σούπερ Λιγκ και, φυσικά, χάρη στις εξαιρετικές εμφανίσεις του στο Μουντιάλ της Νότιας Αφρικής.
Συνολικά, με την "ερυθρόλευκη" φανέλα αγωνίστηκε 221 φορές με 20 γκολ και 25 ασίστ στις δύο θητείες του, καθώς επέστρεψε το 2018 για δύο χρόνια, κρεμώντας τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια το 2020 σε ηλικία 35 ετών.
Ενδιάμεσα από τα δύο περάσματά του από τον Ολυμπιακό, είχε μια πολύ αξιόλογη παρουσία στα ιταλικά γήπεδα, αρχής γενομένης από τη Ρόμα, όπου προσαρμόστηκε άμεσα και, μάλιστα, στο πρώτο του εξάμηνο σημείωσε γκολ στον νικηφόρο ημιτελικό Κυπέλλου με αντίπαλο την Ίντερ.
Στους "Τζιαλορόσι" έμεινε για 3,5 χρόνια, σκοράροντας επτά φορές και δίνοντας πέντε ασίστ σε 77 εμφανίσεις.
Από το 2016 έως το 2018 αγωνίστηκε με τη φανέλα της Μπολόνια, όπου ξαναβρήκε τον ρόλο βασικού (45 συμμετοχές με ένα γκολ και μια ασίστ) που είχε χάσει κατά τον τελευταίο του χρόνο στους "Ρωμαίους". Με την εθνική ομάδα έκανε το ντεμπούτο του τον Μάρτιο του 2007 και αμέσως καταξιώθηκε ως βασικό γρανάζι της για πάνω από μια δεκαετία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ελλείψει ποιοτικού αριστερού μπακ, για αρκετό καιρό ο "Τόρο" υπηρετούσε με συνέπεια τη "γαλανόλευκη" με ανάποδο πόδι από την αριστερή πλευρά, καταφέρνοντας και πάλι να δίνει λύσεις στο επιθετικό κομμάτι.
Αποκορύφωμα της θητείας του στο αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα είναι το αλησμόνητο γκολ που χάρισε τη νίκη με ανατροπή απέναντι στη Νιγηρία στο Μουντιάλ του 2010, την παρθενική της χώρας μας σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου (ενώ είχε προηγηθεί και η κερδισμένη αποβολή του Καϊτά με μάλλον υπερβολικό πέσιμο του "Τόρο"). Μετά το Μουντιάλ του 2014, την τελευταία μέχρι σήμερα ένδοξη στιγμή της εθνικής Ελλάδας, φόρεσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού και το 2019 ολοκλήρωσε την πορεία του με 101 εμφανίσεις και 10 γκολ, όντας ένας εκ των μόλις πέντε ποδοσφαιριστών που έχουν ξεπεράσει το "φράγμα" των 100 συμμετοχών (Καραγκούνης, Ζαγοράκης, Κατσουράνης, Μπασινάς οι άλλοι τέσσερις).
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους