Επανήλθε δριμύτερος… Πιο ώριμος από ποτέ, λένε. Και κάπου εδώ αξίζει να κάνουμε μια μικρή στάση και να θυμηθούμε ποιος ακριβώς είναι ο Αλέξης Τσίπρας και τι ακριβώς συνέβη την περίοδο που βρέθηκε στο...
Επανήλθε δριμύτερος… Πιο ώριμος από ποτέ, λένε. Και κάπου εδώ αξίζει να κάνουμε μια μικρή στάση και να θυμηθούμε ποιος ακριβώς είναι ο Αλέξης Τσίπρας και τι ακριβώς συνέβη την περίοδο που βρέθηκε στο τιμόνι της χώρας.
Γιατί η πολιτική μνήμη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Ο Τσίπρας δεν έγινε πρωθυπουργός επειδή απλώς είχε ένα ωραίο χαμόγελο και ωραία συνθήματα.
Εξελέγη πάνω σε ένα τεράστιο κύμα κοινωνικής αγανάκτησης, υποσχόμενος ότι θα σκίσει τα μνημόνια, θα βάλει τέλος στη λιτότητα και θα αποκαταστήσει όσα είχαν χαθεί.
Και οι προσδοκίες ήταν τεράστιες.
Μόνο που η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ διαφορετική.
Το περίφημο «σκίζουμε τα μνημόνια» κατέληξε σε ένα ακόμη μνημόνιο.
Και μάλιστα σε μια συμφωνία που φόρτωσε νέα βάρη στη χώρα και στους πολίτες.
Τα περίφημα νταούλια, που έταζε ο Τσε παπάρας των Βαλκανίων, που θα έκαναν τις αγορές και τους Ευρωπαίους να χορεύουν δεν ακούστηκαν ποτέ.
Αντίθετα, στο τέλος του 2015 η κυβέρνηση υπέγραψε το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής.
Το μόνο που κατάφερε στο τέλος, το μόνο αρκούδι (νηστικό) που χόρεψε στους ρυθμούς των «τοκογλύφων» ήταν ο ίδιος και ο λαός Και κάπως έτσι, από το «go back, κυρία Μέρκελ» φτάσαμε στην αποδοχή των ίδιων βασικών δημοσιονομικών περιορισμών που καταγγέλλονταν προηγουμένως. Ο ΕΝΦΙΑ, που θα καταργούνταν, έμεινε.
Η μεγάλη προεκλογική υπόσχεση για κατώτατο μισθό 751 ευρώ δεν έγινε πραγματικότητα τότε.
Οι συντάξεις υπέστησαν περικοπές και το ασφαλιστικό σύστημα άλλαξε δραστικά με τον νόμο Κατρούγκαλου.
Και μαζί με όλα αυτά, οι πολίτες συνέχισαν να αντιμετωπίζουν υψηλή φορολογία, εισφορές και μια καθημερινότητα στην οποία η περίφημη «έξοδος από τα μνημόνια» δεν σήμαινε αυτομάτως και έξοδο από τις συνέπειές τους.
Κι έπειτα ήταν η περίφημη προστασία της πρώτης κατοικίας. «Κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη». Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συνθήματα εκείνης της περιόδου.
Στην πράξη, όμως, η προστασία της κατοικίας δεν εξαφανίστηκε απλώς από την πολιτική ατζέντα, ο τρόπος αντιμετώπισης των κόκκινων δανείων άλλαξε και η μεταβίβαση προβληματικών δανείων σε funds έγινε μέρος του νέου πλαισίου.
Και σήμερα οι πολίτες γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει αυτό για όσους βρίσκονται αντιμέτωποι με πλειστηριασμούς.
Το ίδιο και με τις ιδιωτικοποιήσεις.
Ένας πολιτικός χώρος που είχε χτίσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας πάνω στην καταγγελία του «ξεπουλήματος» της δημόσιας περιουσίας βρέθηκε τελικά να υλοποιεί παραχωρήσεις και ιδιωτικοποιήσεις.
Τα περιφερειακά αεροδρόμια πέρασαν στη Fraport. Ο ΟΣΕ και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ αποτέλεσαν χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντίφασης ανάμεσα στη ρητορική της προεκλογικής περιόδου και στις κυβερνητικές επιλογές.
Θα ξεχάσουμε ότι πούλησε τα τρένα όσο έκανε η μεταγραφή του Μήτρογλου; Και δεν είναι το ποσό της κάθε ιδιωτικοποίησης το μοναδικό ζήτημα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ απλούστερο.
Γιατί κάτι που παρουσιαζόταν ως απαράδεκτο όταν το έκαναν οι προηγούμενοι έγινε αποδεκτό όταν το έκανε η κυβέρνηση Τσίπρα; Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και για τα διόδια, τις υποδομές, τις συμβάσεις παραχώρησης και γενικότερα για την αντίληψη ότι η δημόσια περιουσία πρέπει να λειτουργεί τελικά μέσα στους κανόνες της αγοράς.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση. Ο Τσίπρας δεν απέτυχε επειδή δεν ήταν αρκετά καλός διαπραγματευτής.
Απέδειξε κάτι πολύ σημαντικότερο.
Ότι άλλο πράγμα είναι να καταγγέλλεις ένα σύστημα από την αντιπολίτευση και άλλο να κυβερνάς χωρίς να αμφισβητείς τους βασικούς κανόνες του.
Και αυτό δεν αφορά μόνο τον Τσίπρα.
Αφορά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Γιατί μπορεί να αλλάζει η ρητορική, να αλλάζουν τα πρόσωπα, να αλλάζουν τα κόμματα και τα συνθήματα.
Όταν όμως παραμένουν οι ίδιες βασικές οικονομικές και πολιτικές δεσμεύσεις, οι πολίτες τελικά διαπιστώνουν ότι αλλάζει ο διαχειριστής, όχι το πλαίσιο.
Αυτό εξηγεί και πολλές από τις περίφημες αντιφάσεις εκείνης της περιόδου.
Ο άνθρωπος που μιλούσε για το «παλιό πολιτικό σύστημα» κυβέρνησε μαζί με τον Πάνο Καμμένο και αξιοποίησε στελέχη που προέρχονταν από το ίδιο πολιτικό σύστημα που προηγουμένως κατακεραύνωνε.
Ο άνθρωπος που μιλούσε για αξιοκρατία βρέθηκε αντιμέτωπος με μια σειρά καταγγελιών και δημοσιευμάτων για κομματικές και προσωπικές τοποθετήσεις.
Ο άνθρωπος που μιλούσε για διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης διατήρησε τελικά πολλές από τις γνώριμες πρακτικές του ελληνικού κράτους.
Θα ξεχάσω τον σπινθηροβόλο Στρατούλη που υπόσχονταν τέτοια οικονομική ανάπτυξη, που θα μας παρακαλούσαν οι Γερμανοί να μας δανείσουν… ενώ θα δανείζαμε και τους Σαουδάραβες! Που κατήγγειλε συνεχώς τους διορισμούς ημετέρων από πλευράς των παλιών, κι αυτός προχώρησε σε διορισμούς όχι μόνο συγγενών των πρωτοκλασάτων συριζαίων, αλλά και γκόμενων, πρώην και νυν, αγαπημένων τους ράπερ, κολλητών, κ.ά. Και βέβαια υπάρχει και το ζήτημα της ασφάλειας.
Άλλο η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και άλλο η αδυναμία του κράτους να εγγυηθεί την ασφάλεια των πολιτών.
Άλλο η ανθρώπινη αντιμετώπιση προσφύγων και μεταναστών και άλλο η ανικανότητα μιας κυβέρνησης να διαχειριστεί αποτελεσματικά ένα σύνθετο ευρωπαϊκό και ανθρωπιστικό πρόβλημα.
Η κριτική λοιπόν πρέπει να στρέφεται στις πολιτικές, στις αποφάσεις, στις υποδομές και στους κρατικούς μηχανισμούς, όχι σε ανθρώπους λόγω εθνικότητας ή καταγωγής.
Το ίδιο ισχύει και για τον νόμο Παρασκευόπουλου.
Μπορεί κανείς να συζητήσει σοβαρά τις συνέπειες της αποσυμφόρησης των φυλακών, τις αλλαγές στο σύστημα ποινών και την αντιμετώπιση της υποτροπής, χωρίς να καταφεύγει σε ιστορίες τρόμου και συλλογικές ενοχοποιήσεις.
Και ασφαλώς υπάρχει η τραγωδία στο Μάτι.
Εκατό άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.
Η πολιτική ευθύνη για την ετοιμότητα, τον συντονισμό και την αντιμετώπιση μιας τέτοιας καταστροφής είναι απολύτως θεμιτό να εξετάζεται.
Δεν χρειάζεται όμως να μετατρέπεται μια τέτοια τραγωδία σε ευκαιρία για να φορτωθεί η ευθύνη στους ίδιους τους νεκρούς μιλώντας για παρανομίες δόμησης.
Το ίδιο ψύχραιμα πρέπει να αντιμετωπίζονται και τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Η Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να κριθεί πολιτικά, διπλωματικά και γεωπολιτικά.
Δεν χρειάζεται όμως ούτε εθνικιστικές κορώνες ούτε θεωρίες περί «ξεπουλήματος της ιστορίας». Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι ο Τσίπρας επέστρεψε.
Το πραγματικά ενδιαφέρον είναι ότι επιστρέφει σε ένα πολιτικό σκηνικό όπου απέναντί του βρίσκεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης και μια κυβέρνηση που επίσης έχει δώσει τη δική της εκδοχή για το πώς πρέπει να λειτουργεί η χώρα.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία.
Ο ένας μίλησε για απαλλαγή από τα μνημόνια και τελικά διαχειρίστηκε ένα νέο μνημονιακό πλαίσιο.
Ο άλλος μιλά για μεταρρυθμίσεις, ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό, την ώρα που ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ακρίβεια, στεγαστικό κόστος, προβλήματα στις δημόσιες υπηρεσίες και ανασφάλεια για το αύριο.
Ο ένας κυβέρνησε υποσχόμενος ότι θα αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού.
Ο άλλος κυβερνά υποσχόμενος ότι θα κάνει το ίδιο σύστημα πιο αποτελεσματικό.
Και οι δύο περιπτώσεις, όμως, αφήνουν ανοιχτό το βασικό ερώτημα.
Ποιος τελικά πληρώνει και ποιος τελικά κερδίζει; Γιατί ο πολίτης δεν ζει ούτε μέσα στα προεκλογικά συνθήματα ούτε μέσα στους δείκτες των παρουσιάσεων.
Ζει στον μισθό του.
Στον λογαριασμό του ρεύματος.
Στο ενοίκιό του.
Στη σύνταξή του.
Στο νοσοκομείο που θα χρειαστεί.
Στο σχολείο των παιδιών του.
Στους φόρους που πληρώνει.
Και στην ασφάλεια που περιμένει να του παρέχει το κράτος.
Γι' αυτό και η πολιτική μνήμη έχει σημασία.
Ούτε ο Τσίπρας μπορεί να εμφανίζεται ξανά σαν να ξεκινά σήμερα την πολιτική του διαδρομή, ούτε ο Μητσοτάκης μπορεί να παρουσιάζεται σαν να μην έχει ήδη κυβερνήσει.
Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να θυμούνται.
Να συγκρίνουν υποσχέσεις με αποτελέσματα.
Να εξετάζουν ποιος είπε τι και τι έκανε τελικά.
Και κυρίως να μην περιμένουν κάθε τέσσερα χρόνια έναν καινούργιο «σωτήρα». Γιατί όταν το πολιτικό σύστημα περιορίζεται στην εναλλαγή διαχειριστών, η κοινωνία μπορεί να αλλάζει κυβέρνηση χωρίς να αλλάζει πραγματικά η ζωή της.
Και αυτό, ίσως, είναι το σημαντικότερο μάθημα από την εποχή του Τσίπρα.
Όχι ότι «όλοι είναι ίδιοι». Αλλά ότι οι πολίτες οφείλουν να κρίνουν κάθε πολιτικό από τις πράξεις του και όχι από τις υποσχέσεις του.
Θέλετε κι άλλα; Θα χρειαστεί ένα βιβλίο ολόκληρο… Και όμως, αυτός ο θεομπαίχτης είναι σήμερα αρχηγός κόμματος, που βάσει των δημοσκοπήσεων είναι δεύτερο μετά από εκείνο των «αρίστων» (απατεώνων) του Κυριάκου… Αυτός ο λαός δεν έχει σωτηρία… ΤΕΛΟΣ!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους