[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Τι της έδωσες;» φώναξα τόσο δυνατά που γύρισαν και οι διπλανοί από τα μπαλκόνια. Η μικρή ήταν στην αγκαλιά μου και έκλαιγε με εκείνο το κλάμα το κομμένο, που δεν είναι κανονικό κλάμα, είναι πανικός...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Τι της έδωσες;» φώναξα τόσο δυνατά που γύρισαν και οι διπλανοί από τα μπαλκόνια.

Η μικρή ήταν στην αγκαλιά μου και έκλαιγε με εκείνο το κλάμα το κομμένο, που δεν είναι κανονικό κλάμα, είναι πανικός.

Τα μαγουλάκια της είχαν πεταχτεί και γύρω από τα χείλη της είχε βγάλει κοκκινίλες.

Η πεθερά μου στεκόταν μπροστά μου με το κουταλάκι ακόμα στο χέρι και είπε το αδιανόητο με την πιο ήρεμη φωνή: «Λίγο φασκόμηλο με χαμομήλι, παιδί μου.

Για το κοιλάκι.

Έτσι μεγαλώσαμε όλα τα παιδιά.» Ένιωσα να μου κόβονται τα γόνατα.

Η κόρη μου ήταν μόλις 26 ημερών. «Ποιος σου είπε ότι μπορείς να της δώσεις οτιδήποτε; Ποιος;» Ο Στέλιος πετάχτηκε αμέσως. «Μαρία, μη φωνάζεις έτσι στη μάνα μου.

Από αγάπη το έκανε.» Από αγάπη.

Αυτή η φράση με κυνηγάει από εκείνο το απόγευμα.

Ήμασταν σπίτι τους, Κυριακή, για φαγητό.

Η κλασική ελληνική Κυριακή που υποτίθεται ενώνει την οικογένεια και τελικά σε διαλύει.

Εγώ ήμουν άυπνη, με ράμματα που ακόμα με τραβούσαν, με το στήθος πέτρα από τον θηλασμό, και προσπαθούσα να προσαρμοστώ στη νέα ζωή. Η Ευγενία, η πεθερά μου, από τη μέρα που γέννησα, είχε άποψη για όλα.

Για το πώς την κρατάω, για το αν κρυώνει, για το αν το γάλα μου τη χορταίνει, για το αν την έχω συνέχεια αγκαλιά και «θα κακομάθει». Εγώ κρατιόμουν.

Για χάρη του Στέλιου.

Για να μη γίνει ένταση.

Για να μη με πουν υπερβολική λεχώνα.

Ξέρετε πώς τα λένε αυτά. «Οι ορμόνες σου είναι». «Είσαι κουρασμένη». «Μην τα παίρνεις όλα προσωπικά». Ναι, βέβαια.

Μόλις είδα την αντίδραση της μικρής, άρπαξα τσάντα, βιβλιάριο, πάνες, ό,τι βρήκα μπροστά μου.

Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο που δεν μπορούσα να κουμπώσω το φορμάκι της. «Στέλιο, πάμε τώρα νοσοκομείο.» Κι εκείνος αντί να τρέξει, γύρισε και είπε: «Περίμενε λίγο, να δούμε πρώτα.

Μπορεί να μην είναι τίποτα.» Δεν θυμάμαι πώς κατέβηκα τα σκαλιά.

Θυμάμαι μόνο ότι μπήκαμε στο αυτοκίνητο και σε όλη τη διαδρομή προς το παιδιατρικό του νοσοκομείου εγώ έκλαιγα σιωπηλά και η πεθερά μου από πίσω επαναλάμβανε: «Δεν της έδωσα δηλητήριο.

Βότανα είναι.

Ευλογημένα πράγματα.» Στα επείγοντα είχε κόσμο, φωνές, μωρά που έκλαιγαν, εξαντλημένους γονείς, εκείνη τη μυρωδιά αντισηπτικού και αγωνίας που δεν την ξεχνάς ποτέ.

Μια παιδίατρος, η κυρία Κατερίνα, μας πήρε γρήγορα μέσα μόλις είδε το μωρό.

Την εξέτασε, μας έκανε ερωτήσεις, και όταν άκουσε τι της δόθηκε, σήκωσε το βλέμμα της κατευθείαν πάνω μου και μετά στον Στέλιο. «Σε νεογέννητο δεν δίνουμε τίποτα χωρίς οδηγία παιδιάτρου. Τίποτα.

Ούτε βότανα, ούτε “λίγο μόνο”, ούτε επειδή το κάναμε παλιά.» Εγώ εκεί λύγισα.

Όχι από δικαίωση.

Από τρόμο.

Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή ένα κομμάτι μου έλεγε μήπως όντως κάνω φασαρία χωρίς λόγο.

Μήπως είμαι υστερική.

Μήπως φταίει η κούραση. Όχι.

Δεν έφταιγε η κούραση.

Η μικρή έμεινε για παρακολούθηση ώρες.

Εγώ καθόμουν στην πλαστική καρέκλα και κοίταζα το οξυγόνο της λες και αν ανοιγόκλεινα τα μάτια μου θα άλλαζε ο αριθμός. Ο Στέλιος δίπλα μου νευρικός, αλλά όχι μαζί μου.

Μαζί με την κατάσταση, όπως έλεγε.

Μετά από λίγο μου ψιθύρισε: «Μην το κάνεις μεγαλύτερο απ’ όσο είναι.

Η μάνα μου δεν ήξερε.» Γύρισα και τον κοίταξα. Πραγματικά δεν τον αναγνώριζα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences