[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Η Παναγία η Δραπανιώτισσα Ιστορία, λατρεία και παράδοση Γράφει ο Διονύσης Φωκάς Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα, γνωστή στους Αργοστολιώτες κυρίως ως Παναγία η Δραπανιώτισσα, αλλά και ως Υπεραγία Θεοτόκος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Παναγία η Δραπανιώτισσα Ιστορία, λατρεία και παράδοση Γράφει ο Διονύσης Φωκάς Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα, γνωστή στους Αργοστολιώτες κυρίως ως Παναγία η Δραπανιώτισσα, αλλά και ως Υπεραγία Θεοτόκος Ελεούσα του Κύκκου, τιμάται κάθε χρόνο με ιδιαίτερη εκκλησιαστική λαμπρότητα στον Ιερό Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου Δραπάνου και του Αγίου Διονυσίου.

Η ιστορία της, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη μεγάλη γιορτή της 24ης Σεπτεμβρίου ούτε στη λιτανεία που συνδέει το Δράπανο με το Αργοστόλι, αλλά εκτείνεται σε πολλούς αιώνες και είναι στενά δεμένη με την ιστορία της πόλης, τις θρησκευτικές της παραδόσεις, τις κοινωνικές μεταβολές, τις επιδημίες, τους σεισμούς, ακόμη και με τις μορφές λαϊκής διασκέδασης που αναπτύχθηκαν γύρω από τη γιορτή.

Πολύ πριν ανεγερθεί ο σημερινός ναός, η περιοχή του Δραπάνου αποτελούσε ήδη τόπο λατρείας.

Εκεί βρισκόταν παλαιότερα η Ιερά Μονή της Παναγίας του Δραπάνου, η οποία πιθανολογείται ότι ήταν χτισμένη στον χώρο του σημερινού νεκροταφείου, προς την πλευρά της παραλίας, όπου, σύμφωνα με παλαιότερες μαρτυρίες και τοπικές παραδόσεις, είχαν βρεθεί κατά καιρούς ερείπια και ψηφιδωτά που αποδόθηκαν σε παλαιότερο ναό. Ο Ηλίας Τσιτσέλης τοποθετεί την ίδρυση της μονής πριν από το 1500, κατά την περίοδο των Τόκκων, και συνδέει την παρουσία της με τη θέση της περιοχής απέναντι από το Αργοστόλι, σε σημείο όπου μπορούσαν να προσορμίζονται πλοία. Η Παναγία του Δραπάνου φαίνεται ότι υπήρξε σημαντικό και εύπορο εκκλησιαστικό ίδρυμα, με μεγάλη κτηματική περιουσία, η οποία, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, εκτεινόταν από την Ελαφώνα και την Κρανιά έως τους Αγίους Θεοδώρους στο Φανάρι.

Στην ίδια περιοχή υπήρχε και ο παλαιός ναός του Αγίου Νικολάου, τον οποίο ο Τσιτσέλης τοποθετεί απέναντι και βόρεια από το σημερινό κοιμητήριο.

Ο ναός αυτός εμφανίζεται σε συμβολαιογραφική πράξη του 1547, οπότε και φαίνεται ότι ανοικοδομήθηκε, ενώ έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι η πρώτη οικοδόμησή του μπορεί να αναγόταν σε πολύ παλαιότερη εποχή, μεταξύ της Πρώτης και της Δεύτερης Σταυροφορίας, δηλαδή ανάμεσα στο 1096 και το 1149.

Πρόκειται, βέβαια, για μία χρονολόγηση που χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με την απαραίτητη επιφύλαξη, όμως η παρουσία τόσο της Παναγίας όσο και του Αγίου Νικολάου επιβεβαιώνει ότι η περιοχή είχε θρησκευτική σημασία πολύ πριν από τον 19ο αιώνα.

Η νεότερη ιστορία του ναού αρχίζει ουσιαστικά στις 22 Ιουλίου 1812, όταν ο Αρχιδιάκονος της Επισκοπής Κεφαλονιάς Σπυρίδων Δεφαράνας υπέβαλε στον τότε Αρχιεπίσκοπο Ιωαννίκιο Άννινο αίτημα για την ανοικοδόμηση ιερού ναού αφιερωμένου στην Υπεραγία Θεοτόκο του Κύκκου και στον Άγιο Νικόλαο στην περιοχή του Δραπάνου.

Στην ίδια την επιστολή του γίνεται σαφής αναφορά στην προγενέστερη ύπαρξη των δύο ναών, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου, οι οποίοι είχαν υποστεί σοβαρές καταστροφές από σεισμούς και από τις επανειλημμένες πλημμύρες που προκαλούσαν οι χείμαρροι της περιοχής.

Ο πρώτος είχε ουσιαστικά καταρρεύσει, ενώ από τον δεύτερο είχαν απομείνει μόνο ορισμένα ερείπια.

Μετά την εξέταση του αιτήματος, ο Αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Ιθάκης Ιωαννίκιος έδωσε την άδεια για την ανέγερση και ανανέωση του ναού στον ίδιο τόπο, επιτρέποντας να χρησιμοποιηθούν τα σωζόμενα υπολείμματα των προηγούμενων κτισμάτων.

Οι εργασίες άρχισαν χωρίς μεγάλη καθυστέρηση και σε αυτήν ακριβώς τη φάση εμφανίζεται μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της Δραπανιώτισσας, η μοναχή Κωνσταντίνα Χαλικιά, χήρα Αναστασίου Κλαδά, η οποία ουσιαστικά ανέλαβε να στηρίξει οικονομικά την προσπάθεια, διαθέτοντας για την οικοδόμηση του ναού τη χρηματική της περιουσία. Η Κωνσταντίνα Κλαδά ασκήτευε στο κελί του Αγίου Ελευθερίου στο Αργοστόλι και, στις 27 Απριλίου 1813, λίγο μετά την έναρξη των εργασιών, συνέταξε τη διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Σπυρίδωνος Καρούσου.

Με τη διαθήκη αυτή, εκτός από τα χρήματά της, άφησε στον ναό δύο εικόνες: μία πολυπρόσωπη εικόνα με τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Σπυρίδωνα, την Αγία Βαρβάρα και τον Άγιο Σάββα, καθώς και την εικόνα της Θεομήτορος Ελεούσας του Κύκκου.

Την επόμενη ημέρα, στις 28 Απριλίου 1813, η μοναχή πέθανε και, σύμφωνα με την επιθυμία της, τάφηκε στον ναό που ακόμη βρισκόταν υπό ανέγερση.

Γύρω από την εικόνα της Παναγίας αναπτύχθηκε με τον χρόνο και μία παράδοση, σύμφωνα με την οποία η Κωνσταντίνα Κλαδά την είχε φέρει από τα Κύθηρα και ειδικότερα από τη Μονή της Μυρτιδιώτισσας, όπου ενδεχομένως είχε μεταβεί ως ασκήτρια ή προσκυνήτρια.

Με την ίδια παράδοση συνδέεται και η ημερομηνία της 24ης Σεπτεμβρίου, κατά την οποία εορτάζεται η Μυρτιδιώτισσα και μνημονεύεται το θαύμα της «Ιάσεως του παραλύτου». Είτε η παράδοση αυτή μπορεί να επιβεβαιωθεί πλήρως είτε όχι, είναι φανερό ότι με την πάροδο του χρόνου η εικόνα της Ελεούσας του Κύκκου, η Παναγία του Δραπάνου και η Μυρτιδιώτισσα ταυτίστηκαν στη συνείδηση των κατοίκων και συγκρότησαν τη μορφή της Δραπανιώτισσας όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.

Η ολοκλήρωση του ναού, πάντως, δεν ήταν εύκολη υπόθεση.

Οι οικονομικές δυσκολίες οδήγησαν κάποια στιγμή στη διακοπή των εργασιών και χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια έως ότου, το 1835, η αρμόδια εκκλησιαστική αρχή ορίσει επιτροπή αποτελούμενη από τους Ιωάννη Κωστή Λοβέρδο και Νικόλαο Μιχαλίτση, με βοηθό τον Γεράσιμο Αγγελάτο, ώστε να συγκεντρωθούν νέες εισφορές και να συνεχιστεί η οικοδόμηση.

Χάρη στις οικονομικές συνεισφορές των πιστών, το έργο προχώρησε και, έναν χρόνο αργότερα, το 1836, την ημέρα του Αγίου Πνεύματος, πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του ναού.

Εκείνη η ημέρα υπήρξε καθοριστική όχι μόνο επειδή ο ναός παραδόθηκε πλέον στη λατρεία, αλλά και επειδή γεννήθηκε σχεδόν αυθόρμητα η παράδοση της λιτανείας.

Η προσέλευση του κόσμου ήταν, σύμφωνα με τις περιγραφές, πρωτόγνωρη και, στο τέλος της ακολουθίας, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιος επίσημος σχεδιασμός, οι πιστοί που βρίσκονταν κοντά στον θρόνο της Παναγίας παρέσυραν μαζί τους ιερείς και λαϊκούς και ξεκίνησαν μία πομπή, η οποία έφθασε έως την Κολόνα της Γέφυρας.

Έτσι, μέσα από μία αυθόρμητη κίνηση του πλήθους, δημιουργήθηκε μία παράδοση που επρόκειτο να σημαδέψει για σχεδόν δύο αιώνες τη θρησκευτική ζωή του Αργοστολίου.

Κατά τα επόμενα χρόνια ο ναός συνέχισε να αναπτύσσεται.

Το 1837, ύστερα από δωρεά του Μαρίνου Μεταξά και του Σπύρου Δεφαράνα, οι επίτροποι απέκτησαν το γειτονικό προς την εκκλησία γήπεδο και, με νέες εισφορές, οικοδόμησαν διώροφο κτίσμα που χρησίμευε για τη φιλοξενία προσκυνητών, για δεξιώσεις, ως ξενώνας αλλά και ως κατοικία του εφημερίου.

Ένα μπαλκόνι, το οποίο συνέδεε το κελί με την εκκλησία, επέτρεπε την πρόσβαση στον γυναικωνίτη, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1840, η τότε εκλεγμένη επιτροπή προχώρησε και στην κατασκευή του καμπαναριού.

Στην ίδια περίοδο εντάσσεται και η αγιογράφηση του ναού.

Τις εικόνες φιλοτέχνησε ο Ζακυνθινός ζωγράφος Αντώνιος Κουρκουμέλης Ρίφιος, ενώ τα ξυλόγλυπτα έργα κατασκευάστηκαν από τους αδελφούς Αντύπα, γνωστούς τεχνίτες από την Πύλαρο. Στον Κώδικα του Ιερού Ναού καταγράφεται ότι τον Νοέμβριο του 1839 ο Κουρκουμέλης χάρισε, ως μνημόσυνο των γονέων του, την εικόνα του Αγίου Διονυσίου και προσέφερε ακόμη την εικόνα της Σταύρωσης και τον μεγάλο Εσταυρωμένο, ενώ για τα υπόλοιπα έργα του αμείφθηκε από τους επιτρόπους και τους δωρητές του ναού.

Η παρουσία της εικόνας του Αγίου Διονυσίου στο τέμπλο ήδη από το 1839 σηματοδοτεί και τη σταδιακή σύνδεση του ναού με τον Άγιο, ο οποίος από τότε τιμάται μαζί με την Παναγία.

Παράλληλα με τη διαμόρφωση του ναού, συγκροτήθηκε και μία οργανωμένη συναδελφότητα.

Με βάση το βιβλίο εισφορών καταρτίστηκε κατάλογος 457 συναδελφών, οι οποίοι συμμετείχαν στη διοίκηση μέσω επιτροπής που εκλεγόταν με μυστική ψηφοφορία.

Η διοικητική μορφή του ναού άλλαξε αρκετές φορές στη διάρκεια του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα: αρχικά υπήρξε κτητορικός, στη συνέχεια, από το 1837 έως το 1868, συναδελφικός, από το 1868 έως το 1888 δημοτικός, από το 1888 έως το 1917 και πάλι συναδελφικός και στη συνέχεια ξανά δημοτικός, μέχρι τη νεότερη μεταβολή του σε Μητροπολιτικό Παρεκκλήσιο.

Η ιστορία της Δραπανιώτισσας, όμως, δεν γράφτηκε μόνο μέσα στον ναό.

Στον χώρο γύρω από την εκκλησία αναπτύχθηκε ένα από τα πιο γνωστά λαϊκά πανηγύρια του Αργοστολίου και, για πολλά χρόνια, ο θρησκευτικός εορτασμός συνυπήρχε με ένα ζωηρό κοσμικό γλέντι, στο οποίο συμμετείχαν άνθρωποι από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και ηλικίες.

Από το προηγούμενο βράδυ οργανώνονταν φαγοπότια, έρεε το κρασί, ακούγονταν μουσικές και στήνονταν χοροί, ενώ σταδιακά προστέθηκαν και τα πυροτεχνήματα, τα οποία φαίνεται ότι καθιερώθηκαν γύρω στο 1840.

Τα πυροτεχνήματα στήνονταν κατά μήκος του δρόμου μετά τα ταμπάκικα, δεξιά και αριστερά της διαδρομής προς το Δράπανο, ενώ άλλες φορές τοποθετούνταν στον παρακείμενο λόφο ή στο απέναντι πλάτωμα, ώστε να είναι ορατά ακόμη και από τα γύρω χωριά.

Στην κοντινή ράχη είχαν τοποθετηθεί επίσης δύο κανόνια, οι κανονιοβολισμοί των οποίων λειτουργούσαν ως ηχητικό σήμα για την έναρξη του πανηγυριού.

Το 1892 αγοράστηκε από την Τεργέστη νέο κανόνι, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για αρκετά χρόνια· όταν αργότερα αχρηστεύτηκε από τη συνεχή χρήση και μέχρι να επισκευαστεί, χρησιμοποιήθηκε προσωρινά το κανόνι των Προκοπάδων.

Η συνήθεια αυτή πέρασε και στον 20ό αιώνα και, όπως πληροφορούμαστε από την εφημερίδα «Εληά» του 1939, οι κανονιοβολισμοί εξακολουθούσαν τότε να δίνουν το σύνθημα για την έναρξη της λιτανείας από το Δράπανο προς το Αργοστόλι.

Η 24η Σεπτεμβρίου ήταν βέβαια η μεγάλη ημέρα της Δραπανιώτισσας, όμως ο ναός είχε και άλλες σημαντικές εορτές.

Με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια εορτάζονταν το Άγιο Πνεύμα και ο Άγιος Διονύσιος, ενώ τελετές πραγματοποιούνταν επίσης κατά τη Σταυροπροσκύνηση, τη Μεγάλη Πέμπτη, τη Μεγάλη Παρασκευή και το απόγευμα του Πάσχα.

Σε αρκετές από αυτές τις περιστάσεις προσφερόταν λαϊκό γεύμα, νηστίσιμο όταν το επέβαλλε η ημέρα, ενώ για την κάλυψη των εξόδων οι επίτροποι έβγαζαν τις παραμονές των εορτών «κασελέτα» στο Αργοστόλι, συγκεντρώνοντας τις συνεισφορές των κατοίκων.

Την ίδια εποχή η περιοχή του Δραπάνου αποκτούσε και μία ακόμη λειτουργία, η οποία σταδιακά επρόκειτο να μεταβάλει τον χαρακτήρα της.

Το 1850, τη χρονιά της χολέρας, κρίθηκε για λόγους δημόσιας υγιεινής αναγκαία η δημιουργία νεκροταφείου έξω από την πόλη του Αργοστολίου και επιλέχθηκε ο χώρος του Δραπάνου.

Οι νεκροί μεταφέρονταν τότε με καΐκια από το Αργοστόλι στον μόλο της Παναγίας, ο οποίος εξυπηρετούσε τόσο τις ανάγκες της εκκλησίας όσο και τη μεταφορά εφοδίων.

Όταν πέρασε η επιδημία, η παλιά συνήθεια των ταφών μέσα στις εκκλησίες της πόλης επανήλθε προσωρινά, ώσπου το 1871 ο δήμαρχος Κρανίων Παναγής Βινιεράτος αποφάσισε την οριστική σύσταση δημοτικού νεκροταφείου στο Δράπανο, παρά τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε η απόφαση.

Στο μεταξύ, ένα γεγονός με ιδιαίτερη σημασία για ολόκληρο το Αργοστόλι είχε συμβεί ήδη στις 22 Μαΐου 1862.

Ύστερα από αναφορά των επιτρόπων του ναού, την οποία υπέγραφε πλήθος κατοίκων, το Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων αποφάσισε να αναγνωρίσει την Υπεραγία Θεοτόκο Δραπάνου ως πολιούχο του Αργοστολίου.

Η απόφαση αυτή δεν δημιούργησε τη λατρεία της Παναγίας, η οποία ήταν ήδη ισχυρή, αλλά της έδωσε επίσημο χαρακτήρα και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη μεγάλη ετήσια γιορτή, η οποία πλέον συγκέντρωνε κόσμο από ολόκληρη την Κεφαλονιά.

Η λιτανεία, που είχε ξεκινήσει αυθόρμητα το 1836, ακολούθησε στη συνέχεια μία μακρά και όχι πάντοτε ομαλή πορεία.

Μέχρι το 1855 η εικόνα δεν επιτρεπόταν να περάσει πέρα από την Κολόνα της Γέφυρας, αλλά από εκείνη τη χρονιά δόθηκε για πρώτη φορά άδεια να μεταφερθεί μέσα στην πόλη και να παραμείνει για λίγες ημέρες στον τότε Μητροπολιτικό Ναό του Σωτήρος, μέχρι την πρώτη Κυριακή μετά την 24η Σεπτεμβρίου.

Η πρακτική αυτή διατηρήθηκε μέχρι το 1860, οπότε η εικόνα άρχισε να φιλοξενείται στον Άγιο Ελευθέριο, ενώ δύο χρόνια αργότερα μεταφέρθηκε στη Σισιώτισσα.

Από το 1863 καθιερώθηκε εκ νέου ο Σωτήρας ως ο σταθερός ναός υποδοχής, καθώς οι επιμέρους ενορίες είχαν αρχίσει να διεκδικούν την τιμή της φιλοξενίας της εικόνας και έπρεπε να δοθεί μία μόνιμη λύση.

Η ομαλή αυτή πορεία διακόπηκε απότομα το 1871.

Την ώρα που η εικόνα είχε ήδη εισέλθει στον Σωτήρα και ψαλλόταν ακόμη ο παρακλητικός κανόνας, ένα επεισόδιο στον γυναικωνίτη εξελίχθηκε σε σοβαρή αναστάτωση, με φωνές και διαμαρτυρίες, σε σημείο ώστε να διακοπεί η ιερουργία.

Ο τότε αρχιερέας Κεφαλονιάς Σπυρίδων Κοντομίχαλος διέταξε την άμεση επιστροφή της εικόνας στο Δράπανο χωρίς πομπή, μόνο με τη συνοδεία του τακτικού ιερέα, και στη συνέχεια η Ιερά Σύνοδος απαγόρευσε τη λιτάνευση.

Παρά τις λαϊκές αντιδράσεις και τις παρεμβάσεις του κλήρου, η απαγόρευση παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1896 και κάλυψε και τη θητεία των αρχιερέων Κομποθέκρα και Καλλιγά.

Το 1896 ο αρχιερέας Κεφαλονιάς Γεράσιμος Δόριζας πέτυχε την ανάκληση της απαγόρευσης και η λιτανεία επανήλθε, για να πραγματοποιηθεί την επόμενη χρονιά με ιδιαίτερη λαμπρότητα.

Ωστόσο, το 1898 νέα συνοδική απόφαση, αυτή τη φορά γενικής εφαρμογής σε ολόκληρη την επικράτεια, απαγόρευσε και πάλι τις λιτανείες, με σκοπό να περιοριστούν διάφορα άτοπα που είχαν παρατηρηθεί σε άλλες περιοχές.

Η οριστική επαναφορά ήρθε το 1901, όταν η Ιερά Σύνοδος επέτρεψε πλέον στους κατά τόπους αρχιερείς να αποφασίζουν οι ίδιοι για την πραγματοποίηση ή την απαγόρευση ανάλογων πομπών.

Από τις περιγραφές του Αγγελοδιονύση Δεμπόνου μπορούμε να σχηματίσουμε μία ιδιαίτερα ζωντανή εικόνα της γιορτής εκείνης της εποχής.

Ήδη από μία εβδομάδα πριν, οι καμπάνες του πανύψηλου καμπαναριού ηχούσαν από τα χαράματα, προετοιμάζοντας την πόλη για τη μεγάλη ημέρα, ενώ στη λιτανεία συμμετείχαν ο Μητροπολίτης, όλοι οι ιερείς του Αργοστολίου, εξαπτέρυγα από τους ναούς της πόλης, ψάλτες από όλες τις ενορίες, η Φιλαρμονική, εκπρόσωποι των αρχών, στρατιώτες της διλοχίας, ναύτες του Λιμενικού, σωματεία με τις σημαίες τους και, βέβαια, ένα τεράστιο πλήθος πιστών.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πίσω από τον θρόνο της Παναγίας ακολουθούσε ολόκληρο το Αργοστόλι.

Η λιτανεία ξεκινούσε περίπου στις πέντε ή έξι το απόγευμα από το Δράπανο, μέσα σε κωδωνοκρουσίες, κανονιοβολισμούς και πυροτεχνήματα, διέσχιζε τη Γέφυρα και εισερχόταν στους φωταγωγημένους δρόμους της πόλης, οι οποίοι είχαν καθαριστεί και στρωθεί με δαφνόφυλλα και μυρσίνες.

Στα όρια κάθε ενορίας γινόταν στάση για δέηση, οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και ο κόσμος ακολουθούσε την εικόνα σαν ένα ενιαίο ανθρώπινο ποτάμι, ώσπου περίπου στις οκτώ το βράδυ η πομπή έφθανε στον Σωτήρα.

Η ακριβής διαδρομή δεν ήταν πάντοτε η ίδια και μεταβαλλόταν από εποχή σε εποχή, όμως ο γνωστός Αργοστολιώτης Σπύρος Αντωνάτος θυμόταν ως συνηθισμένη πορεία την παραλιακή οδό, την πλατεία, τον δρόμο του Νάπιερ και τις Απανώστρατες, πριν από την τελική άφιξη στον ναό.

Η παράδοση συνέχισε να εξελίσσεται και κατά τον Μεσοπόλεμο.

Το 1928, εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών, η λιτανεία δεν μπήκε στο Αργοστόλι αλλά σταμάτησε στην Κολόνα της Γέφυρας, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια και έντονα σχόλια στον τοπικό Τύπο.

Αντίθετα, το 1929 η εφημερίδα «Παρατηρητής» περιέγραφε μία ιδιαίτερα λαμπρή υποδοχή, με τους δρόμους της πόλης στρωμένους με λουλούδια έπειτα από πρωτοβουλία του δημάρχου Κωνσταντίνου Γεράκη, ενώ οι κάτοικοι έραιναν την πομπή από τα μπαλκόνια τους και, εκτός από τη Φιλαρμονική Κεφαλληνίας, συμμετείχε και η Φιλαρμονική Λειβαθούς.

Το κοσμικό πανηγύρι, πάντως, δεν είχε την ίδια αντοχή στον χρόνο με τη λιτανεία.

Είχε δημιουργηθεί σε εποχή κατά την οποία ο γύρω χώρος δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε κοιμητήριο, και όσο περνούσαν τα χρόνια η παρουσία του γλεντιού μέσα ή δίπλα στον χώρο των νεκρών προκαλούσε ολοένα και περισσότερες αντιδράσεις. Ο Γεώργιος Μολφέτας σχολίασε επανειλημμένα και με σατιρικό τρόπο τις υπερβολές του πανηγυριού μέσα από την εφημερίδα «Ζιζάνιο», ενώ το 1902 ο Επίσκοπος Δαμασκηνός απαγόρευσε το κοσμικό γλέντι μέσα στον χώρο του κοιμητηρίου.

Από εκεί και πέρα το λαϊκό πανηγύρι άρχισε σταδιακά να χάνει τη δυναμική του και, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1940, η γιορτή της Δραπανιώτισσας είχε αποκτήσει πλέον σχεδόν αποκλειστικά θρησκευτικό χαρακτήρα.

Οι καταστροφικοί σεισμοί του Αυγούστου του 1953 άνοιξαν ακόμη ένα δύσκολο κεφάλαιο στην ιστορία του ναού, καθώς προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στο οικοδόμημα και οδήγησαν στην κατάρρευση του τμήματος όπου βρισκόταν ο γυναικωνίτης.

Μέχρι να επισκευαστεί ο ναός, κατασκευάστηκε προσωρινή ξύλινη εκκλησία, η οποία λειτούργησε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ενώ η αναστήλωση του μόνιμου κτίσματος στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε έρανο και στις οικονομικές προσφορές των κατοίκων του Αργοστολίου.

Ιδιαίτερα σημαντική μορφή αυτής της περιόδου ήταν ο πρωτοπρεσβύτερος Διονύσιος Φαμπιάτος, ο οποίος, σύμφωνα με τις πληροφορίες του επί πολλά χρόνια επιτρόπου Νικολάου Φαμπιάτου, βρισκόταν κοντά στον ναό ακόμη και στις δύσκολες ημέρες των σεισμών και δεν θέλησε να απομακρυνθεί από την εκκλησία που υπηρετούσε.

Είχε διοριστεί εφημέριος το 1935 και παρέμεινε στη θέση του μέχρι το 1995, όταν σε ηλικία 97 ετών αποχώρησε ύστερα από περίπου εξήντα χρόνια συνεχούς προσφοράς.

Έφυγε από τη ζωή το 2007 σε ηλικία 109 ετών και είχε τιμηθεί από την Ιερά Σύνοδο για την εξαιρετικά μακρόχρονη διακονία του.

Μετά τους σεισμούς καταστράφηκε και ο ναός του Σωτήρος στο Αργοστόλι, με αποτέλεσμα η παλαιά σχέση της λιτανείας με τον συγκεκριμένο ναό να τερματιστεί. Ο Σωτήρας συνενώθηκε με τον σημερινό ναό του Αγίου Σπυρίδωνα και έκτοτε εκεί μεταφέρεται η εικόνα της Δραπανιώτισσας κάθε 24 Σεπτεμβρίου.

Κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 η πομπή απέκτησε και χαρακτηριστικά που έμειναν ζωντανά στη μνήμη των παλαιότερων κατοίκων, καθώς μικρά κορίτσια συμμετείχαν ντυμένα νυφούλες ή αγγελάκια.

Η γνωστή μοδίστρα του Αργοστολίου, κυρία Φλώκα, έραβε τα φορέματά τους και, όπως θυμούνται άνθρωποι της εποχής, υπήρχε μάλιστα έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στα κορίτσια, αφού τα περισσότερα ήθελαν να φορέσουν το κοστούμι του αγγέλου.

Σήμερα, ύστερα από μία μακρά ιστορία καταστροφών, ανοικοδομήσεων, απαγορεύσεων, κοινωνικών αλλαγών και μεταμορφώσεων της ίδιας της πόλης, η γιορτή της Υπεραγίας Θεοτόκου Δραπάνου εξακολουθεί να τελείται με ιδιαίτερη εκκλησιαστική λαμπρότητα.

Η λιτανεία από το Δράπανο προς το Αργοστόλι δεν αποτελεί απλώς την επανάληψη ενός θρησκευτικού εθίμου, αλλά μία από τις πιο ανθεκτικές εκφράσεις της συλλογικής μνήμης της πόλης, καθώς μέσα στην πορεία της εικόνας συναντώνται δύο αιώνες ιστορίας, η σχέση των κατοίκων με τον τόπο τους, η θρησκευτική τους παράδοση και οι αναμνήσεις γενεών που μεγάλωσαν περιμένοντας κάθε Σεπτέμβρη να περάσει και πάλι η Δραπανιώτισσα από τους δρόμους του Αργοστολίου. Πηγές Για τη σύνθεση του κειμένου αξιοποιήθηκαν πληροφορίες από τα Κεφαλληνιακά Σύμμικτα του Ηλία Τσιτσέλη, το έργο Το Αργοστόλι Διασκεδάζει του Αγγελοδιονύση Δεμπόνου, τον Κώδικα του Ιερού Ναού Υπεραγίας Θεοτόκου Δραπάνου 1835–1927 που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Κεφαλονιάς, σχετικό υλικό του Γεωργίου Μοσχόπουλου και του Γεράσιμου Γαλανού, καθώς και προφορικές πληροφορίες του Σπύρου Αντωνάτου και του Νικολάου Φαμπιάτου. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης στοιχεία από δημοσιεύματα των εφημερίδων «Εληά», «Παρατηρητής» και «Ζιζάνιο».

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences