Κατευθυνόμενη Ενημέρωση & Κιτρινισμός: Επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων ή διαπόμπευση προσώπων χωρίς διασταυρωμένα στοιχεία. Παρασκευή 25 Μαρτίου 2026 Η δημοσιογραφία αποκαλείται, και όχι άδικα...
Κατευθυνόμενη Ενημέρωση & Κιτρινισμός: Επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων ή διαπόμπευση προσώπων χωρίς διασταυρωμένα στοιχεία.
Παρασκευή 25 Μαρτίου 2026 Η δημοσιογραφία αποκαλείται, και όχι άδικα, «τέταρτη εξουσία». Ένας θεσμός που έχει τη δύναμη να ελέγχει την πολιτική εξουσία, να αποκαλύπτει σκάνδαλα, να υπερασπίζεται τον πολίτη και να φωτίζει όσα κάποιοι θα προτιμούσαν να παραμείνουν στο σκοτάδι.
Η δύναμη αυτή είναι απαραίτητη για τη δημοκρατία.
Όμως κάθε πραγματική εξουσία συνοδεύεται από ευθύνη.
Και όσο μεγαλύτερη είναι η επιρροή ενός θεσμού, τόσο μεγαλύτερες είναι οι υποχρεώσεις του.
Η τέταρτη εξουσία έχει δικαιώματα.
Έχει το δικαίωμα να ερευνά, να ασκεί κριτική, να αμφισβητεί τις κυβερνητικές αποφάσεις και να φέρνει στην επιφάνεια κάθε υπόθεση που αφορά το δημόσιο συμφέρον.
Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την εικασία σε γεγονός, την υποψία σε απόδειξη και την πολιτική αντιπαράθεση σε καταδίκη χωρίς τεκμηρίωση.
Η ελευθερία του Τύπου δεν είναι ελευθερία από την αλήθεια.
Είναι η ελευθερία να αναζητάς την αλήθεια και η υποχρέωση να τη μεταδίδεις με υπευθυνότητα.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ζήτημα που ανέδειξε η υπόθεση των Τεμπών.
Η τραγωδία της 28ης Φεβρουαρίου 2023 δεν ήταν ένα συνηθισμένο γεγονός της επικαιρότητας.
Ήταν μια εθνική τραγωδία, με 57 ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους, οικογένειες να καταστρέφονται και μια ολόκληρη κοινωνία να απαιτεί απαντήσεις.
Η ανάγκη για δικαιοσύνη, η διερεύνηση των ευθυνών και η απαίτηση να αποκαλυφθεί κάθε πτυχή της υπόθεσης δεν μπορούν να αμφισβητούνται από κανέναν.
Ακριβώς επειδή η τραγωδία ήταν τόσο μεγάλη, η ευθύνη της δημοσιογραφίας ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Σε τέτοιες στιγμές, ο δημοσιογράφος δεν διαχειρίζεται απλώς μια είδηση.
Διαχειρίζεται τον φόβο, την οργή, τον πόνο και την ανάγκη των πολιτών να καταλάβουν τι συνέβη.
Κάθε λέξη που μεταδίδεται, κάθε «αποκάλυψη» που παρουσιάζεται, κάθε βεβαιότητα που εκφράζεται μπορεί να επηρεάσει την κοινή γνώμη, να διαμορφώσει πολιτικές αντιδράσεις και να επηρεάσει ακόμη και την πορεία της δικαστικής και κοινωνικής συζήτησης.
Γι’ αυτό και η δημοσιογραφία δεν επιτρέπεται να λειτουργεί με τη λογική «πρώτα η εντύπωση και μετά η επιβεβαίωση». Για μεγάλο χρονικό διάστημα, στη δημόσια συζήτηση για τα Τέμπη προβλήθηκαν με ένταση ισχυρισμοί σχετικά με την ύπαρξη παράνομου ή εύφλεκτου φορτίου στην εμπορική αμαξοστοιχία, τη φωτιά και τα αίτια της καταστροφής.
Παράλληλα, διατυπώθηκαν σοβαρές κατηγορίες περί οργανωμένης συγκάλυψης και πολιτικής προστασίας συγκεκριμένων συμφερόντων.
Ορισμένοι από αυτούς τους ισχυρισμούς παρουσιάστηκαν από μέσα ενημέρωσης και πρόσωπα που εμφανίζονταν ως ειδικοί με τρόπο που συχνά ξεπερνούσε τα όρια της επιβεβαιωμένης πληροφορίας.
Εδώ δεν χρειάζεται να προδικάσουμε τη δικαστική κρίση ούτε να υποκαταστήσουμε τους πραγματογνώμονες.
Χρειάζεται, όμως, να θέσουμε ένα απλό και θεμελιώδες ερώτημα: Όταν ένας δημοσιογράφος ή ένας αυτοαποκαλούμενος εμπειρογνώμονας διατυπώνει δημόσια έναν ισχυρισμό με απόλυτη βεβαιότητα και στη συνέχεια τα διαθέσιμα στοιχεία δεν τον επιβεβαιώνουν, ποια είναι η ευθύνη του απέναντι στην κοινωνία; Αρκεί να αλλάξει θέμα; Αρκεί να αποσιωπήσει την προηγούμενη τοποθέτησή του; Αρκεί να συνεχίσει να μιλά με την ίδια βεβαιότητα για την επόμενη υπόθεση; Κατά τη γνώμη μου, όχι.
Η δημοσιογραφική δεοντολογία απαιτεί έλεγχο των πηγών, διάκριση ανάμεσα σε γεγονότα και εκτιμήσεις, διόρθωση λαθών και διαφάνεια απέναντι στο κοινό.
Όταν μια πληροφορία παρουσιάζεται ως βεβαιότητα και αργότερα αμφισβητείται ή καταρρίπτεται, η επανεξέταση της αρχικής θέσης δεν είναι παραχώρηση.
Είναι υποχρέωση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ερώτημα για τα Τέμπη ήταν αβάσιμο ή ότι κάθε κριτική προς την κυβέρνηση ήταν πολιτική σκοπιμότητα.
Τα ζητήματα της ασφάλειας των σιδηροδρόμων, των συστημάτων προστασίας, της διαχείρισης του τόπου της τραγωδίας και της απόδοσης ευθυνών απαιτούν σοβαρή και ανεξάρτητη διερεύνηση.
Η δημοσιογραφία οφείλει να επιμένει σε αυτά, ακόμη και όταν η έρευνα ενοχλεί την εκάστοτε κυβέρνηση.
Άλλο όμως ο έλεγχος και άλλο η κατασκευή μιας τελικής ετυμηγορίας πριν ολοκληρωθεί η έρευνα.
Άλλο η αναζήτηση απαντήσεων και άλλο η επιβολή μιας αφήγησης.
Άλλο η εύλογη αμφιβολία και άλλο η παρουσίαση μιας υπόθεσης ως αδιαμφισβήτητης αλήθειας.
Η διάκριση αυτή δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι η βάση της υπεύθυνης ενημέρωσης. Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΛΕΓΞΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ, ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΣΚΗΣΕΙ ΕΞΟΥΣΙΑ Η ΙΔΙΑ Συχνά ακούμε ότι η δημοσιογραφία πρέπει να ελέγχει την κυβέρνηση.
Απολύτως σωστό.
Ποιος όμως ελέγχει τη δημοσιογραφία όταν εκείνη υπερβαίνει τα όριά της; Ποιος ζητά εξηγήσεις από εκείνους που μεταδίδουν αναπόδεικτες πληροφορίες; Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν μια εσφαλμένη είδηση έχει ήδη διαμορφώσει την κοινή γνώμη; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι ο δημοσιογράφος έχει πάντοτε δίκιο επειδή ελέγχει την εξουσία.
Η δημοσιογραφία δεν βρίσκεται εκτός δημοκρατικού ελέγχου.
Δεν είναι υπεράνω κριτικής.
Δεν διαθέτει ένα ειδικό προνόμιο που της επιτρέπει να κατηγορεί τους πάντες, αλλά να μη δέχεται ποτέ ερωτήσεις για τη δική της στάση.
Η ελευθερία του Τύπου είναι θεμελιώδες δημοκρατικό δικαίωμα.
Η λογοδοσία, όμως, δεν είναι εχθρός της ελευθερίας του.
Είναι προϋπόθεση για να διατηρεί την αξιοπιστία του.
Όταν ένας δημοσιογράφος κατηγορεί έναν υπουργό για απόκρυψη στοιχείων, οφείλει να έχει ελέγξει τα στοιχεία που επικαλείται.
Όταν ένας «ειδικός» εμφανίζεται στην τηλεόραση και παρουσιάζει ένα τεχνικό συμπέρασμα, οφείλει να διευκρινίζει τι γνωρίζει, τι εκτιμά και τι δεν μπορεί να αποδείξει.
Όταν ένα μέσο ενημέρωσης μεταδίδει μια σοβαρή καταγγελία, οφείλει να διακρίνει την καταγγελία από το αποδεδειγμένο γεγονός.
Αυτές δεν είναι απαιτήσεις που αφορούν μόνο τους δημοσιογράφους που ασκούν κριτική στην κυβέρνηση.
Αφορούν όλους.
Η δημοσιογραφική δεοντολογία δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά, ανάλογα με το ποιο πολιτικό κόμμα βρίσκεται στην εξουσία και ποιο βρίσκεται στην αντιπολίτευση. Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ ΕΙΔΗΣΗ. ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ Μια λανθασμένη δημοσιογραφική πληροφορία μπορεί να διορθωθεί.
Η ζημιά που προκαλεί, όμως, δεν εξαφανίζεται πάντοτε με μια διόρθωση.
Όταν μια κοινωνία βρίσκεται ήδη σε κατάσταση έντασης, όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν μπορούν να εμπιστευτούν τους θεσμούς και όταν ο δημόσιος διάλογος γίνεται ολοένα πιο επιθετικός, η ανεύθυνη ενημέρωση μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής της κρίσης.
Η συνεχής προβολή μη τεκμηριωμένων ισχυρισμών, η μετατροπή κάθε αμφιβολίας σε απόδειξη ενοχής και η παρουσίαση κάθε θεσμικής διαδικασίας ως μέρος μιας προαποφασισμένης συνωμοσίας μπορούν να διαβρώσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών όχι μόνο προς μια κυβέρνηση, αλλά προς τη δικαιοσύνη, τους θεσμούς και τη δημοκρατική διαδικασία συνολικά.
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο η ευθύνη της τέταρτης εξουσίας γίνεται εθνική και όχι απλώς επαγγελματική.
Ένα έθνος δεν διαλύεται μόνο από έναν πόλεμο, μια οικονομική καταστροφή ή μια πολιτική κρίση.
Μπορεί να αποδυναμωθεί και όταν οι πολίτες του παύουν να μοιράζονται μια κοινή βάση πραγματικότητας.
Όταν κάθε γεγονός μετατρέπεται σε εργαλείο κομματικής σύγκρουσης, όταν η αλήθεια υποχωρεί μπροστά στην επιθυμία της επικράτησης και όταν οι θεσμοί παρουσιάζονται συλλήβδην ως εχθροί, η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται.
Δεν υποστηρίζω ότι η δημοσιογραφία είναι η μόνη αιτία της πόλωσης.
Ούτε ότι κάθε σκληρή κριτική οδηγεί σε θεσμική αποσύνθεση.
Υποστηρίζω, όμως, ότι ένας θεσμός με τόσο μεγάλη δυνατότητα επιρροής οφείλει να γνωρίζει πως η ανευθυνότητα μπορεί να έχει συνέπειες πολύ πέρα από την ίδια την είδηση.
Η δύναμη να επηρεάζεις εκατομμύρια ανθρώπους δεν είναι απλώς επαγγελματικό πλεονέκτημα.
Είναι δημόσια ευθύνη. ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΚΡΙΒΕΙΑΣ Υπάρχει μια λανθασμένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία κάθε απαίτηση για δημοσιογραφική λογοδοσία αποτελεί επίθεση στην ελευθεροτυπία.
Δεν είναι έτσι.
Η κριτική προς ένα δημοσίευμα δεν ισοδυναμεί με λογοκρισία.
Η απαίτηση τεκμηρίωσης δεν ισοδυναμεί με φίμωση.
Η επισήμανση ενός δημοσιογραφικού λάθους δεν ισοδυναμεί με προσπάθεια ελέγχου της ενημέρωσης.
Αντιθέτως, μια υγιής δημοκρατία χρειάζεται ελεύθερα μέσα ενημέρωσης, αλλά και ένα κοινό που έχει το δικαίωμα να ζητά εξηγήσεις.
Ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να απαιτεί από τον πολιτικό να αναλαμβάνει την ευθύνη για κάθε απόφασή του και την ίδια στιγμή να θεωρεί ότι ο ίδιος δεν οφείλει να εξηγήσει τις δικές του δημόσιες τοποθετήσεις.
Ο εμπειρογνώμονας δεν μπορεί να ζητά να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη τα συμπεράσματά του και ταυτόχρονα να αποφεύγει κάθε επανεξέταση όταν νέα στοιχεία προκύπτουν.
Το μέσο ενημέρωσης δεν μπορεί να ζητά διαφάνεια από όλους τους άλλους και να θεωρεί ότι η δική του λειτουργία δεν χρειάζεται ανάλογη διαφάνεια.
Η λογοδοσία δεν πρέπει να είναι όπλο εναντίον της δημοσιογραφίας.
Πρέπει να είναι στοιχείο της αξιοπιστίας της. ΤΑ ΤΕΜΠΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΜΑΘΗΜΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ Η τραγωδία των Τεμπών απαιτεί δικαιοσύνη, θεσμική σοβαρότητα και ειλικρινή αναζήτηση της αλήθειας.
Απαιτεί να διερευνηθούν οι ευθύνες όπου υπάρχουν, χωρίς πολιτικές προστασίες και χωρίς προκατασκευασμένα συμπεράσματα.
Αυτό αφορά την κυβέρνηση, τα κόμματα, τη δικαιοσύνη, τους πραγματογνώμονες και, ασφαλώς, τη δημοσιογραφία.
Κανένας θεσμός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υπεράνω ελέγχου.
Κανένας πολιτικός δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως ένοχος επειδή βρίσκεται στην εξουσία.
Κανένας δημοσιογράφος δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως αξιόπιστος επειδή εμφανίζεται στην τηλεόραση ή γράφει σε ένα γνωστό μέσο.
Η αλήθεια δεν καθορίζεται από την ένταση της φωνής.
Δεν καθορίζεται από τον αριθμό των τηλεοπτικών εμφανίσεων.
Δεν καθορίζεται από το πόσες φορές επαναλήφθηκε ένας ισχυρισμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η αλήθεια απαιτεί στοιχεία, έρευνα, διασταύρωση και διάθεση διόρθωσης.
Και αυτό πρέπει να είναι το μάθημα των Τεμπών για την τέταρτη εξουσία: η κοινωνία δεν χρειάζεται δημοσιογράφους που απλώς φωνάζουν πιο δυνατά από τους άλλους.
Χρειάζεται δημοσιογράφους που μπορούν να σταθούν απέναντι στην εξουσία χωρίς φόβο, αλλά και απέναντι στα δικά τους λάθη χωρίς αλαζονεία.
Χρειάζεται δημοσιογραφία που να μην υπηρετεί κυβερνήσεις, κόμματα ή επιχειρηματικά συμφέροντα, αλλά ούτε και να μετατρέπεται η ίδια σε πολιτικό πρωταγωνιστή χωρίς να το αναγνωρίζει.
Χρειάζεται δημοσιογραφία που να ερευνά πριν καταδικάσει, να επιβεβαιώνει πριν αναπαράγει και να διορθώνει όταν διαπιστώνει ότι έσφαλε.
Γιατί η τέταρτη εξουσία έχει δικαιώματα.
Έχει ελευθερίες.
Έχει τη δυνατότητα να αποκαλύπτει, να ελέγχει και να επηρεάζει.
Έχει όμως και υποχρεώσεις.
Και η σημαντικότερη από όλες είναι να μην ξεχνά ποτέ ότι η δύναμη της ενημέρωσης μπορεί να υπηρετήσει τη δημοκρατία, αλλά μπορεί, όταν ασκείται χωρίς ευθύνη, να εντείνει τη διχόνοια, να υπονομεύσει τους θεσμούς και να τραυματίσει βαθιά την κοινωνική συνοχή.
Η δημοσιογραφία δεν είναι απλώς η τέχνη τού να μιλάς.
Είναι η ευθύνη τού να μιλάς όταν έχεις λόγο, να ερευνάς όταν υπάρχουν ερωτήματα και να σωπαίνεις όταν δεν έχεις στοιχεία.
Γιατί η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν η εξουσία αρνείται να ελεγχθεί.
Κινδυνεύει και όταν εκείνος που ελέγχει την εξουσία ξεχνά ότι οφείλει να υπηρετεί την αλήθεια. Πηγη. Πασχάλης Ρεπόρτερ δημοσίευσε εδώ:ΝΔ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους