[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Η ΛΑΜΠΡΙΝΑ Πέμπτο μέρος Οι κατραπακιές είχαν έρθει η μία πίσω από την άλλη. Μέσα σε λίγους μήνες η Λαμπρίνα είχε χάσει σχεδόν όλα όσα θεωρούσε δεδομένα. Τους γονείς της. Το σπίτι όπως το γνώριζε. Τη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η ΛΑΜΠΡΙΝΑ Πέμπτο μέρος Οι κατραπακιές είχαν έρθει η μία πίσω από την άλλη.

Μέσα σε λίγους μήνες η Λαμπρίνα είχε χάσει σχεδόν όλα όσα θεωρούσε δεδομένα.

Τους γονείς της.

Το σπίτι όπως το γνώριζε.

Τη βεβαιότητα πως, όσο αυστηρή κι αν ήταν η ζωή της, υπήρχε κάποιος άλλος που αποφάσιζε γι’ αυτήν.

Και τώρα είχε χάσει ακόμη κι αυτό που πίστευε πως ήξερε για τη γέννησή της.

Η γυναίκα που τόσα χρόνια αποκαλούσε μητέρα δεν ήταν η βιολογική της μητέρα.

Και η πραγματική της μητέρα ζούσε.

Ο κύριος Νίκος περίμενε.

Περίμενε να τον ρωτήσει ποια ήταν.

Πού βρισκόταν.

Γιατί την είχε αφήσει. Η Λαμπρίνα δεν ρώτησε τίποτε.

Δεν ήθελε να μάθει άλλο.

Το μυαλό της είχε μπερδευτεί τόσο, που δεν χωρούσε άλλη αλήθεια.

Μέσα της υπήρχε μόνο μία σκέψη, θολή και πεισματάρα.

Δεν με ήθελαν.

Δεν ήξερε ακόμη όλη την ιστορία.

Δεν ήξερε τις αποφάσεις των μεγάλων, τα ψέματα, τις συμφωνίες και τις ενοχές τους.

Ήξερε μόνο όσα μπορούσε να καταλάβει ένα κορίτσι που μόλις είχε μάθει πως η ζωή του δεν ήταν αυτή που νόμιζε.

Ένιωθε πως είχε απορριφθεί δυο φορές από τα γεννοφάσκια της.

Μία από τη γυναίκα που τη γέννησε.

Και μία από εκείνη που τη μεγάλωσε χωρίς να την αφήσει ποτέ να πλησιάσει πραγματικά κοντά της.

Κι ας μην ήταν αυτή όλη η αλήθεια.

Ήταν η μόνη αλήθεια που μπορούσε εκείνη τη στιγμή να αντέξει.

Όταν έφτασε στο σπίτι, η Μαριάννα ήταν εκεί.

Μόλις την είδε να μπαίνει, ένα χαμόγελο έσκασε στο πρόσωπό της. — Γύρισες; Η Λαμπρίνα δεν απάντησε.

Πέρασε δίπλα της χωρίς να σηκώσει τα μάτια και ανέβηκε στην κάμαρά της.

Έκλεισε την πόρτα.

Εκεί ήταν η μοναξιά της.

Το μόνο πράγμα που είχε μάθει να αγαπά χωρίς να χρειάζεται να αποφασίζει τίποτε.

Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταξε γύρω της.

Το δωμάτιο ήταν το ίδιο.

Τα έπιπλα στην ίδια θέση.

Οι κουρτίνες μισάνοιχτες.

Τα βιβλία της στοιχισμένα πάνω στο γραφείο.

Κι όμως, όλα της φαίνονταν ξένα.

Άραγε ποιος είχε διαλέξει εκείνο το δωμάτιο για εκείνη; Ποιος είχε αγοράσει την κούνια της; Ποιος την είχε κρατήσει πρώτη φορά στην αγκαλιά του; Ποιος είχε αποφασίσει ποια γυναίκα θα αποκαλούσε μητέρα; Οι ερωτήσεις που δεν είχε κάνει στον κύριο Νίκο είχαν έρθει τώρα όλες μαζί.

Μόνο που δεν υπήρχε κανείς για να τις απαντήσει.

Ή, τουλάχιστον, έτσι πίστευε.

Η παλιά της ζωή ήταν γεμάτη από δυο μικρές λέξεις. Δεν. Μη. Μη μιλάς.

Μη ρωτάς.

Μην πλησιάζεις.

Μη δίνεις δικαιώματα.

Μη σηκώνεις τα μάτια.

Μη θέλεις πολλά.

Ήταν μια ζωή στενή.

Αλλά ήταν γνώριμη.

Τώρα κανείς δεν της έλεγε «μη». Και για πρώτη φορά αυτό δεν της φαινόταν ελευθερία.

Της φαινόταν φόβος.

Γιατί μαζί με την ελευθερία είχαν έρθει και οι ευθύνες.

Και ήταν πολλές.

Έπρεπε να τελειώσει το σχολείο.

Να καταλάβει τι συνέβαινε με το εργοστάσιο.

Να μάθει ποιους μπορούσε να εμπιστεύεται.

Να προστατέψει όσα της είχαν αφήσει.

Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, έπρεπε να ανακαλύψει ποια ήταν.

Τις επόμενες ημέρες απέφευγε τον κύριο Νίκο.

Κάθε φορά που τηλεφωνούσε, έβρισκε μια δικαιολογία.

Είχε διάβασμα.

Ήταν κουρασμένη.

Δεν ένιωθε καλά.

Εκείνος δεν την πίεζε.

Της άφηνε χρόνο.

Μόνο που ο χρόνος δεν έκανε τις ερωτήσεις λιγότερες.

Τις έκανε πιο επίμονες. Η Λαμπρίνα άρχισε να ψάχνει μέσα στις αναμνήσεις της.

Μια κουβέντα που είχε κοπεί απότομα όταν μπήκε στο δωμάτιο.

Ένα βλέμμα του πατέρα της που τότε δεν είχε καταλάβει.

Την ψυχρότητα της μητέρας της.

Τη μόνιμη απαγόρευση να πλησιάζει τον πατέρα της περισσότερο απ’ όσο εκείνη θεωρούσε σωστό.

Και τη Μαριάννα.

Πάντα τη Μαριάννα.

Τη γυναίκα που βρισκόταν στο σπίτι από τότε που θυμόταν τον εαυτό της.

Εκείνη που ήξερε πότε η Λαμπρίνα είχε πυρετό πριν ακόμη πιάσει το μέτωπό της.

Εκείνη που θυμόταν ποιο φαγητό της άρεσε και ποιο δεν μπορούσε ούτε να μυρίσει.

Εκείνη που άφηνε την πόρτα της μισάνοιχτη τα βράδια, όταν η μικρή φοβόταν τις αστραπές.

Γιατί θυμόταν όλα αυτά; Και γιατί η διαθήκη του πατέρα της εξασφάλιζε στη Μαριάννα το δικαίωμα να ζει για πάντα στο σπίτι; Η απάντηση στεκόταν κάπου μπροστά της. Η Λαμπρίνα όμως δεν ήταν ακόμη έτοιμη να την κοιτάξει.

Έτσι γύρισε στα μόνα πράγματα που μπορούσε να ελέγξει.

Στα βιβλία.

Στα μαθήματα.

Στους λογαριασμούς.

Στα έγγραφα που της έφερνε ο κύριος Νίκος.

Οι μέρες της γέμισαν.

Δεν υπήρχαν πια μόνο τα βιβλία και τα φροντιστήρια.

Υπήρχαν συμβόλαια. Συναντήσεις.

Άνθρωποι που μπαινόβγαιναν στα γραφεία.

Άνθρωποι που μιλούσαν με βεβαιότητα.

Και όλοι, αργά ή γρήγορα, γύριζαν προς εκείνη.

Περίμεναν μια απάντηση.

Μια γνώμη.

Μια απόφαση.

Στην αρχή πίστευε εύκολα όποιον της μιλούσε με σιγουριά.

Όχι γιατί ήταν ανόητη.

Επειδή έτσι είχε μάθει.

Οι μεγάλοι ήξεραν. Η Λαμπρίνα άκουγε.

Τώρα όμως οι μεγάλοι τη ρωτούσαν.

Κι εκείνη φοβόταν μήπως καταλάβουν ότι δεν ήξερε.

Ο κύριος Νίκος το είχε καταλάβει.

Γι’ αυτό δεν της έδινε πάντοτε έτοιμες λύσεις. — Εσείς τι λέτε; τον ρωτούσε.

Κι εκείνος κάποιες φορές έσπρωχνε τα χαρτιά προς το μέρος της. — Εσύ τι λες; Την εκνεύριζε αυτή η ερώτηση. — Αν ήξερα, δεν θα σας ρωτούσα. — Κι αν σου απαντάω πάντοτε εγώ, δεν θα μάθεις ποτέ.

Τον κοίταζε θυμωμένη.

Ύστερα ξανακοίταζε τα χαρτιά.

Και προσπαθούσε.

Έτσι άρχισε.

Με μικρές αποφάσεις.

Με φόβο.

Με λάθη.

Με ανθρώπους που πίστεψε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε και άλλους που φοβήθηκε χωρίς να υπάρχει λόγος.

Η κρίση της ήθελε δουλειά.

Δεν την είχε κληρονομήσει μαζί με το σπίτι, τα χρήματα και το εργοστάσιο.

Έπρεπε να μάθει να ξεχωρίζει τη συμβουλή από το συμφέρον.

Την καλοσύνη από την κολακεία.

Την προστασία από τον έλεγχο.

Και, δυσκολότερο απ’ όλα, να λέει ένα όχι χωρίς ύστερα να βασανίζεται όλη τη νύχτα μήπως έπρεπε να είχε πει ναι.

Δεν ξύπνησε μια μέρα γυναίκα.

Δεν γεννιέται κανείς ώριμος.

Η ζωή απλώς την ανάγκασε να βάλει τα πόδια της εκεί όπου μέχρι τότε φοβόταν ακόμη και να κοιτάξει.

Πρώτα πατάς στα βαλτόνερα.

Βουλιάζεις λίγο. Φοβάσαι.

Και ύστερα αρχίζεις να ψάχνεις πού υπάρχει στεριά.

Μια μέρα ο κύριος Νίκος την πήγε μαζί του στο εργοστάσιο. Η Λαμπρίνα είχε ξαναβρεθεί εκεί ως παιδί, κρατώντας το χέρι του πατέρα της.

Τότε όλα τής φαίνονταν τεράστια.

Οι φούρνοι.

Οι αποθήκες.

Τα μηχανήματα.

Οι άντρες που δούλευαν μέσα στη ζέστη.

Τώρα τα έβλεπε διαφορετικά.

Δεν ήταν πια ο χώρος όπου εργαζόταν ο πατέρας της.

Ήταν δικός της.

Η σκέψη δεν της έφερε χαρά.

Της έφερε βάρος.

Προχώρησε αργά ανάμεσα στους εργαζομένους.

Άλλοι τη χαιρετούσαν με σεβασμό.

Άλλοι την κοιτούσαν με περιέργεια.

Ίσως κάποιοι να αναρωτιούνταν τι μπορούσε να καταλάβει ένα κορίτσι δεκαεπτά χρονών από μια ολόκληρη επιχείρηση.

Το ίδιο αναρωτιόταν κι εκείνη.

Στάθηκε μπροστά σ’ έναν μεγάλο πάγκο, όπου υπήρχαν κομμάτια γυαλιού σε διαφορετικά σχήματα και χρώματα.

Πήρε ένα στα χέρια της.

Μέσα από την επιφάνειά του ο κόσμος φαινόταν αλλιώτικος. Παραμορφωμένος.

Άλλοτε μεγαλύτερος.

Άλλοτε μικρότερος.

Ανάλογα με τη γωνία που το κρατούσες. Η Λαμπρίνα το γύρισε προς το φως.

Για μια στιγμή είδε μέσα του το είδωλό της κομμένο σε μικρά, ασύνδετα κομμάτια.

Το κορίτσι που υπάκουε.

Την ορφανή κληρονόμο.

Την κόρη μιας γυναίκας που δεν γνώριζε.

Τη μαθήτρια.

Τη μελλοντική ιδιοκτήτρια.

Όλα ήταν εκεί.

Κανένα δεν ήταν ολόκληρο. — Θα μάθω; ρώτησε χωρίς να πάρει τα μάτια της από το γυαλί.

Ο κύριος Νίκος στάθηκε δίπλα της. — Αν θέλεις, θα μάθεις.

Πάλι αυτή η λέξη. Θέλεις.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν της φάνηκε τόσο ξένη. Η Λαμπρίνα άφησε προσεκτικά το γυαλί πάνω στον πάγκο.

Δεν είχε βρει ακόμη τη στεριά.

Δεν ήξερε ποια γυναίκα την είχε γεννήσει.

Δεν ήξερε γιατί την είχε αφήσει.

Δεν ήξερε ποιοι την είχαν αγαπήσει και ποιοι είχαν αποφασίσει για εκείνη στο όνομα της αγάπης.

Ήξερε όμως κάτι που μέχρι τότε δεν γνώριζε.

Όσο κι αν οι άλλοι είχαν γράψει την αρχή της ιστορίας της χωρίς να τη ρωτήσουν, το υπόλοιπο δεν είχε γραφτεί ακόμη.

Και για πρώτη φορά στη ζωή της, η Λαμπρίνα άρχισε να υποψιάζεται πως το μολύβι μπορούσε να περάσει στα δικά της χέρια. ΠΟΠΗ&GPT-5.6 Sol

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences