[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

ΤΑ ΓΚΟΛΑΓΚΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΜΟΡΝΑΣ - Κανείς δεν ανεβαίνει στην Μόρνα, όταν πέσει η ομίχλη από τα υψώματα των Πιερίων. Το ξέρουν οι γέροι και το αποφεύγουν, όπως το ίδιο κάνουν και οι νέοι. Ο Κυριάκος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΤΑ ΓΚΟΛΑΓΚΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΜΟΡΝΑΣ - Κανείς δεν ανεβαίνει στην Μόρνα, όταν πέσει η ομίχλη από τα υψώματα των Πιερίων.

Το ξέρουν οι γέροι και το αποφεύγουν, όπως το ίδιο κάνουν και οι νέοι. Ο Κυριάκος σταμάτησε για λίγο να μιλάει.

Ήπιε μια γουλιά τσίπουρο απ' το ποτήρι του κι έβαλε μια «τσούσκα» (πιπεριά καυτερή) τουρσί στο στόμα του και τη μασουλούσε μ' ευχαρίστηση.

Τον κοίταξα με προσδοκία, περιμένοντας την συνέχεια. Ο Κυριάκος δεν ήταν κάποιος αγράμματος γέρος που του άρεσαν οι ιστορίες, το αντίθετο μάλιστα! Ήταν συνταξιούχος δάσκαλος και αφιέρωνε τον ελεύθερο χρόνο του (που ήταν αρκετός) απασχολούμενος με δουλειές σαν αυτές που έκανε όταν ήταν ακόμα παιδί στα Πιέρια όρη.

Είχε ένα πολύ ζηλευτό κήπο, μερικά κατσικοπρόβατα, τα οποία φρόντιζε υποδειγματικά, αλλά η κύρια ενασχόλησή του ήταν το δάσος.

Μάζευε αναλόγως την εποχή κάθε είδους φυτά και βοτάνια Ήξερε τη χρησιμότητα καθενός από αυτά και φρόντιζε πάντα να με προμηθεύει με αποξηραμένα βότανα για τους κρύους μήνες του χειμώνα.

Η αγαπημένη του όπως συνήθεια ήταν να «χάνεται» μέσα στο δάσος και να βρίσκει ξερά δένδρα, τα οποία έκοβε με το αλυσοπρίονό του και τα μετέφερε με το παλιό του αγροτικό αυτοκίνητο στο σπίτι του, εξασφαλίζοντας έτσι την καύσιμη ύλη του χειμώνα.

Ήταν γεννημένος «παραμυθάς». Του άρεσε να εξιστορεί γεγονότα και δοξασίες απ' το παρελθόν της περιοχής.

Είχε το χάρισμα της αφήγησης και ήταν πολύ ευχαριστημένος όταν είχε ακροατήριο που τον παρακολουθούσε με προσοχή.

Εγώ απ' τη μεριά μου ήμουν αυτό που λένε «καλός ακροατής» και πάντα γοητευόμουν με διηγήσεις του παρελθόντος, ειδικά με ιστορίες που δεν ήταν καταγραμμένες, αλλά αποτελούσαν «μνημεία» της προφορικής παράδοσης . Τον άκουγα γοητευμένος να μου μιλάει για τη Μόρνα και για τα υπερφυσικά θέματα που είχε η περιοχή. - Μόρνα, συνέχισε να ιστορεί ο Κυριάκος, είναι τούρκικη λέξη και σημαίνει σκοτεινός.

Κανείς δεν ξέρει για ποιον λόγο έδωσαν αυτό το όνομα στο χωριό.

Ίσως γιατί το χωριό ήταν κτισμένο σε μια «γούβα» και ο ήλιος αργούσε να φωτίσει με την ανατολή του το χωριό ενώ έδυε πολύ νωρίς.

Οι πρώτοι κάτοικοι πιθανώς να είχαν επιλέξει την περιοχή για να είναι αόρατοι απ' τους κατακτητές.

Ήταν όλοι τους ελληνικής καταγωγής και χριστιανοί.

Μπορεί με αυτή την επιλογή ν' απέφευγαν την καταβολή της «δεκάτης» και είχαν κατά κάποιο τρόπο την ησυχία τους.

Η «δεκάτη» ήταν ένας φόρος που πλήρωναν οι Έλληνες στους Τούρκους κατακτητές.

Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τον πραγματικό λόγο της επιλογής.

Όλα είναι εικασίες και τίποτα παραπάνω.

Όταν άρχισαν τα υπερφυσικά φαινόμενα, οι κάτοικοι άλλαξαν το όνομα του χωριού σε Σκοτεινό με την ελπίδα ν' απαλλαγούν από κάθε υπερφυσικό. Ο Κυριάκος έφτυσε με θόρυβο το κουκούτσι της ελιάς που είχε στο στόμα του και ήπιε άλλη μια γουλιά απ' το τσίπουρο που είχε μπροστά του.

Με κοίταξε αν τον παρακολουθώ και συνέχισε ικανοποιημένος με την προσοχή που του έδειχνα.

Συνέχισε έναν απίστευτο μονόλογο, που κατάφερε να κεντρίσει ολοκληρωτικά το ενδιαφέρον μου.

Στις λογικές ερωτήσεις που του έκανα δεν ήταν σε θέση ν' απαντήσει και το όλο θέμα άρχισε να γίνεται όλο και πιο ομιχλώδες και να περιβάλλεται μ' ένα ανεξήγητο μυστήριο, που ερέθιζε την περιέργεια μου σε μεγάλο βαθμό.

Όταν του ζήτησα να επισκεφτούμε το χωριό στην αρχή ξαφνιάστηκε, αλλά αμέσως μετά κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και είπε βραχνά - Όχι! Εγώ δε πάω! Τώρα ήταν η σειρά μου να ξαφνιαστώ! Θεωρούσα τον Κυριάκο σαν ένα συγκροτημένο άτομο και όχι σαν κάποιο δεισιδαίμονα.

Χωρίσαμε χωρίς στην ουσία να ικανοποιηθεί η περιέργεια μου έστω και στο ελάχιστο.

Αντίθετα οι σκέψεις μου επικεντρώνονταν γύρω απ' τη Μόρνα και τις δοξασίες της.

Αυτό με κυνηγούσε για μέρες και κατάλαβα πως ο μόνος τρόπος για να λυτρωθώ θα ήταν μια επίσκεψη στο έρημο χωριό, για να μάθω από πρώτο χέρι την «αλήθεια». Παρορμητικός και περίεργος όπως ήμουν, αποφάσισα έτσι ανόητα στα μέσα του φθινοπώρου, χωρίς κανένα λόγο και ανάλογη προετοιμασία, να κάνω μια εξόρμηση προς την περιοχή που μου υπέδειξε ο Κυριάκος, χωρίς όμως να λάβω υπ' όψιν μου τις συμβουλές του ν' αποφύγω πιθανή επίσκεψη στο έρημο χωριό.

Έβαλα στη μνήμη του GPS την τοποθεσία που επιθυμούσα και οδήγησα το τζιπ προς τη Μόρνα, αναζητώντας «τη ρίζα του θρύλου». Ήμουν τόσο ανόητος και με την έπαρση που έχουν οι νέοι (που παραβλέπουν δοξασίες και ήθη) που δεν υπολόγισα το χαμηλό φεγγάρι ούτε τον άνεμο που έμοιαζε να μιλάει με σφυρίγματα.

Το χωριό με περίμενε βουβό, κρυμμένο μέσα σε μια άναρχη βλάστηση.

Τα σπίτια σκεβρωμένα σαν ξεχασμένα κουφάρια κρατούσαν ακόμα τη σκόνη της φυγής.

Υπήρχαν τραπέζια στρωμένα, κούκλες και πρωτόγονες μπάλες στα σκαλοπάτια των σπιτιών.

Κουρτίνες υφαντές κρέμονταν σαν σκισμένες σημαίες μάχης μετά από ήττα, οι οποίες παρ’ όλη την άπνοια εκείνης της στιγμής ανέμιζαν σαν να ήταν ζωντανές υπάρξεις.

Αποφάσισα να διανυκτερεύσω στο έρημο χωριό.

Τίποτα απ' όσα έβλεπα και όσες ιστορίες είχα ακούσει δεν θα μ' έκαναν ν' αλλάξω γνώμη.

Το πρώτο βράδυ δεν συνέβη τίποτα, εκτός από το ρολόι μου που διαφωνώντας με τον συμβατό χρόνο έμοιαζε να τρέχει γρηγορότερα από τις ρυθμίσεις του.

Το δεύτερο βράδυ λίγο μετά τις τρεις ( όπως υπολόγισα) κάτι άλλαξε.

Ένας περίεργος ήχος, κάτι σαν παιδική μελωδία, σαν να ήταν βγαλμένος από παιδικό μουσικό κουτί, αντήχησε στο κέντρο του χωριού.

Άνοιξα με προσοχή το παράθυρο του αυτοκινήτου μου, στο οποίο είχα βρει κατάλυμα και αφουγκράστηκα.

Βγήκα έξω κι ένιωσα την υγρασία μιας ψιχάλας στο πρόσωπό μου, ενώ δεν υπήρχε ίχνος βροχής.

Τότε έκπληκτος τις είδα! Επτά μορφές νεαρών γυναικών χόρευαν ημίγυμνες έναν κυκλικό χορό γύρω απ' τον παλιό μύλο, που κάποτε του έδινε κίνηση ο μικρός σκοτεινός ποταμός που περνούσε δίπλα του.

Τις παρατήρησα με προσοχή! Το γυμνό μέρος του σώματος τους ήταν λερωμένο με λάσπη ή αλεύρι, δεν ήμουν σε θέση να ξεχωρίσω αυτές τις λεπτομέρειες.

Στα μακριά μαλλιά τους ήταν μπλεγμένα φύλλα και μικρά κλαδιά με άνθη.

Ο χορός τους δεν θύμιζε παιδικό χορό.

Οι κινήσεις τους ήταν συγκεκριμένες, τελετουργικές, θύμιζαν περισσότερο αρχαίο χορό.

Τις έβλεπα να χορεύουν και γοητευμένος δεν πρόσεξα στην αρχή μια σημαντική λεπτομέρεια.

Ξαφνικά η προσοχή μου εστιάστηκε στα πρόσωπά τους.

Κοίταζα εναλλάξ τα πρόσωπά τους και έκπληκτος είδα πως δεν είχαν πρόσωπο.

Δεν είχαν δηλαδή τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά.

Έλειπαν μάτια, μύτη στόμα! Αντί γι αυτά το μέρος του προσώπου ήταν λείο και ωοειδές, σαν μια άδεια λευκή μάσκα σάρκας! Κοίταζα χωρίς να πιστεύω αυτά που έβλεπα! Ο χορός ήταν σχεδόν αέναος.

Μ' εκπληκτικό ρυθμό ακολουθούσε το τέμπο της μουσικής που δεν έπαψε ούτε στιγμή να ηχεί στ' αυτιά μου.

Κάποια στιγμή μία απ' τις επτά γυναικείες φιγούρες βγήκε από τον κυκλικό χορό κι έστρεψε το ασχημάτιστο πρόσωπό της προς το μέρος μου. Ταράχτηκα! Ταυτόχρονα ένιωσα κάτι σαν ένα χέρι να ψαχουλεύει το μυαλό μου.

Κούνησα το κεφάλι μου στην προσπάθεια ν' αποφύγω αυτό το ψαχούλεμα.

Ένιωσα σαν να σταματάει ο χρόνος! Τότε μου φάνηκε πως μες στο μυαλό μου κάποιος μου ψιθύριζε: - Δεν είμαστε φαντάσματα! Είμαστε η μνήμη σου πριν γεννηθείς! Το χέρι συνέχισε το ψαχούλεμα μέσα στο κρανίο μου.

Προσπάθησα μάταια ν' αντισταθώ! Εικόνες περνούσαν με ταχύτητα μέσα απ' τον εγκέφαλό μου, σαν να γινόταν προβολή κάποιας ταινίας με υπερβολική ταχύτητα κίνησης, τόσο γρήγορα που δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τη μια εικόνα απ' την άλλη.

Ύστερα σκοτάδι!! Έπαψα να νιώθω! Καμιά απ' τις αισθήσεις μου δεν βρισκόταν σε σωστή λειτουργία.Όταν επανήλθαν οι αισθήσεις μου, είχε ξημερώσει κι εγώ βρισκόμουν στην ίδια θέση που ήμουν πριν σκοτεινιάσουν όλα.

Ήμουν μούσκεμα και είδα με φρίκη τα νύχια μου να είναι ματωμένα, σπασμένα σε πολλά σημεία και να είναι βρώμικα από λάσπες.

Κοίταζα τα δάκτυλα μου με απορία! Σ' αυτή την κατάσταση θα ήταν μόνο αν έσκαβα το έδαφος με τα νύχια, αλλά τέτοιο πράγμα δεν θυμόμουν.

Αφού πλύθηκα στη δημόσια βρύση του χωριού που έτρεχε ασταμάτητα, άλλαξα ρούχα, μπήκα στο τζιπ και κατευθύνθηκα στο επόμενο χωριό, όπως μου έδειχνε το GPS, τα Φωτεινά.

Η απόσταση για τα Φωτεινά ήταν ελάχιστη.

O δρόμος ήταν ανηφορικός μέσα από ένα πυκνό σκοτεινό δάσος κι όσο ανέβαινα, ο ήλιος διαπερνούσε τα φυλλώματα και το φως υπερίσχυε του σκοταδιού.

Με τον ήλιο ολόλαμπρο πλέον πέρασα την πινακίδα των Φωτεινών και σταμάτησα μπροστά σ' ένα καφενείο.

Ένας γέρος ήταν ο μόνος πελάτης που λιαζόταν έχοντας μπροστά του δύο φλιτζάνια καφέ. - Κάθισε, μου είπε και μου έδειξε τον καφέ που υπήρχε πάνω στο τραπέζι.

Κάθισα χωρίς να φέρω την παραμικρή αντίρρηση κι έπιασα το φλιτζάνι με τον καφέ.

Δοκίμασα μια γουλιά δισταχτικά κι ένιωσα την απόλυτη απόλαυση! Ήταν δυνατός και πικρός, όπως συνήθιζα να πίνω τον καφέ μου. - Τα είδες; μου είπε.

Είδες τα γκουλαγκούδια; Τον κοίταξα με απορία! Είδα έναν ηλικιωμένο, κουρασμένο, με ξεπλυμένα μάτια, που σίγουρα βασανιζόταν από καταρράκτη. - Είσαι τυχερός, ξαναείπε, δεν σε διάλεξαν! Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, συνέχισε αδιαφορώντας για την έκπληξη που έδειχνα. - Με λένε Ραφαήλ.

Γεννήθηκα στη Μόρνα το 36 κι έζησα εκεί μέχρι που φύγαμε όλοι μέσα σε μια νύχτα.

Όχι επειδή έκλεισε το εργοστάσιο, όπως λένε, ούτε για τον ήλιο που δεν βλέπαμε.

Φύγαμε εξ αιτίας τους! Τα γκουλαγκούδια μας ανάγκασαν! Εμφανίζονται από πάντα.

Σε κάθε γενιά τα βλέπανε.

Πάντα επτά.

Παιδιά δεν ήταν.

Γυναίκες ούτε.

Κάτι ενδιάμεσο, κάτι έξω απ' τον χρόνο, αλλά πάντα στον ίδιο χώρο, στη Μόρνα.

Όποιος τ' ακολουθούσε χανόταν, τον βρίσκαμε σε περίεργες καταστάσεις! Τον ένα τον βρήκαμε να μαζεύει έντομα (δεν έκανε τίποτα άλλο απ' το να μαζεύει σκαθάρια, μύγες κι όποιο άλλο έντομο έβρισκε μπροστά του.

Έναν άλλο τον βρήκαμε να πελεκάει με τον σβαρνά του (καμπυλωτός και πριονωτός σουγιάς, εργαλείο αγροτών) κομμάτια χλωρού ξύλου, κομμένα απ' το δάσος.

Σ' όλη του ζωή δεν έκανε τίποτα άλλο, παρά μόνο αυτό.

Τον άκουγα χωρίς να τον διακόπτω.

Ο γέρος πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να χρειαζόταν οξυγόνο και συνέχισε: - Κάποτε η μάνα μου, θέλοντας να με προφυλάξει, μου είπε: «Τον νου σου Ραφαήλ! Αν ποτέ τα συναντήσεις, δάγκωσε τη γλώσσα σου και μη μιλήσεις.

Μέσα απ' τις λέξεις σου μπερδεύουν το μυαλό! Τον νου σου!» Ο Ραφαήλ απέφευγε να με κοιτάξει.

Το βλέμμα του ήταν στραμμένο πέρα απ' το καφενείο, στο δάσος, λες και η εικόνα του τόπου περνούσε σε μια άλλη διάσταση, μια διάσταση πιο σκοτεινή.

Όταν μίλησε ξανά, η φωνή του ήταν βραχνή και δεν ξέρω γιατί, αλλά μου θύμισε κρώξιμο αρπακτικού πουλιού. - Ήμουν νέος, πολύ νέος, όταν φύγαμε από εκεί.

Κανείς δεν μας είπε το γιατί και τι ακριβώς συνέβαινε.

Εμείς όμως τακτικά ακούγαμε τον ήχο ελαφρών βημάτων πάνω στη σκόνη του χωριού, βήματα που όμως δεν άφηναν ίχνη.

Σαν αυτοί (αυτά) που περπατούσαν να μην είχαν βάρος, σαν να ήταν άυλα Τον κοίταζα με την σύγχυση να με τυλίγει αδυσώπητα.

Όσο μιλούσε ο γέρος, μια βαριά ατμόσφαιρα μας τύλιγε. - Κάποια βράδια, συνέχισε τον μονόλογο του ο γέρος, λίγο πριν κοιμηθούμε, άκουγα βήματα να πλησιάζουν από τη σκοτεινή πλατεία προς τη μεριά των καμένων σπιτιών.

Φαντάσματα θα είναι, σκέφτηκα.

Μα όταν κοίταξα απ' τις γρίλιες του παραθύρου, δεν είδα τίποτα! Μόνο σκοτάδι, αυτό έβλεπα. - Και μετά; τόλμησα να ρωτήσω. - Και μετά η Μόρνα απέκτησε τη σιωπή, την ίδια σιωπή που έχει και σήμερα.

Κανείς δεν μπορεί να τη σπάσει, κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά έχει συμβεί.

Δεν ήταν μόνο αυτοί που έφυγαν για να γλιτώσουν….. Η φωνή του γέρου έγινε βαριά σχεδόν απόκοσμη, ωστόσο δεν τόλμησα να τον διακόψω κι αυτός συνέχισε: - Κάποιοι (οι πιο τολμηροί) έψαξαν το σκοτάδι.

Ήθελαν να μάθουν την αλήθεια, ήθελαν να ελευθερωθούν από την κατάρα που κουβαλούσε η Μόρνα.

Αλλά κανείς τους δεν επέστρεψε, κανείς δεν γύρισε να μας πει τι είδε Στη Μόρνα το σκοτάδι δεν είναι κάτι που το βλέπεις, απλά το νιώθεις.

Συνήθως όμως όταν το νιώσεις, είναι αργά, πολύ αργά.

Τρόμαξα μ' αυτά που άκουσα και ψέλλισα: - Πώς είναι δυνατόν αυτό; Ο γέρος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του, σαν να μην ήθελε ν' απαντήσει, σαν να μην ήθελε καν να συνεχίσει τη συζήτηση.

Έμεινα εκεί ως το σούρουπο.

Κάποια στιγμή ο Ραφαήλ εξαφανίστηκε, χωρίς να το καταλάβω.

Μετά από λίγο εμφανίστηκε ο καφετζής, που ξεκλείδωσε το καφενείο.

Τότε συνειδητοποίησα ότι καθόμουν έξω από κλειστό καφενείο.

Του έπιασα κουβέντα και τον ρώτησα για τον γέρο που μου έκανε παρέα. - Για ποιόν μιλάς; με ρώτησε ξαφνιασμένος.

Για τον γέρο Ραφαήλ; Του έγνεψα καταφατικά κι αυτός συνέχισε με απορία: - Πού τον γνώρισες; Αυτός πέθανε πριν δώδεκα χρόνια Ανδρέας Μαρολαχάκης Χαράδρα 11/05/2025

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences