ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙ-ΕΛΕΝΗ (Β' ΜΕΡΟΣ) Θα ξεκινήσουμε θυμίζοντας ότι το χωριό Λιας ήδη από το 1943 ήταν γνωστό ως “μικρή Μόσχα” λόγω της αθρόας συμμετοχής του πληθυσμού του στον ΕΛΑΣ Κράτησε επάξια αυτό του...
ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙ-ΕΛΕΝΗ (Β' ΜΕΡΟΣ) Θα ξεκινήσουμε θυμίζοντας ότι το χωριό Λιας ήδη από το 1943 ήταν γνωστό ως “μικρή Μόσχα” λόγω της αθρόας συμμετοχής του πληθυσμού του στον ΕΛΑΣ Κράτησε επάξια αυτό του προσωνύμιο, καθώς μεγάλη ήταν η συμμετοχή του και στον ΔΣΕ Ωστόσο στο βιβλίο του Γκατζογιάννη αναφέρεται εκατόμβη αγνώστων νεκρών στο χωριό Λιας που εκτελούνταν αυθαιρέτως και σχεδόν καθημερινά από τη Λαϊκή Πολιτοφυλακή Ο Γκατζογιάννης μιλά για εκτελέσεις χωρικών “πίσω από τα σπίτια τους” και ομαδικούς τάφους Αναφέρει πως οι χωριανοί κατέδιδαν ο ένας τον άλλο με ασήμαντες αφορμές στην Πολιτοφυλακή και ακολουθούσαν βασανιστήρια και εκτελέσεις Γράφει: “Αν μια χωριανή κουραζόταν από τις αγγαρείες, μπορούσε να πάει στην Πολιτοφυλακή και να πει πως μια άλλη συχωριανή είχε βάλει εξεπίτηδες μια πέτρα στο πόδι του μουλαριού της και αυτό κούτσαινε Παρευθείς, η γειτόνισσα συλλαμβανόταν, ανακρινόταν και εξαφανιζόταν” Αυτό το χοντροκομμένο ψέμα έχει όπως φαίνεται “κοντά ποδάρια” για μια σειρά λόγων Καταρχήν, μιλάμε για την περίοδο που ο ΔΣΕ έχει μόλις αποκρούσει και ανατρέψει το σχέδιο “Πέργαμος” και το σχέδιο “Ιέραξ” και βρίσκεται σε επιφυλακή για τις επόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις Θεωρούμε λοιπόν μάλλον απίθανο η Λαϊκή Πολιτοφυλακή να ασχολιόταν με πέτρες και ξεπετάλωτα μουλάρια Κατά δεύτερον, σημειώνουμε την επιλεκτική αμνησία του συγγραφέα, αλλά και το γεγονός ότι κανένας μάρτυρας, κανένα δημοτολόγιο και γενικώς καμιά πηγή δεν αναφέρει έστω ένα όνομα των "δεκάδων" εκτελεσθέντων χωρικών Κατά τρίτον, όταν μεσούσης της Δικτατορίας ο Γκατζογιάννης τέλεσε την πρώτη εκδήλωση μνήμης στη μητέρα του, αλλά ως και σήμερα, κανένας ομαδικός τάφος δεν έχει βρεθεί στο χωριό Λιας Ούτε ένας από τους δεκάδες εκτελεσθέντες χωρικούς Ούτε καν σε εποχές που το καθεστώς θα έτριβε τα χέρια του με μια τέτοια ανακάλυψη Επίσης, σε απογραφή του 1941, ο πληθυσμός του χωριού ανέρχεται στους 787 κατοίκους Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι οι κάτοικοι του χωριού παρέμεναν ίδιοι σε αριθμό ως το 1948, η διενέργεια “δεκάδων εκτελέσεων” θα σήμαινε μια σημαντική ραγδαία μείωση του πληθυσμού και παράλληλα μια υποστελέχωση των δομών λαϊκής αυτοδιοίκησης που είχε οργανώσει ο ΔΣΕ και η ΠΔΚ Αυτό θα σήμαινε κάτι που ούτε στο Μεσαίωνα δεν θα ήταν λογικό: την καταστροφή του παραγωγικού ιστού της τοπικής κοινωνίας, στην οποία η “εξουσία” βασιζόταν Σε άλλο σημείο του βιβλίου του, ο Νίκος Γκατζογιάννης αναφέρεται σε μια σαρωτική νίκη του ΔΣΕ στο ύψωμα Πόβλα, κατά το οποίο αιχμαλωτίζονται 117 φαντάροι και 4 αξιωματικοί Ο ΔΣΕ, γράφει ο Γκατζογιάννης, μεταφέρει τους αιχμαλώτους στον Τσαμαντά Εκεί οι 4 αξιωματικοί δικάζονται καταδικάζονται και εκτελούνται Το παραπάνω υπήρξε πρακτική του ΔΣΕ, όχι όμως όπως περιγράφεται Το στρατοδικείο καταδίκαζε τους αξιωματικούς σε θάνατο, με την αιτιολογία της συμμετοχής τους στον κυβερνητικό στρατό Η απόφαση αναιρούνταν αν δέχονταν να υπηρετήσουν στο ΔΣΕ και με την προϋπόθεση ότι δεν εκκρεμούσαν εναντίον τους άλλες κατηγορίες Αν δεν δέχονταν την εναλλακτική αυτή, ο ΔΣΕ ζητούσε συνήθως την ανταλλαγή τους με δικούς του αξιωματικούς ή πολιτικά στελέχη και έδινε προθεσμία 5-7 ημερών για να λάβει κάποια απάντηση Ούτε μια φορά στα ιστορικά χρονικά του Εμφυλίου, το ΓΕΣ δε δέχτηκε κάποια τέτοια ανταλλαγή αιχμαλώτων Σε κάθε περίπτωση, ας περάσουμε στους 117 οπλίτες Γνωστή και καλά καταγεγραμμένη πρακτική του ΔΣΕ ήταν η παρουσίαση δύο εναλλακτικών στους αιχμάλωτους φαντάρους: είτε να πολεμήσουν με τον ΔΣΕ είτε να αφεθούν ελεύθεροι να επιστρέψουν, χωρίς τον εξοπλισμό τους και ντυμένοι με ρουχισμό πολίτη Ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι οι 117 μεταφέρθηκαν σε κάποιο νταμάρι και εκτελέστηκαν και πως τα κόκαλά τους βρέθηκαν πολλά χρόνια μετά από κάποιον βοσκό Παρόλα αυτά, η επίσημη Ιστορία Στρατού δεν αναφέρει κανένα τέτοιο περιστατικό, ούτε καν εικασίας για την εκτέλεση 117 οπλιτών μετά τη μάχη της Πόβλας Προφανώς λοιπόν οι φαντάροι αυτοί αφέθηκαν ελεύθεροι και καταγράφηκαν μετέπειτα, όταν επέστρεψαν σε περιοχές ελέγχου του κυβερνητικού στρατού Θυμίζουμε ότι στις εκδόσεις της ΔΙΣ οι νεκροί έχουν όλοι καταγραφεί και έχουν ληφθεί υπόψη τα ημερολόγια μονάδων Καθώς είναι γνωστό, το χωριό Λιας όπου ζούσε η μητέρα του συγγραφέα, βρισκόταν στην περιοχή ελέγχου του ΔΣΕ σχεδόν καθόλη τη διάρκεια του Εμφυλίου To χωριό, από το οποίο αναδείχθηκαν αξιόλογα στελέχη του ΔΣΕ, στήριξε σύσσωμα τους λαϊκούς θεσμούς εξουσίας της ΠΔΚ και συμμετείχε σε αυτούς Παρόλα αυτά, ουδείς ρεβανσισμός φαίνεται πως υπήρξε, καθώς ως την εκτέλεσή της (μοναδικό ίσως αντικειμενικό γεγονός) η Ελένη Γκατζογιάννη ζούσε κανονικά στο χωριό, χωρίς παρενοχλήσεις ή μέτρα εναντίον της Στο χωριό Λιας όπως και σε άλλες περιοχές ελέγχου του, ο ΔΣΕ οργάνωσε το δίκτυο προώθησης των παιδιών στις χώρες του σοσιαλισμού, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων το 1948 Θυμίζουμε ότι ιστορικά έχει τεκμηριωθεί και εγγραφεί στην εμπειρία του λαού που το έζησε, ότι η μεταφορά των παιδιών ήταν σαφώς προαιρετική Οι γονείς υπέγραφαν για τη μεταφορά των παιδιών τους διά μέσου των αλβανικών συνόρων, εκτός από περιπτώσεις ανήλικων παιδιών που είτε δεν είχαν γονείς, είτε οι γονείς τους βρίσκονταν αιχμάλωτοι ή κρατούμενοι κι εξόριστοι και δεν υπήρχαν άλλοι συγγενείς για να αναλάβουν την ευθύνη τους Έτσι και η Ελένη Γκατζογιάννη δεν είχε κανένα λόγο να φοβάται για τον εαυτό ή τα παιδιά της Ωστόσο, η Ελένη Γκατζογιάννη οργανώνει προσωπικά όχι μία, όχι δύο αλλά τρεις απόπειρες φυγής από το χωριό της και όχι μόνο για τη δική της οικογένεια Η προσπάθεια την πρώτη φορά ματαιώνεται, όπως και τη δεύτερη και περιλαμβάνει συνολικά 22 άτομα του χωριού Την τρίτη φορά, η φυγή πραγματοποιείται, χωρίς όμως την Ελένη και την κόρη της Γλυκερία Παρόλα αυτά, 20 άτομα καταφέρνουν να περάσουν στις κυβερνητικά ελεγχόμενες περιοχές Θυμίζουμε ότι τόσο στις περιοχές του ΔΣΕ, όσο και στις περιοχές του κυβερνητικού στρατού, η ελεύθερη μετακίνηση πολιτών απαγορευόταν αυστηρά και μπορούσε να οδηγήσει σε στρατοδικείο και σε εκτέλεση, πόσο μάλλον αν αποδεικνυόταν το στήσιμο μιας ολόκληρης επιχείρησης συνεργασίας με το αντίπαλο στρατόπεδο (ή όταν η ίδια παράβαση επιχειρούνταν... τρεις φορές) O ίδιος ο Γκατζογιάννης αναφέρει στο βιβλίο του: “Κατά το πλείστον, οι γείτονές μας μάς αποφεύγανε ή πρόδωσαν τη μάνα μου” Αλλού αναφέρει ότι η θεία του και ο πατέρας του τού είχαν πει δεκάδες φορές ότι ήταν οι συχωριανοί τους που κατάγγειλαν τη μητέρα του στο κλιμάκιο της Λαϊκής Πολιτοφυλακής Γεγονός που σημαίνει ότι στη δίκη της υπήρχαν μάρτυρες κατηγορίας, που συμμερίζονταν τον αγώνα του ΔΣΕ και είχαν αναφέρει τη δράση της Γκατζογιάννη Η υπόθεση των επιχειρήσεων φυγής ξεκινούν όταν, κατ’ ομολογία του Γκατζογιάννη, η μητέρα του έρχεται σε επαφή με τον πρώην ΕΔΕΣίτη Μηνά Στρατή, την άνοιξη του 1947 Ο Στρατής, που την ενημερώνει ότι πλέον εργάζεται στην Ασφάλεια του Στρατού και ότι έχει έρθει στο χωριό για κάποια ανάκριση, την προτρέπει να διαφύγει, καθώς ο ΔΣΕ σύντομα θα καταλάβει το μέρος Σε άλλο σημείο του βιβλίου “ΕΛΕΝΗ” μαθαίνουμε ότι τα συνθήματα για την αποχώρηση της Ελένης και των παιδιών της από το χωριό είναι δύο: Πρώτον, η φράση “τα στάχυα μεστώσανε για θέρος”, την οποία της μεταφέρει κάποια χωρική μυημένη στην επιχείρηση και μια μεγάλη φωτιά που θα ανάψει στο ύψωμα Μεγάλη Ράχη, στις θέσεις του κυβερνητικού στρατού Εδώ δημιουργείται η εξής απορία: τόσο εύκολα ένας ή μερικοί έστω πολίτες μπορούσαν να φθάσουν στις θέσεις του κυβερνητικού στρατού και να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά; Προφανώς όχι Προφανώς μόνο κατόπιν συνεννόησης με τον ίδιο τον κυβερνητικό στρατό και ασφαλώς μέσω της υπηρεσίας πληροφοριών του Το δεύτερο ερώτημα που προκύπτει είναι το ποιος ήταν ο σύνδεσμος της Ελένης Γκατζογιάννη με τον κυβερνητικό στρατό Ήταν ο Μηνάς Στρατής; Ο συγγραφέας δεν αναφέρεται ποτέ σε αυτό, όμως θεωρεί δεδομένο ότι οι αναγνώστες του θεωρούν αυτονόητο ότι σε εμπόλεμη κατάσταση, ο κυβερνητικός στρατός θα άφηνε πολίτες να περιδιαβαίνουν στις γραμμές του Εύλογα λοιπόν φθάνουμε στο συμπέρασμα ότι η Ελένη Γκατζογιάννη ήταν μέλος ενός κυκλώματος που είτε καθοδηγούνταν είτε εποπτευόταν από την Ασφάλεια Στρατού Η πράξη της συνιστούσε λοιπόν βαρύτατο αδίκημα για ένα στρατοδικείο Όχι για ένα κομμουνιστικό στρατοδικείο, αλλά για ένα οποιοδήποτε στρατοδικείο Ας μην ξεχνάμε άλλωστε τις οδηγίες για “κανέναν οίκτο” στους καπαπίτες, που έδωσε ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος, κατά την έναρξη του σχεδίου “Περιστέρα” στην Πελοπόννησο Σε οποιονδήποτε λοιπόν στρατό, οποιαδήποτε ιστορική περίοδο, η Ελένη Γκατζογιάννη θα αντιμετώπιζε το απόσπασμα Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου ΕΛΕΝΗ, ο συγγραφέας επιδίδεται με αφοσίωση στο να πείσει τον αναγνώστη για τον βασανισμό της μητέρας του Αναφέρει μάλιστα δύο είδη βασανιστηρίων που υπέστη: τη φάλαγγα και την εξάρθρωση των χεριών, με σχοινί δεμένο πίσω από την πλάτη Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ο ΔΣΕ βασάνιζε γυναίκες και μάλιστα φρικτά, το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί; Τι ήθελαν οι “δήμιοι” της Γκατζογιάννη να της αποσπάσουν, όταν όλα τα μέλη του δικτύου της φυγής είχαν συλληφθεί, συχωριανοί τους (όπως αναφέρει ο Γκατζογιάννης) είχαν αποκαλύψει το σχέδιό τους και μάλιστα η μαχήτρια του ΔΣΕ, Μηλιά Ντουμπρογιάννη (που γνώριζε το σχέδιο μέσω της μητέρας της), το αποκάλυψε στην Πολιτοφυλακή; Προφανώς λοιπόν πέραν των σαδιστικών ενστίκτων, που για τον Γκατζογιάννη είναι αυταπόδεικτα για κάθε κομμουνιστή και μαχητή του ΔΣΕ, οι “δήμιοι” της Γκατζογιάννη δεν χρειάζονταν καμιά περαιτέρω απόδειξη ή ομολογία Αργότερα, ο Γκατζογιάννης επανέρχεται στο σενάριο των “μερικών ξυλοδαρμών” που χρειάστηκαν για να “σπάσει” η μητέρα του, για να μας μιλήσει παρακάτω ξανά για φρικτά μαρτύρια και φάλαγγα Ωστόσο, από την 19η έως την 28η Αυγούστου (ημέρα σύλληψης και εκτέλεσης της Γκατζογιάννη) μεσολαβούν μόλις 9 ημέρες Διάστημα στο οποίο είναι αδύνατο για κάποιον που έχει υποστεί φάλαγγα (και μάλιστα επανειλημμένα) να κάνει μερικά βήματα, όχι να περπατήσει “σε απόκρημνο μονοπάτι για τον τόπο της εκτέλεσης” Το αναληθές του βασανισμού αποκαλύπτεται επίσης στο γεγονός ότι την ημέρα της εκτέλεσής της, η Ελένη Γκατζογιάννη “τρέχει στη μεγάλη κάμαρα του σπιτιού της, για να βάλει το εικόνισμα της Παναγίας στη θέση του”, ενώ πλήθος χωρικών τη βλέπουν να περπατά με τους άλλους μελλοθανάτους προς τον τόπο της εκτέλεσης Η σοβαρότερη μαρτυρία για το ζήτημα του βασανισμού προέρχεται από το βιβλίο του Αναστάση Τάκα και τη συνέντευξη του μαχητή του ΔΣΕ, Αριστείδη Φλιούκα, που ζούσε προφανώς ως πολιτοφύλακας στο χωριό Λιας Ο Φλιούκας αναφέρει κατηγορηματικά ότι δεν υπήρξαν βασανισμοί, λέγοντας ότι η Ελένη Γκατζογιάννη μίλησε αμέσως και τα ‘πε όλα "Η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι, από την πρώτη στιγμή και έλεγε ακόμα και πράγματα για τα οποία δεν την είχανε ρωτήσει” Via Κόκκινος Φάκελος
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους