Σήμερα έφυγε ο Σούλης Μαρκόπουλος. Και από τη στιγμή που το έμαθα, μου γύρισε στο μυαλό η πρώτη φορά που τον γνώρισα. Δεν μου γέμιζε το μάτι. Ήταν, για μένα, «ο βοηθός του Ντούσαν Ίβκοβιτς». Αυτό...
Σήμερα έφυγε ο Σούλης Μαρκόπουλος. Και από τη στιγμή που το έμαθα, μου γύρισε στο μυαλό η πρώτη φορά που τον γνώρισα.
Δεν μου γέμιζε το μάτι.
Ήταν, για μένα, «ο βοηθός του Ντούσαν Ίβκοβιτς». Αυτό ήξερα.
Δεν τον γνώριζα, δεν ήξερα τι προπονητής ήταν, δεν ήξερα τι άνθρωπος ήταν.
Και μετά άρχισε να μιλάει το παρκέ. Ο ΠΑΟΚ εκείνης της εποχής έπαιζε ένα μπάσκετ που ακόμα και σήμερα, όταν το θυμάμαι, χαμογελάω.
Μια ομάδα που δεν φοβόταν κανέναν.
Και ήρθε η Τεργέστη. Ο Μποντιρόγκα.
Και ο ΠΑΟΚ πήρε το δεύτερο ευρωπαϊκό της ιστορίας του.
Κάπου εκεί κατάλαβα ποιος ήταν.
Όχι ο «βοηθός του Ίβκοβιτς». Ο Σούλης.
Ο προπονητής που είχε φτιάξει μια ομάδα που ήθελες να βλέπεις ξανά και ξανά.
Και μετά ήρθε εκείνος ο πέμπτος τελικός. Ολυμπιακός–ΠΑΟΚ. Αθήνα.
Για εμάς τους ΠΑΟΚτσήδες, μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ.
Μια διαιτησία που τη ζήσαμε σαν σφαγή. Ο Κόκκαλης, ο Ιωαννίδης και ένας ΠΑΟΚ που ένιωθε πως εκείνο το βράδυ δεν πάλευε μόνο απέναντι στον Ολυμπιακό.
Δεν χρειάζεται να μετρήσουμε σήμερα φάσεις και σφυρίγματα.
Όποιος το έζησε, θυμάται.
Και αυτό που μένει είναι το «τι θα γινόταν αν…». Γιατί εκείνος ο ΠΑΟΚ μπορούσε να πάρει και το πρωτάθλημα.
Δεν θα μάθουμε ποτέ. Ο Σούλης, όμως, συνέχισε.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη αξία του.
Γιατί μετά ήρθαν τα πέτρινα χρόνια.
Τα χρόνια που ο ΠΑΟΚ πάλευε για να μείνει όρθιος.
Χωρίς τα χρήματα, χωρίς τις ομάδες, χωρίς τις συνθήκες που είχαμε γνωρίσει.
Και ο Σούλης έμεινε.
Κράτησε την ομάδα ζωντανή στην Α1. Όταν άλλοι θα έφευγαν, αυτός έμενε.
Όταν άλλοι θα έλεγαν «δεν γίνεται», αυτός έβρισκε έναν τρόπο να γίνει.
Και, όπως έχει ειπωθεί όλα αυτά τα χρόνια, όταν είχε την ευκαιρία να φύγει για τον Ολυμπιακό, προτίμησε να μείνει στον ΠΑΟΚ, σε μια ομάδα που πάλευε για την επιβίωσή της.
Αυτό λέει πολλά για τον άνθρωπο.
Γι’ αυτό και πάντα θα τον θεωρώ έναν από τους πιο αδικημένους προπονητές.
Έναν από τους σπουδαίους του ευρωπαϊκού μπάσκετ που δεν πήρε ποτέ την αναγνώριση που άξιζε.
Ίσως γιατί δεν φώναζε.
Δεν ζητούσε να τον κοιτάνε.
Δεν μιλούσε περισσότερο απ’ όσο δούλευε. Δούλευε.
Και αυτό έκανε σε όλη του τη ζωή.
Και τώρα φεύγει.
Αυτό είναι που πονάει περισσότερο.
Τώρα που ο ΠΑΟΚ αρχίζει ξανά να σηκώνει κεφάλι.
Τώρα που ο κόσμος ξανακάνει όνειρα.
Τώρα που αρχίζεις πάλι να λες «λες;». Λες να ξαναδούμε μεγάλες στιγμές; Λες να ξαναδούμε τον ΠΑΟΚ εκεί που τον θέλουμε; Και ακριβώς τώρα… ο Σούλης φεύγει.
Σαν να του χρωστούσε η ζωή μια τελευταία εικόνα και να μην πρόλαβε να του τη δώσει.
Να δει τον ΠΑΟΚ ξανά ψηλά.
Να χαμογελάσει και να πει: «Άξιζε τελικά όλη η προσπάθεια.» Δεν πρόλαβε.
Κι αυτό είναι το άδικο.
Αλλά δεν θέλω να θυμάμαι σήμερα τον θάνατό του.
Θέλω να θυμάμαι τη ζωή του.
Τον άνθρωπο στον πάγκο. Τον ΠΑΟΚ του ’94. Την Τεργέστη. Τον Μποντιρόγκα.
Τα δύσκολα χρόνια.
Τις φορές που έμεινε όταν μπορούσε να φύγει.
Και κυρίως θέλω να θυμάμαι τη δική μου πρώτη εντύπωση.
Δεν μου γέμιζε το μάτι.
Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, νιώθω ότι του χρωστάω μια συγγνώμη.
Γιατί τελικά ο άνθρωπος δεν κρίνεται από την πρώτη ματιά.
Κρίνεται από αυτά που αφήνει πίσω του.
Και ο Σούλης αφήνει πολλά.
Αφήνει μια ιστορία.
Αφήνει έναν ΠΑΟΚ που τον χρωστάει.
Και αφήνει ανθρώπους που, ακόμα κι αν δεν τον γνώρισαν ποτέ πραγματικά, αισθάνονται σήμερα πως έχασαν έναν δικό τους άνθρωπο. Σούλη… Καλό ταξίδι.
Και συγγνώμη που άργησα να καταλάβω ποιος ήσουν.
Ευχαριστώ για όλα. Και τώρα που ο ΠΑΟΚ ξανακοιτάζει ψηλά, θα λείπεις. Αυτό μόνο. Καλό ταξίδι, Σούλη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους