[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Μήπως το εχουμε παρακάνει με την απολίτικες γενικολογίες; μήπως οι φανταχτεροί τίτλοι μας εμποδίζουν να διαβάσουμε προσεκτικά το κείμενο; Μήπως θα έπρεπε ο διαπρεπής ψυχολόγος να ερωτηθεί για την...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Μήπως το εχουμε παρακάνει με την απολίτικες γενικολογίες; μήπως οι φανταχτεροί τίτλοι μας εμποδίζουν να διαβάσουμε προσεκτικά το κείμενο; Μήπως θα έπρεπε ο διαπρεπής ψυχολόγος να ερωτηθεί για την θέση του περί αριστερού ρατσισμού και την εμπάθεια του απεναντι στην προσέγγιση που αναδυκνύει τις συνέπειες του συστημικού τραύματος; (δες τη φράση του: "The field has embraced left-wing racialism." https://www.city-journal.org/article/therapy-psychology-wokeness-identity-politics Διάβασα με ενδιαφέρον τη συνέντευξη του Jonathan Alpert στο «Κ» της Καθημερινής, με τίτλο «Μήπως το έχουμε παρακάνει με την ψυχοθεραπεία;». Και διαβάζοντάς την επέστρεψα σε ένα ερώτημα που με απασχολεί εδώ και καιρό: Όταν ασκούμε κριτική στη διεύρυνση της ψυχοθεραπευτικής κουλτούρας, από ποια θέση ασκούμε αυτή την κριτική; Το ερώτημα έχει σημασία, γιατί δύο πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις μπορεί να μιλούν για υπερβολική ψυχολογικοποίηση, κατάχρηση της έννοιας του τραύματος ή διάδοση της θεραπευτικής γλώσσας στην καθημερινότητά μας, αλλά να εννοούν εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Στο βιβλίο μου χρησιμοποιώ τον όρο «θεραπισμός» (therapism), ακολουθώντας μεταξύ άλλων τη Ffion Murphy, για να περιγράψω μια κατάσταση στην οποία η ανθρώπινη δυσφορία αποσυνδέεται από τις κοινωνικές, ιστορικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιέται.

Η κριτική εδώ είναι ότι προβλήματα που σχετίζονται με την εργασιακή επισφάλεια, τις κοινωνικές ανισότητες, τη μοναξιά, την αποδυνάμωση των κοινωνικών δεσμών, τις διακρίσεις ή την έλλειψη πρόσβασης σε δικαιώματα μπορεί να μεταφράζονται αποκλειστικά σε ατομικές ψυχολογικές δυσκολίες.

Το ερώτημα τότε γίνεται: μήπως, αντί να εξετάζουμε και τις συνθήκες που παράγουν τη δυσφορία, εκπαιδεύουμε τους ανθρώπους κυρίως να τις αντέχουν και να τις διαχειρίζονται καλύτερα; Υπάρχει όμως και μια άλλη κριτική της σύγχρονης ψυχοθεραπείας, η οποία είναι συνδεδεμένη με νέο-συντηρητικά ιδεολογικά ρεύματα. Ο Alpert θέτει ορισμένα ερωτήματα που θεωρώ ότι χρειάζεται να πάρουμε σοβαρά.

Η υπερβολική χρήση όρων όπως «τραύμα», «τοξικός», «ναρκισσιστής» ή «όρια» μπορεί πράγματι να μετατρέψει την ψυχολογική γλώσσα σε μια εύκολη ερμηνεία κάθε ανθρώπινης δυσκολίας.

Μια θεραπεία που συνεχίζεται επί χρόνια χωρίς να διερωτάται αν βοηθά τον άνθρωπο να κινηθεί διαφορετικά στη ζωή του, όπως επισημαίνει ο Alpert, επίσης χρειάζεται κριτική.

Και ασφαλώς κάθε δυσάρεστη εμπειρία δεν αποτελεί τραύμα, παρότι υποκειμενικά μπορεί να βιωθείως τραύμα, (και αυτό είναι κάτι που οφείλουμε να το ακούσουμε σοβαρά). Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στο πού οδηγείται αυτή η κριτική. Ο Alpert αναγνωρίζει ότι η σύγχρονη δυσφορία συνδέεται με τη μοναξιά, την οικονομική αβεβαιότητα, την πολιτική πόλωση και άλλες κοινωνικές συνθήκες.

Όταν όμως περνά στις απαντήσεις, το βάρος μετακινείται κυρίως στην προσωπική ευθύνη, στην ανθεκτικότητα, στην ικανότητα να αντέχουμε τη δυσφορία και στην ανάγκη να εξαρτόμαστε λιγότερο από την επιβεβαίωση των άλλων.

Εδώ εμφανίζεται, κατά τη γνώμη μου, μια σημαντική ασυμμετρία: οι αιτίες μπορεί να αναγνωρίζονται ως κοινωνικές, αλλά οι λύσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ατομικές.

Δεν θεωρώ προβληματικές από μόνες τους ούτε την προσωπική ευθύνη ούτε την ανθεκτικότητα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: Ανθεκτικότητα που στηρίζεται στις νέο-φιλελεύθερες παραδοχές και τελικά ανθεκτικότητα απέναντι σε τι; Πότε το να αντέχουμε μια δυσκολία διευρύνει τη ζωή μας και πότε γίνεται απαίτηση να προσαρμοστούμε καλύτερα σε συνθήκες που μας πληγώνουν; Και ποιος αποφασίζει ποια δυσφορία χρειάζεται να γίνει ανεκτή και ποια μας πληροφορεί ότι κάτι στις σχέσεις, στους θεσμούς ή στην κοινωνία χρειάζεται να αλλάξει; Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν η κριτική του Alpert επεκτείνεται στις κοινωνικές ταυτότητες και στην πολιτική των ταυτοτήτων μέσα στην ψυχοθεραπεία, ασκώντας έμμεσα κατά την γνώμη μου μια κριτική στον woke κουλτούρα . Υπάρχει πράγματι ένας υπαρκτός κίνδυνος, σε αυτό που επισημαίνει ο Alpert, (https://nypost.com/2026/05/16/opinion/all-that-therapy-isnt-actually-helping-americans/?utm_source=chatgpt.com), : ο θεραπευτής να εισάγει στη συνάντηση ένα έτοιμο πολιτικό ή θεωρητικό σχήμα και να ερμηνεύει την εμπειρία του άλλου πριν ακόμη την ακούσει.

Αυτό όμως δεν είναι το ίδιο με το να θεωρούμε προβληματική την ίδια τη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο το φύλο, η κοινωνική θέση, η φυλή, η σεξουαλικότητα ή οι σχέσεις εξουσίας συμμετέχουν στη ζωή ενός ανθρώπου.

Από μια σχεσιακή και συστημική οπτική, δεν υπάρχει πρώτα ένα απομονωμένο άτομο και μετά ένα κοινωνικό πλαίσιο που προστίθεται γύρω του.

Οι ταυτότητες, οι δυνατότητες, ακόμη και οι τρόποι με τους οποίους μπορούμε να μιλήσουμε για τον εαυτό μας, συγκροτούνται μέσα στις σχέσεις και στον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Δεν θεωρώ ότι ο δημοσιογράφος δεν έθεσε καθόλου κριτικά ερωτήματα.

Θα περίμενα όμως το επόμενο βήμα.

Όταν μιλάμε για προσωπική ευθύνη, πώς αποφεύγουμε να μετατρέπουμε τις κοινωνικές ανισότητες σε προσωπική ανεπάρκεια; Όταν ασκούμε κριτική στην πολιτική των ταυτοτήτων, τι κάνουμε με τις πραγματικές εμπειρίες έμφυλης βίας, ρατσισμού, ομοφοβίας, τρανσφοβίας ή αποκλεισμού; Όταν παρουσιάζουμε την οικογένεια ως προστατευτικό πλαίσιο, πώς θυμόμαστε ότι για ορισμένους ανθρώπους η οικογένεια μπορεί να αποτελεί συγχρόνως τόπο ασφάλειας και τόπο βίας, απόρριψης ή ελέγχου; Γι’ αυτό το ερώτημα «μήπως το έχουμε παρακάνει με την ψυχοθεραπεία;» δεν μου αρκεί.

Χρειάζεται να ρωτήσουμε: Τι ακριβώς έχουμε παρακάνει; Την ψυχολογικοποίηση κάθε δυσκολίας; Την πεποίθηση ότι για κάθε ανθρώπινο πρόβλημα χρειαζόμαστε έναν ειδικό; Την εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου πόνου και τη διαρκή απαίτηση για αυτοβελτίωση; Ή μήπως αρχίζουμε να θεωρούμε υπερβολική την ίδια την αναγνώριση της ευαλωτότητας και των κοινωνικών συνθηκών που παράγουν πόνο; Η ψυχοθεραπεία χρειάζεται κριτική.

Χρειάζεται να αναρωτιόμαστε αν εστιάζει στο ατομικό ή στο κοινωνικό, αν δημιουργεί εξαρτήσεις και αν βοηθά πραγματικά τους ανθρώπους να ζουν διαφορετικά.

Αλλά η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς να επιστρέψουμε σε ένα πρότυπο ανθρώπου που οφείλει να αντέχει περισσότερο.

Εξάλλου αν κάνεις ψάξει στην βιβλιογραφία θα διαπιστώσει ότι σημαντικοί εκπρόσωποι της νέο-συντηρητικής κουλτούρας στις ΗΠΑ, αντιπαρατίθενται στην ψυχοθεραπεία γιατί οδηγεί σε μαλθακότητα τους νέους ανθρώπους, αλλοιώνοντας έτσι την αμερικάνικη κουλτούρα που θέτει στο επίκεντρο την επιβίωση και την ανθεκτικότητα. (https://thehill.com/opinion/5360971-mental-health-crisis-americas-frailty/ ) Με ενδιαφέρει μια ψυχοθεραπεία που κρατά ανοιχτή τη σχέση ανάμεσα στο προσωπικό και στο κοινωνικό, ανάμεσα στην προσωπική δυνατότητα δράσης και στις συνθήκες που την περιορίζουν, ανάμεσα στην αυτορρύθμιση και στη συρρύθμιση.

Μια ψυχοθεραπεία που δεν μας βοηθά μόνο να αντέχουμε τον κόσμο, αλλά και να αναρωτιόμαστε ποια μέρη του χρειάζεται να αλλάξουμε.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences