[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Τον χειμώνα του 1994, το μπασκετικό πεδίο ήταν εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι είναι σήμερα. Τρεις ελληνικές ομάδες, οι ΑΕΚ, ΠΑΟΚ και Άρης, μετρούσαν ήδη στο παλμαρέ τους από ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο. Έναν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Τον χειμώνα του 1994, το μπασκετικό πεδίο ήταν εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι είναι σήμερα.

Τρεις ελληνικές ομάδες, οι ΑΕΚ, ΠΑΟΚ και Άρης, μετρούσαν ήδη στο παλμαρέ τους από ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο.

Έναν χρόνο νωρίτερα, το 1993, ο Δικέφαλος του Βορρά πιθανώς ήταν η κορυφαία ομάδα της Γηραιάς Ηπείρου, αλλά ας όψονται οι Κούκοτς, Ραγκάτσι και Ιακοπίνι της Μπένετον Τρεβίζο.

Και το 1994, το σύνολο της φωτογραφίας κατακτούσε το δεύτερο ευρωκατσαρόλι του, συμπληρώνοντας τρεις παρουσίες σε τελικούς διοργανώσεων της FIBA σε μια τετραετία.

Και προσέξτε κάτι: τότε τα Κύπελλα Κυπελλούχων και Κόρατς δεν ήταν του πεταματού, έπαιζαν ομαδάρες σ' αυτά και υπήρχε σοβαρότατος ανταγωνισμός.

Δεν είναι ντροπή να παραδεχτούμε την αλήθεια· και συνήθως ένας θάνατος αποτελεί αφορμή να παραμερίσεις πάθη και κόντρες, να μαλακώσεις και να αναγνωρίσεις ανθρώπους και αξίες έστω και μεταχρονολογημένα, όντας πλέον και πιο ώριμος.

Έτσι, υπήρξε μια εποχή –εκείνη η εποχή– που οι Αθηναίοι απλώς παρακολουθούσαμε τις ομάδες της Θεσσαλονίκης να γράφουν χρυσές σελίδες, να τα βάζουν στα ίσα με μεγαθήρια, να κερδίζουν τρόπαια και να προκρίνονται σε φάιναλ φορ του πάλαι ποτέ Κυπέλλου Πρωταθλητριών.

Και ζηλεύαμε, ζηλεύαμε πολύ, δίχως όμως να τις φθονούμε.

Και αναρωτιόμασταν πότε θα φτάσουμε και εμείς στο επίπεδό τους.

Μεταξύ μας, πολλές φορές τις υποστηρίζαμε κιόλας, μας έβγαινε το πατριωτικό, ιδίως όταν ο Άρης κέρδιζε εν μέσω καρεκλοπόλεμου την Εφές Πίλσεν του αντιπαθητικού Ναουμόσκι ή ο ΠΑΟΚ σάρωνε με 38 πόντους διαφορά τους «ρουφιάνους, ρουφιάνους, Ιταλιάνους» της Σκαβολίνι Πέζαρο, πριν ξεπεράσει το εμπόδιο μιας άλλης ομαδάρας της εποχής, του Πανιωνίου.

Ήταν ονειρώδης ο ΠΑΟΚ του Ντούντα.

Αλλά ονειρώδης ήταν και αυτός ο ΠΑΟΚ, του Σούλη Μαρκόπουλου.

Και πάνε, που λέτε, ο Κόρφας, ο Πρέλιεβιτς, ο Μπέρι, ο Σάβιτς, ο Μπουντούρης, ο Μπαλογιάννης και τα άλλα παιδιά στην Τεργέστη και παίζουν μια μπασκετάρα να γλείφεις τα δάχτυλά σου.

Κατοστάρα μέσα εκεί, απέναντι στον Ντέγιαν Μποντίρογκα και τον Γκρέγκορ Φούτσκα (διακαή πόθο του Παναθηναϊκού για αρκετά καλοκαίρια). Όταν ήμουν μικρός συμπαθούσα τον Άρη (εγώ και όλη η Ελλάδα – τι πρωτότυπο) του Γκάλη και του Γιαννάκη, εκτός φυσικά αν έπαιζε εναντίον του Παναθηναϊκού.

Το αίμα νερό δεν γίνεται... Παρ' όλα αυτά, οφείλω να παραδεχτώ ότι ο ΠΑΟΚ μάλλον κατέκτησε λιγότερα απ' όσα διαχρονικά δικαιούνταν και άξιζε.

Συνήθως τον λύγιζε είτε κάποια ακατανόητη μαλακία του Φασούλα είτε η παροιμιώδης γκαντεμιά του (πείτε τη και λουζεριά, δεν θα είστε πολύ μακριά). Στις 16 Μαρτίου 1994, όμως, τα «φαντάσματα» είχαν κλειδωθεί σε κάποια αποθήκη του Παλέ ντε Σπορ και ο ΠΑΟΚ κατακτούσε με πρόωρη παρέλαση στην Ιταλία το Κύπελλο Κόρατς, ανεβάζοντας τον πήχη ακόμα πιο ψηλά και δίνοντας επιπλέον κίνητρο στον Παύλο Γιαννακόπουλο να φτιάξει μια ισάξια ή και καλύτερη ομάδα με εκείνη, που θα κυριαρχούσε τα επόμενα χρόνια εντός και εκτός συνόρων (όπερ και εγένετο). Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Σούλης Μαρκόπουλος, ένας ικανότατος και εργατικός προπονητής και συνάμα ένας συμπαθέστατος άνθρωπος, ήταν συνυφασμένος με τη συμπρωτεύουσα και ανήκε στους Θεσσαλονικείς κάθε χρώματος· ασπρόμαυρους, κίτρινους, γαλάζιους. Όχι... Ο Σούλης Μαρκόπουλος ήταν συνυφασμένος με ένα ολόκληρο άθλημα, ίσως και με μια ολόκληρη εποχή.

Και ανήκε σε όσους αγάπησαν και αγαπούν το μπάσκετ, ανεξαρτήτως οπαδικών πεποιθήσεων.

Ένα 13χρονο παιδάκι του 1994 είχε κάθε λόγο να θαυμάζει την κατάκτηση, ένας 45χρονος άνδρας του 2026 έχει κάθε λόγο να λυπάται με την απώλεια. Ευχαριστούμε για τις αναμνήσεις, Σούλη Μαρκόπουλε.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences