Ο ιμπρεσιονιστικός «σοσιαλισμός» Μετά από 4 δεκαετίες κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού ακόμα και η παραμικρή απόκλιση από το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα βαφτίζεται σοσιαλισμός. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα...
Ο ιμπρεσιονιστικός «σοσιαλισμός» Μετά από 4 δεκαετίες κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού ακόμα και η παραμικρή απόκλιση από το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα βαφτίζεται σοσιαλισμός. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, ο Τραμπ αποκαλεί την Κάμαλα Χάρις… κομμουνίστρια.
Από την άλλη, η πλειοψηφία των νέων στην ίδια χώρα δηλώνει θετική άποψη για τον σοσιαλισμό, τον οποίο όμως δεν αντιλαμβάνεται με τον παραδοσιακό ορισμό του κρατικού ελέγχου των μέσων παραγωγής και της οικονομίας, αλλά τον ταυτίζει με το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος.
Σοσιαλισμός θεωρείται η καθολική υγειονομική περίθαλψη, η δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση, η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και η μείωση των ανισοτήτων, όλα εκείνα δηλαδή που χαρακτήριζαν την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία στη μετριοπαθή της, μάλιστα, περίοδο.
Την ίδια στιγμή ωστόσο, δεν επιθυμούν την κατάργηση του καπιταλισμού και υποστηρίζουν την ελεύθερη επιχειρηματικότητα.
Ένα μέρος της αριστεράς έχει υιοθετήσει ή κλείνει το μάτι σε αυτή την αντίληψη – ο Μπέρνι Σάντερς για παράδειγμα προτείνει ένα σκανδιναβικού τύπου κοινωνικό κράτος για τις ΗΠΑ.
Και τι σημασία έχει θα ρωτήσει κάποιος - αν αυτές οι πολιτικές εφαρμοστούν θα είναι αναμφίβολα υπέρ των λαϊκών τάξεων – μήπως διυλίζουμε τον κώνωπα; Το σημείο κλειδί εδώ είναι αυτό το «αν». Το μεταπολεμικό σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο που όλοι θαυμάζουν δεν ήταν ούτε σοσιαλισμός, ούτε παντός καιρού.
Ήταν ένας ταξικός συμβιβασμός που επιβλήθηκε σε ιδιαίτερες συνθήκες.
Οι ιδιαίτερες συνθήκες ήταν η τεράστια καταστροφή κεφαλαίου που προκάλεσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η παγκόσμια μονοκρατορία του δυτικού κεφαλαίου που οδήγησαν στην πιο δυναμική ανάπτυξη στην ιστορία του καπιταλισμού.
Ταυτόχρονα, υπήρχε το αντίπαλο δέος της Σοβιετικής Ένωσης και του ισχυρού εργατικού κινήματος που έβαζαν όρια στην ασυδοσία του κεφαλαίου.
Ο συμβιβασμός ήταν ότι η εργασία θα στηρίζει την ανάπτυξη της (καπιταλιστικής) οικονομίας, αλλά θα συμμετέχει και στα κέρδη της.
Έτσι, οι αυξήσεις των μισθών δεν θα ξεπερνούσαν τις αυξήσεις στην παραγωγικότητα (που όμως ήταν υψηλές) και το κράτος αναλαμβάνει να καλύψει μεγάλο μέρος του κόστους αναπαραγωγής της εργασίας, μέσα από εκτεταμένες κοινωνικές υπηρεσίες (υγεία, παιδεία, συντάξεις κλπ.). Ταυτόχρονα, σε περιόδους κυκλικής ύφεσης, τα συνδικάτα έβαζαν πλάτη, δεχόμενα πχ πάγωμα ή μείωση μισθών, μέχρι και απολύσεις για να μην κλείσουν εργοστάσια.
Αυτό το μοντέλο δούλεψε καλά (αν και όχι χωρίς συγκρούσεις) όσο η δυτική οικονομία αναπτυσσόταν γοργά.
Όταν εισήλθε στην πρώτη μεγάλη μεταπολεμική κρίση της – χονδρικά στα μέσα της δεκαετίας του 1970 – άρχισαν τα προβλήματα.
Στην αρχή τα κράτη απάντησαν με κεϋνσιανές πολιτικές τόνωσης της ζήτησης μέσω δημόσιων δαπανών.
Αυτές οι πολιτικές, ωστόσο, αντί να επιταχύνουν την έξοδο από την κρίση, οδήγησαν σε στασιμοπληθωρισμό.
Εκεί εμφανίζεται ο νεοφιλελευθερισμός, ξεκινώντας από το Σοκ του Βόλκερ (1979) - την άνοδο από τη FED του βασικού επιτοκίου στο 19% που βάθυνε την ύφεση και συνεχίστηκε με τις αντεργατικές πολιτικές των Ρήγκαν, Θάτσερ – τσάκισμα συνδικάτων, απολύσεις, ιδιωτικοποιήσεις κλπ.
Η ίδια πολιτική εφαρμόστηκε – σε διαφορετικές φάσεις – σε όλον τον κόσμο.
Έτσι φτάσαμε στη διαβόητη ΤΙΝΑ.
Πολύ απλά, μέσω του νεοφιλελευθερισμού, το κεφάλαιο κατάφερε να μειώσει δραστικά το μερίδιο της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν και να αποκαταστήσει το μέσο του ποσοστού κέρδους, ώστε μετά από μια δεκαετία, να οδηγήσει εκ νέου την οικονομία σε ανάπτυξη (1990). Μια ανάπτυξη όμως που πλέον δεν διαχεόταν προς τα κάτω, αφού η εργατική τάξη υπέστη μια ιστορική και διαρκή ήττα – οργανωτικά, πολιτικά, ιδεολογικά.
Αυτή είναι η βάση της κρίσης του κοινωνικού κράτους και της σοσιαλδημοκρατίας.
Ακριβώς επειδή η μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατία δεν ήταν σοσιαλιστική, η δύναμή της συμβάδιζε με την ευρωστία του καπιταλισμού.
Όταν αυτή η ευρωστία χάθηκε, χάθηκε και το έδαφος κάτω από τα πόδια της σοσιαλδημοκρατίας.
Πολλές φορές μάλιστα πρωτοστάτησε η ίδια στην επιβολή του νεοφιλελευθερισμού (Μπλερ, Σημίτης, Σρέντερ). Σήμερα το παλιό καλό κοινωνικό κράτος έχει ξεδοντιαστεί, ακόμα και στην Σκανδιναβία.
Το πολιτικό κενό που άφησε η σοσιαλδημοκρατία προσπάθησαν να το καλύψουν διάφορες πολιτικές δυνάμεις – κόμματα της αριστεράς, νέοι κινηματικοί σχηματισμοί (πχ Ποδέμος), ακόμη και αριστερές τάσεις της σοσιαλδημοκρατίας (Κόρμπυν, Σάντερς). Αυτές οι δυνάμεις έφτασαν ακόμη και στην κυβέρνηση σε αρκετές περιπτώσεις – πχ το ροζ κύμα στη Λατινική Αμερική μέχρι το 2020, οι κυβερνήσεις Ποδέμος, ΣΥΡΙΖΑ, Μπλόκο σε Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία, με ανάμεικτα έως απογοητευτικά αποτελέσματα.
Για να δώσουν τη θέση τους σε δεξιές ή και ακροδεξιές κυβερνήσεις.
Σήμερα, βλέπουμε μια νέα γενιά τέτοιων δυνάμεων να παίρνει τη σκυτάλη – οι DSA στις ΗΠΑ, το Αριστερό Κόμμα στη Γερμανία κ.ο.κ. Η συνταγή είναι πάνω κάτω η ίδια – έμφαση στο κοινωνικό κράτος και τη μείωση των ανισοτήτων – ένας σοσιαλισμός της αναδιανομής ή της κατανάλωσης.
Η στρατηγική αυτή, όπου εφαρμόζεται με συνέπεια, φέρνει εκλογικές νίκες και είναι πολύτιμη διόρθωση απέναντι στη γάγγραινα των ταυτοτικών πολιτικών, στις οποίες είχε διολισθήσει μεγάλο μέρος της αριστεράς τα προηγούμενα χρόνια.
Επιπλέον, τέτοιες κυβερνήσεις ή δημοτικές αρχές μπορούν να επιτύχουν νίκες, ακόμα και σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες.
Η διεύρυνση και βελτίωση των κοινωνικών υπηρεσιών, η στήριξη του λαϊκού εισοδήματος, ο περιορισμός της σπατάλης και της διαφθοράς προσφέρουν σημαντική ανακούφιση στα λαϊκά στρώματα.
Από την άλλη, οι ίδιες κυβερνήσεις δεν μπορούν να υπερβούν τους περιορισμούς του ταξικού συσχετισμού, της πειθαρχικής δύναμης των αγορών και του ιμπεριαλισμού.
Το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό, το Αριστερό Κόμμα που προχθές κέρδισε πανηγυρικά το Βερολίνο, είχε ξανακυβερνήσει την πόλη, στο πλαίσιο κυβερνήσεων συνεργασίας, Η πρώτη φορά ήταν το 2001-2011, τότε που η πόλη χρεοκόπησε, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση SPD-Πράσινοι-Αριστερά να ιδιωτικοποιήσει τα πάντα, υποδομές, δημοτικές κατοικίες, ακόμα και την Πύλη του Βραδεμβούργου, δημιουργώντας το έδαφος για τη σημερινή στεγαστική κρίση.
Η δεύτερη ήταν το 2021-3 κατά τη διάρκεια της οποίας επέβαλε πάγωμα ενοικίων.
Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Οι ιδιωτικές εταιρείες απέσυραν χιλιάδες σπίτια από την αγορά, σταμάτησαν τις ανακαινίσεις, ενώ επέβαλαν στους ενοικιαστές να καταβάλουν μέρος του ενοικίου μαύρα.
Η στεγαστική κρίση επιδεινώθηκε αντί να μετριαστεί.
Τώρα η Αριστερά ξανακέρδισε τις εκλογές με πρόγραμμα κρατικοποίησης 220.000 κατοικιών, χωρίς, ωστόσο, ο (χρεοκοπημένος) δήμος να έχει τα χρήματα να το πετύχει Ομοίως, ο Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη βρήκε ένα έλλειμμα 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο το διαχειρίζεται μεταθέτοντας σημαντικές υποχρεώσεις (ασφαλιστικές) στο μέλλον.
Την ίδια στιγμή όμως είναι πραγματιστής – διατηρεί καλή σχέση με τον Τραμπ εξασφαλίζοντας τη στήριξή του σε δημοτικά προγράμματα οικοδόμησης χιλιάδων νέων κατοικιών και προσπαθεί να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των δημοτικών υπηρεσιών, χωρίς να ξοδέψει παραπάνω.
Η σύντροφός του (DSA) στο Σιάτλ, Κέιτι Γουίλσον, δεν τα πάει τόσο καλά.
Η δημοτικότητά της έχει καταρρεύσει, κυρίως γιατί δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει τα ζητήματα ασφάλειας της πόλης.
Σε κάθε περίπτωση, οι νέες ανερχόμενες δυνάμεις της αριστεράς δίνουν μια ανάσα, αλλά δεν συνιστούν αλλαγή παραδείγματος.
Κινούνται στην ίδια λογική μιας αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, η μεσοπρόθεσμη επιτυχία της οποίας εξαρτάται από τη δυναμική του καπιταλισμού.
Σήμερα όμως οι δυτικές οικονομίες εισέρχονται σε μια νέα δομική κρίση, κυρίως λόγω της σχετικής υποχώρησής τους ενάντι των ανταγωνιστών τους στην Ασία.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι αναδιανεμητικές πολιτικές καταρρέουν στην πρώτη σύγκρουση με το κεφάλαιο.
Θυμίζουμε ότι ο Μιτεράν άρχισε να ξηλώνει το (σοσιαλιστικό) πρόγραμμα της Ενωμένης Αριστεράς μόλις τα επιτόκια των ομολόγων του γαλλικού δημοσίου πήραν την ανιούσα.
Ο δε αντιμνημονιακός οίστρος του ΣΥΡΙΖΑ άντεξε μόλις 6 μήνες την πιστωτική ασφυξία της τρόικας.
Για αυτό έχει σημασία η αριστερά να ξαναστρέψει την προσοχή της στην παραγωγή.
Όχι για να υποβαθμίσει την αναδιανομή και την κατανάλωση των λαϊκών στρωμάτων, όπως λέγεται, αλλά για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε να μπορεί εκ νέου να περιορίσει τη δύναμη του κεφαλαίου εκεί από όπου πραγματικά πηγάζει.
Οι παλιοί σοσιαλιστές γνώριζαν ότι σε περιόδους δομικής κρίσης, τα άμεσα μέτρα ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων, αν εφαρμοστούν, δεν θα επιλύσουν την κρίση αλλά θα την παροξύνουν.
Εξ ου και τα συνόδευαν από μεταβατικά αιτήματα που κατεύθυναν το μαζικό λαϊκό κίνημα προς την υπέρβαση του καπιταλισμού, γιατί είχαν σοσιαλιστικό πρόγραμμα και όχι πρόγραμμα φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού.
Η επισήμανση όλων αυτών δεν είναι φιλελεύθερη, ούτε δεξιά κριτική, δεν είναι καν κριτική, είναι απλώς η πεζή πραγματικότητα.
Αντιθέτως, η παραγνώρισή τους προδίδει ιστορική άγνοια και πολιτική αφέλεια - αν και βοηθάει στην ψυχολογία.
Η εναλλακτική είναι η φυγή από την πραγματικότητα – εμείς θα βαράμε το νταούλι και οι αγορές θα χορεύουν.
Εκεί όπου η κάθε φορά (ίδια πάνω κάτω) αριστερά είναι πάντα πρώτη φορά αριστερά και κάθε νέο αριστερό κόμμα ή πρόσωπο που εμφανίζεται με ένα μετριοπαθές πρόγραμμα αναδιανομής αντιμετωπίζεται ως σοσιαλιστική αναγέννηση.
Καλός λοιπόν και χρυσός ο Χάρης Δούκας της Νέας Υόρκης (εντάξει αστειεύομαι, είναι ταλέντο ο άνθρωπος), αλλά δεν είναι ο Λένιν του 21ου αιώνα.
Δεν είναι καν ο Αντρέας του 21ου αιώνα.
Καλοί και οι DSA, αλλά δεν είναι οι σύγχρονοι Μπολσεβίκοι.
Πιο πολύ στους Αμερικάνους ΕΑΑΚιτες, στο πιο ταυτοτικο, φέρνουν, που σοβαρεύτηκαν (αρκετοί εξ αυτών) μήπως και πείσουν κανέναν κανονικό άνθρωπο.
Και τα καταφέρνουν – μακάρι να το συνεχίσουν, θα είναι καλό για τους ίδιους και τους λαϊκούς ανθρώπους που τους εμπιστεύονται.
Κατά τα άλλα, αγαπάτε το κελί σας, τρώτε το φαΐ σας και διαβάζετε πολύ. Φωτογραφία: Σκωτία 1984, απεργία των ανθρακωρύχων. (Via Dimitris Tsirkas)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους