— Να ξοδεύεις τα δικά σου χρήματα για τους δικούς σου συγγενείς, — δήλωσε ο άντρας της. Το πρωί η μητέρα του δεν έλαβε τη συνηθισμένη μεταφορά χρημάτων. — Να ξοδεύεις τα δικά σου χρήματα για τους...
— Να ξοδεύεις τα δικά σου χρήματα για τους δικούς σου συγγενείς, — δήλωσε ο άντρας της.
Το πρωί η μητέρα του δεν έλαβε τη συνηθισμένη μεταφορά χρημάτων. — Να ξοδεύεις τα δικά σου χρήματα για τους δικούς σου συγγενείς, — είπε ο Ιγκόρ ανακατεύοντας το τσάι του με το κουτάλι, χωρίς να σηκώνει τα μάτια από την κούπα. Η Μαρίνα έμεινε ακίνητη κρατώντας το τηγάνι στα χέρια της.
Η φράση ακούστηκε ξαφνικά, στη μέση ενός συνηθισμένου καθημερινού πρωινού. — Τι ακριβώς εννοείς τώρα; — Για την ανακαίνιση μιλάω.
Πάλι βάζουμε τον λογαριασμό για τα πλακάκια στην κοινή κάρτα, ενώ εγώ πιστεύω ότι ο καθένας πρέπει να πληρώνει για τους δικούς του.
Εκείνη άφησε το τηγάνι πάνω στην κουζίνα και κάθισε απέναντι από τον άντρα της. Η Μαρίνα και ο Ιγκόρ ήταν παντρεμένοι ήδη εννέα χρόνια, από τότε που εκείνη ήταν είκοσι πέντε.
Όλα αυτά τα χρόνια είχαν δημιουργήσει τη δική τους καθημερινότητα και τις δικές τους συνήθειες.
Οι υποχρεώσεις τους είχαν από καιρό μοιραστεί από μόνες τους.
Κάθε μήνα, στις τρεις του μηνός, από την προσωπική κάρτα της Μαρίνας έφευγαν έξι χιλιάδες ρούβλια για τη μητέρα του.
Αυτό συνέβαινε επί τέσσερα συνεχόμενα χρόνια, χωρίς ούτε μία παράλειψη, αθόρυβα και χωρίς ο ίδιος ο Ιγκόρ να το αντιλαμβάνεται ιδιαίτερα. — Δεν καταλαβαίνω καθόλου για τι πράγμα μιλάς, ούτε καν καταλαβαίνω τη λογική. Η συνέχεια παρουσιάζεται παρακάτω στο πρώτο σχόλιο 👇ΜΕΡΟΣ-2
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους