[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Δεν γίνεται άλλο, Ελένη. Ερωτεύτηκα.» Το είπε όρθιος στην κουζίνα, με το ένα χέρι στην καρέκλα και το άλλο χωμένο στην τσέπη, λες και μου ανακοίνωνε ότι θα αργήσει από τη δουλειά. Εγώ κρατούσα ακόμα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Δεν γίνεται άλλο, Ελένη. Ερωτεύτηκα.» Το είπε όρθιος στην κουζίνα, με το ένα χέρι στην καρέκλα και το άλλο χωμένο στην τσέπη, λες και μου ανακοίνωνε ότι θα αργήσει από τη δουλειά.

Εγώ κρατούσα ακόμα την κατσαρόλα με τις φακές.

Θυμάμαι τη μυρωδιά του ξιδιού, τον απορροφητήρα που βούιζε, και τη φωνή μου που βγήκε ξένη. «Τι είπες;» Δεν με κοίταξε αμέσως. «Υπάρχει κάποια άλλη.

Από το γραφείο.» Εκείνη τη στιγμή δεν έσπασε μόνο ο γάμος μου.

Έσπασε ο ήχος του σπιτιού, η ανάσα μου, το μέσα μου.

Είκοσι οκτώ χρόνια μαζί.

Δύο παιδιά μεγαλωμένα.

Δάνεια, νοίκια στην αρχή, μετά το σπίτι που φτιάξαμε με στερήσεις.

Κυριακές με ταψί παστίτσιο, καλοκαίρια στο χωριό, λογαριασμοί, γκρίνιες, γέλια, κούραση.

Όλα αυτά πού πήγαν; Τον λένε Στέλιο.

Και τη γυναίκα αυτή την έλεγαν Μαρίνα.

Το έμαθα λίγες μέρες πριν το παραδεχτεί, όταν είδα κατά λάθος ένα μήνυμα στο κινητό του. «Μου λείπεις ήδη». Τόσο απλό.

Τόσο βρόμικα απλό.

Στην αρχή ήθελα να πείσω τον εαυτό μου ότι κάνω λάθος.

Ότι θα ήταν μια βλακεία, ένα αστείο, κάτι που δεν κατάλαβα.

Οι γυναίκες καμιά φορά κρατιόμαστε από ό,τι να ’ναι για να μη διαλυθούμε.

Όταν τον ρώτησα, θύμωσε. «Μην ψάχνεις το κινητό μου!» «Δεν έψαξα τίποτα, Στέλιο.

Το είδα μπροστά μου!» «Εδώ και χρόνια είμαστε ξένοι, Ελένη.

Μην κάνεις πως δεν το ήξερες.» Αυτό πόνεσε πιο πολύ κι από την απιστία.

Γιατί ένιωσα πως ξαναέγραφε όλη μας τη ζωή από την αρχή, λες και ήμουν ένα λάθος που τώρα απλώς διορθωνόταν.

Δύο εβδομάδες μετά, μάζεψε ρούχα σε μια μεγάλη μπλε βαλίτσα.

Την ίδια που παίρναμε στις διακοπές.

Άνοιγε ντουλάπια, έβγαζε πουκάμισα, κάλτσες, το ξυραφάκι του από το μπάνιο.

Κι εγώ καθόμουν στον καναπέ σαν να είχα πάθει πυρετό. «Φεύγω.

Δεν θέλω άλλο ψέματα.» «Και τα είκοσι οκτώ χρόνια τι ήταν;» του είπα.

Κοντοστάθηκε. «Δεν σβήνουν.

Αλλά τελείωσαν.» Όταν έκλεισε την πόρτα, δεν έκλαψα αμέσως.

Έμεινα ακίνητη.

Άκουγα το ασανσέρ, μετά σιωπή.

Τότε μόνο λύγισα.

Όχι σαν στις ταινίες.

Πιο άσχημα.

Σαν να βγήκε ο αέρας από μέσα μου και να έμεινα άδεια.

Οι επόμενοι μήνες ήταν σκοτάδι.

Δεν ντυνόμουν κανονικά.

Άφηνα τα πιάτα στον νεροχύτη.

Δεν είχα όρεξη ούτε καφέ να φτιάξω, κι αυτό για μένα ήταν σημάδι.

Κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και δεν τον γνώριζα.

Ποια ήμουν χωρίς τον ρόλο της γυναίκας του Στέλιου; Χωρίς τα σχέδια για τη σύνταξη, για τα εγγόνια, για εκείνο το μικρό σπίτι στο Ναύπλιο που λέγαμε κάποτε ότι θα νοικιάζαμε για τα Σαββατοκύριακα; Ο γιος μου στενοχωρήθηκε, αλλά κρατούσε απόσταση.

Η κόρη μου, η Ιωάννα, ήταν αυτή που με έπιασε από το χέρι.

Ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα μετά τη δουλειά.

Άνοιγε παράθυρα, μάζευε ρούχα από την καρέκλα, μου έβαζε να φάω. «Μαμά, δεν μπορείς να πεθάνεις γι’ αυτόν ενώ είναι ζωντανή μπροστά μου.» Της θύμωσα όταν το είπε. «Εύκολο είναι να μιλάς.

Δεν ήσουν εσύ είκοσι οκτώ χρόνια παντρεμένη.» Με κοίταξε με μάτια κόκκινα. «Όχι.

Αλλά είμαι η κόρη σου και σε βλέπω να χάνεσαι.» Αυτή η φράση με κυνήγησε μέρες.

Να χάνομαι.

Ναι, αυτό έκανα.

Δεν πενθούσα μόνο έναν άντρα.

Πενθούσα τον εαυτό που είχα χτίσει γύρω του. Μια Κυριακή με έσυρε σχεδόν έξω από το σπίτι.

Πήγαμε για καφέ στο Παγκράτι.

Εγώ ένιωθα σαν να με κοιτάνε όλοι, σαν να έγραφε το πρόσωπό μου «με άφησε για άλλη». Παράνοια, το ξέρω. Αλλά έτσι ένιωθα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences