Η Γιουγκοσλαβία, το Μακεδονικό και ο εμφύλιος Αρθρογραφία Σάκης Μουμτζής 27.09.2026 ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ Όταν το ΚΚΕ στις 23 Δεκεμβρίου 1947 ανακοίνωσε τη συγκρότηση προσωρινής κυβέρνησης, το κεντρικό...
Η Γιουγκοσλαβία, το Μακεδονικό και ο εμφύλιος Αρθρογραφία Σάκης Μουμτζής 27.09.2026 ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ Όταν το ΚΚΕ στις 23 Δεκεμβρίου 1947 ανακοίνωσε τη συγκρότηση προσωρινής κυβέρνησης, το κεντρικό πρόβλημα ήταν αν και πόσες χώρες θα την αναγνώριζαν.
Δεν ήταν μια εξίσωση με εύκολη λύση, όπως φαινόταν στην αρχή.
Δηλαδή οι λαϊκές δημοκρατίες θα αναγνώριζαν την κυβέρνηση των Ελλήνων κομμουνιστών.
Η αναγνώριση, υπό τις συγκεκριμένες διεθνείς συγκυρίες, σήμαινε πέραν όλων των άλλων και σύναψη διπλωματικών σχέσεων, άρα και την επίσημη σύναψη συμφωνιών στρατιωτικής υφής.
Σε τελική ανάλυση μια τέτοια κίνηση σηματοδοτούσε την de jure αναγνώριση εκ μέρους των λαϊκών δημοκρατιών του εδαφικού διαχωρισμού της Ελλάδας.
Κάτι που θα έφερνε, με κάθε βεβαιότητα, την άμεση εμπλοκή των αμερικανικών δυνάμεων.
Μια εξέλιξη εντελώς ανεπιθύμητη για τον Στάλιν.
Η κύρια έγνοια της κυβέρνησης Σοφούλη ήταν η στάση της Γιουγκοσλαβίας.
Γνώριζε η ελληνική κυβέρνηση για την συνεχή ροή στρατιωτικού υλικού προς τον ΔΣΕ μέσω των μηχανισμών του πανίσχυρου Ράνκοβιτς και των στρατηγών Κάπισιτς και Κρίστιτς, όπως ήταν σίγουρη πως στο Μπούλκες λάμβανε χώρα στρατιωτική εκπαίδευση.
Για αυτό, ευθύς ως έγινε γνωστή η αναγγελία της προσωρινής κυβέρνησης του ΚΚΕ, άρχισαν να ανταλλάσσονται μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας οξύτατες διακοινώσεις.
Να σημειώσω πως στα τέλη του 1947 και στις αρχές του 1948 οι σχέσεις Τίτο-Στάλιν ήταν ακόμη ανέφελες.
Συνεπώς ο Κροάτης ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας είχε περιθώρια ελιγμών.
Σε αυτή τη διελκυστίνδα ανταλλαγής διπλωματικών διακοινώσεων παρενέβη μέχρι και ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Βελιγράδι ο οποίος επισκέφτηκε τον Τίτο.
Ο τελευταίος, επειδή αντιλήφθηκε τις συνέπειες της αναγνώρισης της κυβέρνησης των κομμουνιστών στην Ελλάδα, διαβεβαίωσε τον Αμερικανό πρεσβευτή πως δεν έχει καμιά διάθεση να ανακατευθεί σε μια εσωτερική υπόθεση της Ελλάδας.
Ως γνωστόν, η επίσημη θέση των σοσιαλιστικών κρατών στη Βαλκανική Επιτροπή του ΟΗΕ ήταν πως στην Ελλάδα διεξαγόταν ένας εμφύλιος πόλεμος με καθαρά εσωτερικές αιτίες, ενώ η ελληνική κυβέρνηση υποστήριζε πως ουσιαστικά επρόκειτο για επέμβαση στα εσωτερικά της ζητήματα των βόρειων γειτόνων της. Ο Τίτο φάνηκε συνεπής απέναντι στους Αμερικάνους και σε ραδιοφωνικό του διάγγελμα στις αρχές Ιανουαρίου 1948 δεν έκανε καμιά αναφορά στην κυβέρνηση του Μάρκου.
Λίγες μέρες αργότερα ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Βελιγράδι επισκέφτηκε τον Γιουγκοσλάβο υφυπουργό Εξωτερικών Μπέμπλερ και του κατέστησε σαφές πως η παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας θα σήμανε την άμεση στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ.
Στις 10 Φεβρουαρίου 1948 έχουμε το περίφημο «σβαρνούτ» το οποίο σηματοδοτούσε τα όρια που έθετε ο Στάλιν στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο.
Ζήτησε από τους Γιουγκοσλάβους και τους Βούλγαρους κομμουνιστές να αναδιπλωθούν, ώστε να μην προκαλέσουν στρατιωτική ανάμιξη των Αμερικάνων.
Μια τέτοια εξέλιξη ενδεχομένως να έπληττε τον ασθενή κρίκο των λαϊκών δημοκρατιών, την Αλβανία.
Στη συνέχεια άρχισαν να συσσωρεύονται σύννεφα στις σχέσεις της Σοβιετικής Ένωσης με τη Γιουγκοσλαβία, μια κρίση που κορυφώθηκε τον Ιούνιο του 1948 με την αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ.
Ήταν προφανές πως αυτή η εξέλιξη δημιουργούσε πολλά προβλήματα στον ΔΣΕ και στο ΚΚΕ.
Την ίδια ακριβώς περίοδο αναβιώνει η ένταση μεταξύ της Βουλγαρίας με τη Γιουγκοσλαβία για το Μακεδονικό. Ο Λαζάρ Κολισέφσκι στο Δεύτερο Συνέδριο του «Μακεδονικού Λαϊκού Μετώπου» κατηγόρησε τους Βούλγαρους για «μεγαλοϊδεατισμό», ενώ ο Ντίμιταρ Βλαχώφ δήλωσε πως η «Μακεδονία του Αιγαίου» ανήκει στους Σλαβομακεδόνες και όχι στην Ελλάδα.
Η ρήξη Τίτο—Στάλιν --ενώ είχε επιπτώσεις κυρίως στην τροφοδοσία του ΔΣΕ που περιορίστηκε και στη δυνατότητα ελιγμών εντός του γιουγκοσλαβικού εδάφους που απαγορεύτηκε— δε βελτίωσε άμεσα τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις.
Τρία ήταν τα αγκάθια: το Μακεδονικό, οι συνεχείς συνοριακές συμπλοκές και τα παιδιά του παιδομαζώματος, εκ των οποίων πολλά είχαν Σλαβομακεδόνες γονείς.
Ενδιαφέρον έχει πώς βλέπει τη νέα κατάσταση το ΚΚΕ.
Στις 16 Νοεμβρίου 1948 ο Πέτρος Ρούσσος στέλνει έκθεση προς την ηγεσία του ΚΚΕ με θέμα « \\Η όξυνση στις σχέσεις μας με την Γιουγκοσλαβία και η δυσχέρεια στο έργο μας». Αναφέρεται στην απόφαση του Ράνκοβιτς οι 6.000 Έλληνες πρόσφυγες να εγκαταλείψουν το Μπούλκες εντός 48 ωρών «και να κατευθυνθούν υποχρεωτικά προς την περιοχή της Ελεύθερης Ελλάδας, χωρίς δικαίωμα εισόδου στις λαϊκές δημοκρατίες». Η αιτία ήταν η προσβλητική συμπεριφορά των Ελλήνων προσφύγων προς το πρόσωπο του Τίτο.
Ενώ τον Οκτώβριο του 1948 «έγινε εκκαθάριση του ελληνικού τμήματος του κρατικού ραδιοσταθμού του Βελιγραδίου από όλους τους συντρόφους—μέλη του ΚΚΕ—που είχαν σταλεί από εμάς με σκοπό να αναλάβουμε εκεί τις εκπομπές στην ελληνική γλώσσα». Ενδιαφέρον έχει το πώς παρουσιάζει ο Ρούσσος την υπόθεση Μιχάλη Πεχτασίδη, του υπεύθυνου ασφαλείας του Μπούλκες, για την οποία θα αναφερθώ σε άλλο κείμενο.
Μετά τη ρήξη Τίτο—Στάλιν η βοήθεια προς τον ΔΣΕ συνεχίστηκε μέσω της Αλβανίας.
Μάλιστα διακινούνταν πιο εύκολα, καθώς οι Ιταλοί είχαν βελτιώσει σημαντικά το οδικό δίκτυο της.
Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα.
Δεν υπήρχαν διαδρομές στην Ελλάδα για να προωθηθεί σε Θεσσαλία και Στερεά Ελλάδα.
Η τροφοδοσία αφορούσε πλέον τον Γράμμο και το Βίτσι.
Μοιραία, ο εμφύλιος πόλεμος περιορίστηκε σε αυτούς τους δύο ορεινούς όγκους.
Για το κείμενο συμβουλεύτηκα το βιβλίο του Ιάκωβου Δ. Μιχαηλίδη «Τα πρόσωπα του Ιανού», εκδ. Πατάκη, 2007.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους