«Τι είναι αυτά, Νίκο;» του φώναξα με το κινητό στο χέρι, πριν καν κλείσει την πόρτα πίσω του. «Τι είναι αυτά τα εμβάσματα; Κάθε μήνα; Στη Σταυρούλα;» Πάγωσε. Δεν έβγαλε ούτε το μπουφάν. Μόνο με...
«Τι είναι αυτά, Νίκο;» του φώναξα με το κινητό στο χέρι, πριν καν κλείσει την πόρτα πίσω του. «Τι είναι αυτά τα εμβάσματα; Κάθε μήνα; Στη Σταυρούλα;» Πάγωσε.
Δεν έβγαλε ούτε το μπουφάν.
Μόνο με κοίταξε σαν άνθρωπος που τον έπιασαν γυμνό στη μέση του δρόμου. «Άσ’ το τώρα, Άννα, είμαι κουρασμένος.» Εκεί με αποτελείωσε. Κουρασμένος; Εγώ που είχα γυρίσει όλη τη μέρα δουλειά, σούπερ μάρκετ, λογαριασμούς, τηλέφωνα για τη δόση του ρεύματος, ήμουν τι; Και πάνω στο τραπέζι ήταν ακόμα ο φάκελος με τα κοινόχρηστα που είχα αφήσει επίτηδες μπροστά του, μήπως και καταλάβει ότι δεν βγαίνουμε άλλο. «Ένα χρόνο, Νίκο.
Ένα χρόνο της στέλνεις λεφτά και δεν μου είπες τίποτα; Εμείς κόψαμε το πετρέλαιο τον Γενάρη.
Εγώ γύριζα σπίτι με δύο ζακέτες και εσύ έστελνες χιλιάρικα κρυφά;» Το πρόσωπό του σκλήρυνε, αλλά τα μάτια του όχι.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Δεν έδειχνε θυμό.
Έδειχνε ενοχή.
Καθίσαμε απέναντι στην κουζίνα, χωρίς να ανάψουμε καν το μεγάλο φως.
Μόνο ο απορροφητήρας έκανε εκείνο το χαμηλό βουητό και μου έσπαγε τα νεύρα. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις», είπε σιγά. «Κλασικό.
Όλοι αυτό λέτε όταν σας πιάνουν.» Χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, όχι δυνατά, αλλά αρκετά για να τρέμει το ποτήρι. «Μη με βάζεις μαζί με “όλους”. Δεν σε απάτησα.» «Α, όχι; Και πώς λέγεται όταν ο άντρας σου κρύβει λεφτά και τα δίνει στην πρώην του;» Δεν μίλησε αμέσως.
Έσκυψε το κεφάλι.
Για λίγα δευτερόλεπτα νόμιζα πως θα συνεχίσει να λέει ψέματα.
Ήθελα σχεδόν να το κάνει, να έχω έναν καθαρό λόγο να φύγω, να τελειώνω.
Αλλά δεν το έκανε. «Τα λεφτά δεν είναι για τη Σταυρούλα», είπε. «Είναι για τον Μανώλη.» Ο Μανώλης είναι ο γιος του από τον πρώτο του γάμο. Δεκατριών.
Ένα παιδί ήσυχο, που με κοιτούσε πάντα λίγο λοξά, λίγο μαζεμένα, σαν να μην ήξερε αν επιτρέπεται να με συμπαθήσει.
Ήξερα ότι είχε δυσκολίες.
Ήξερα για τις διαγνώσεις, για το φάσμα, για τις συνεδρίες με λογοθεραπευτές και εργοθεραπευτές όταν ήταν μικρός.
Αλλά νόμιζα πως πια υπήρχε μια σταθερότητα. «Τι εννοείς για τον Μανώλη;» ρώτησα, και η φωνή μου άλλαξε χωρίς να το θέλω. Ο Νίκος έτριψε τα μάτια του σαν να μην είχε κοιμηθεί μέρες. «Πέρσι χειροτέρεψε πολύ.
Στο σχολείο δεν μπορούσε να σταθεί.
Είχε ξεσπάσματα.
Η ειδική παιδαγωγός είπε ότι χρειάζεται πιο εντατική στήριξη.
Ιδιωτικές θεραπείες, παράλληλη βοήθεια κάποιες ώρες, αξιολόγηση ξανά... Η Σταυρούλα δεν τα έβγαζε πέρα.
Ούτε εγώ τα έβγαζα.
Αλλά... είναι παιδί μου.» Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
Και μαζί μ’ αυτό, ο θυμός μου γινόταν κάτι άλλο.
Όχι λιγότερο βαρύ.
Πιο μπερδεμένο. «Και γιατί δεν μου το είπες;» Με κοίταξε τότε κατευθείαν. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους