Με τη Hoover έχω πάρει εδώ και καιρό διαζύγιο και, με όσα έχω διαβάσει τελευταία από εκείνη, δεν προβλέπω ούτε επανασύνδεση ούτε δεύτερες ευκαιρίες. Υπάρχει όμως ένα βιβλίο της που αρνούμαι...
Με τη Hoover έχω πάρει εδώ και καιρό διαζύγιο και, με όσα έχω διαβάσει τελευταία από εκείνη, δεν προβλέπω ούτε επανασύνδεση ούτε δεύτερες ευκαιρίες.
Υπάρχει όμως ένα βιβλίο της που αρνούμαι πεισματικά να συμπεριλάβω στα παράπονα αυτού του χωρισμού, εκείνο που κάποτε με έκανε να πιστέψω πως η Hoover μπορούσε να γράψει κάτι πολύ πιο σκοτεινό, διεστραμμένο και επικίνδυνο απ’ ό,τι περίμενα από εκείνη.
Και αυτό ήταν το «Βέριτι». Πόσο καλά μπορούμε στ’ αλήθεια να γνωρίσουμε έναν άνθρωπο, όταν όλα όσα ξέρουμε γι’ αυτόν είναι όσα επέλεξε να μας δείξει; Πίσω από ένα οικείο πρόσωπο και μια απολύτως συνηθισμένη ζωή μπορούν να κρύβονται σκέψεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ και σκοτάδια που έμαθαν να παραμένουν αθέατα.
Ίσως το πραγματικά τρομακτικό να αρχίζει τη στιγμή που κοιτάζουμε πίσω από αυτή την εικόνα και συνειδητοποιούμε πως γνωρίζαμε μόνο όσα μας είχαν επιτρέψει να δούμε.
Και από ορισμένες πόρτες, όταν περάσεις, δεν επιστρέφεις ποτέ ο ίδιος.
Χρόνια μετά την πρώτη μου ανάγνωση του «Βέριτι», αποφάσισα να ανοίξω ξανά αυτή την πόρτα, με αφορμή την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου που αναμένεται, και αυτή η δεύτερη συνάντηση είχε για μένα διαφορετικό ενδιαφέρον.
Την πρώτη φορά είχα παραδοθεί στις ανατροπές και σε εκείνη τη νοσηρή περιέργεια που με ανάγκαζε να συνεχίζω ακόμη κι όταν ήθελα να αποστρέψω το βλέμμα μου, ενώ τώρα, γνωρίζοντας όσα με περίμεναν, μπορούσα να παρατηρήσω καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο η Hoover στήνει την παγίδα της. Η Λόουεν Άσλι, μια συγγραφέας που αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, δέχεται την πρόταση του Τζέρεμι Κρόφορντ να ολοκληρώσει την επιτυχημένη σειρά βιβλίων της συζύγου του, Βέριτι, η οποία ύστερα από σοβαρό τραυματισμό αδυνατεί να συνεχίσει να γράφει.
Αναζητώντας υλικό στο αρχείο της, η Λόουεν ανακαλύπτει ένα ημιτελές αυτοβιογραφικό χειρόγραφο που δεν φαίνεται να προοριζόταν ποτέ για δημοσίευση και του οποίου το περιεχόμενο αλλάζει σταδιακά όλα όσα πίστευε για τη γυναίκα που βρίσκεται απέναντί της.
Κάπου εδώ το «Βέριτι» παύει να είναι απλώς ένα ψυχολογικό θρίλερ και μετατρέπεται σε ένα σκοτεινό παιχνίδι γύρω από την αλήθεια και τη δύναμη που αποκτούν οι λέξεις όταν δεν μπορούμε να εξακριβώσουμε όσα ισχυρίζονται.
Το χειρόγραφο γίνεται ένας παραμορφωτικός καθρέφτης μέσα από τον οποίο η Λόουεν αρχίζει να βλέπει την πραγματικότητα, μέχρι που κάθε βλέμμα, κίνηση και σιωπή αποκτούν διαφορετικό νόημα επειδή έχει ήδη προηγηθεί η υποψία.
Αυτό θεωρώ το περισσότερο ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος, καθώς η Hoover δεν εξαπατά απλώς τον αναγνώστη, αλλά τον βάζει να συμμετάσχει στον ίδιο τον μηχανισμό της εξαπάτησης.
Χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, μετατρέπουμε το γραπτό σε μαρτυρία, τη μαρτυρία σε απόδειξη και την απόδειξη σε ετυμηγορία, ξεχνώντας πως ένα κείμενο δεν παύει να είναι μια κατασκευασμένη αφήγηση μόνο και μόνο επειδή κάποιος έγραψε επάνω του την αλήθεια του.
Παράλληλα, η Hoover δημιουργεί μια ασφυκτικά κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, μετατρέποντας το σπίτι των Κρόφορντ σε έναν χώρο όπου το πένθος, η επιθυμία, η καχυποψία και μια αδιόρατη απειλή μοιάζουν να έχουν εισχωρήσει στους τοίχους.
Η αίσθηση αγγίζει στιγμές σχεδόν το μεταφυσικό, παρότι το βιβλίο δεν χρειάζεται τίποτε υπερφυσικό για να προκαλέσει φόβο, αφού ο μεγαλύτερος τρόμος βρίσκεται στην ανθρώπινη συμπεριφορά και σε όσα μπορεί να κρύβονται πίσω από μια κλειστή πόρτα ή μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου.
Το «Βέριτι» είναι αμείλικτα σκληρό, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς γνωρίζοντας τη Hoover κυρίως μέσα από τα αισθηματικά της μυθιστορήματα, καθώς εισχωρεί στις πιο νοσηρές περιοχές της ανθρώπινης σκέψης και φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με εικόνες και εξομολογήσεις που γεννούν μια σχεδόν ενστικτώδη ανάγκη να αποστρέψει το βλέμμα του.
Όταν το είχα πρωτοδιαβάσει, είχα γράψει πως κάποιες από τις λέξεις του έχουν τόσο κακή γεύση ώστε θέλεις να τις φτύσεις, κι όμως συνεχίζεις να τις καταπίνεις μέχρι να γίνουν κομμάτι σου και ύστερα από τόσα χρόνια εξακολουθώ να θεωρώ αυτή την αίσθηση την ακριβέστερη περιγραφή της αναγνωστικής εμπειρίας που προσφέρει.
Υπάρχουν μάλιστα σημεία όπου ακόμη και η λέξη «σκληρό» μοιάζει ανεπαρκής, καθώς όσα διαβάζεις είναι τόσο νοσηρά και ηθικά αδιανόητα, ώστε δεν σε τρομάζει μόνο το περιεχόμενό τους, αλλά το γεγονός ότι κάποιος μπόρεσε να τα σκεφτεί.
Το ένστικτο σου λέει να κλείσεις το βιβλίο, κι όμως συνεχίζεις, μέχρι που η φρίκη παύει να βρίσκεται μόνο πάνω στη σελίδα και αρχίζει να εγκαθίσταται μέσα σου.. Και όταν συμβεί αυτό, οι λέξεις έχουν ήδη κάνει τη δουλειά τους.
Έχεις φοβηθεί, αηδιάσει, θυμώσει και, χωρίς τίποτε περισσότερο από μια αφήγηση, έχεις αποφασίσει ποιον πιστεύεις και ποιον καταδικάζεις.
Εκεί το «Βέριτι» γίνεται πραγματικά επικίνδυνο, επειδή αποκαλύπτει πόσο εύκολα μπορείς να εξαπατήσεις μόνος σου τον εαυτό σου.
Στη δεύτερη ανάγνωση κατάλαβα κάτι πολύ πιο ενοχλητικό από την ίδια την ανατροπή, πως το «Βέριτι» δεν μου είχε ζητήσει ποτέ να βρω την αλήθεια, αλλά να διαλέξω ποιο ψέμα μπορούσα να πιστέψω.
Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμή του, στο ότι φτάνεις στο τέλος χωρίς καμία βεβαιότητα, μόνο με την τρομακτική υποψία πως κάποιος σε οδήγησε εκεί όπου ήθελε κι εσύ ακολούθησες πρόθυμα.
Κλείνεις το βιβλίο με τη σκέψη ότι μπορεί να πίστεψες ένα τέρας μόνο και μόνο επειδή κάποιος ήξερε ακριβώς πώς να σου το περιγράψει.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους