1774. Τρία μόλις χρόνια από το Μαρτύριο του Δασκάλου, η Επαρχία ρημαγμένη. Στον γειτονικό Αποκόρωνα κυριαρχεί ο αγάς Αληδάκης που από το Μπρόνιερο ορίζει τεράστιες εκτάσεις, ως τις παρυφές των...
1774. Τρία μόλις χρόνια από το Μαρτύριο του Δασκάλου, η Επαρχία ρημαγμένη.
Στον γειτονικό Αποκόρωνα κυριαρχεί ο αγάς Αληδάκης που από το Μπρόνιερο ορίζει τεράστιες εκτάσεις, ως τις παρυφές των Σφακιών.
Από πριν την Επανάσταση, ήταν σε προστριβή με τον θρυλικό Καλλικραθιανό ιερωμένο, Παπα-Σήφη ή Δασκαλόπαπα, Δασκαλιανό, αδερφό του Γεωργίου (Δασκαλογεωργάκη), από τα πρωτοπαλίκαρα του Δασκαλογιάννη. Ο Παπα-Σήφης αιχμαλωτίσθηκε και σφαγιάστηκε από τους Οθωμανούς, την άνοιξη του 1770.
Κι όπως αφηγείται ο Γιώργης Πάτερος, στο «Τραγούδι του Αληδάκη» (δημοσιεύθηκε στη συλλογή «Κρητικαί ρίμαι» του Βαρδίδη, το 1887) «Τρεις χρόνοι μόνο ‘πέρασαν, ‘ς τσοί τέσσερις απάνω, ‘που τά Σφακιά τά ‘ρήμαξε, τ’ ασκέρι του Σουλτάνο, που κ’ Αληδάκης ‘βάρθηκε τ’ ασκέρι ν’ αρματώση, κ’ οσ’ απομείνα Σφακιανοί νά τσ’ αποτελειώση. ‘Σ τόν Προσνερον, εις τό χωργιό κάνει τσ’ ετοιμασίες, κ’ ασκέργια γράφει διαλεχτά, πεζούς καί ατηλίδες. ψωμιά, μπαρούθια, κ’ άρματα τόν πύργον του γεμίζει, κ’ ουλημερνής τσοί Σφακιανούς, στέκει καί φοβερίζει. πως ‘ς τά Σφακιά ‘σάν τσοί χοχλιούς θά ‘βγει νά τσοί μαζώνη, ‘ς τή Σβουριχτή κ’ αν ανεβού κιανείς δέν του γλυτώνει» Οι Σφακιανοί που γνώριζαν τις προθέσεις του, άντρες και γυναίκες, στ’ Ασκύφου: «Ζιμιό απεφάσισαν κ’ αυτοί νά τόνε φοβερίσου, νά κατεβού ‘ς τόν Προσνερο νά τόνε ξεφτυλίσου.
Γιά δέν τόνε βαστούσιν πλειό,‘σάν σκύλους τσοί μπαχίζει, νά τσοί μαζών’ από παντού καί νά τσοί τριγουνίζει.
Νά μή ‘μπορού καλόβολα νά ‘βγού ‘πού τά χωριά των, καί νά προβάλου ‘ς τή κορφή, δέν είχα τήν εξιάν των, ξέγνοιους νά μήν τσ’ αφήνη μπλειό καί νύχτα μουιδέ ‘μέρα, βλέπου κ’ απού τά χέργια του δέν έχουσι γλυτέρα. καί μαντατοφορίζουνται ούλοι ν’ αρματωθούσι, καί νά μονομεργιάσουσι νά ειδούν πώς θά τό ‘βρούσι.
Νά ξανακάμουν πόλεμο ειν’ αποφασισμένοι, ‘ς τ’ Ασκύφου πρεμαζώνουνται στραθιώτες αντρειωμένοι, καί μπογαράδες καί λυγνοί, μέ τσή μακρές χερούκλες, καί μέ τά στήθια τ’ ανοιχτά, καί μέ τσή ποδαρούκλες. μέ τά μακρέ τωνε σκουλιά, μέ τσή ‘πισοκαυκάλες, τ’ αμπέθεια των τά μαλλιαρά, καί τσ’ ανοιχτές κουτάλες. καί μία τουφέκα γαργερή βαστούσιν εις τή χέρα, ‘ς τή μέσην έναν πίστολο, καί μία σκουρομαχέρα. ‘ς τή ράχην ένα σάκκουλο μέ τά χοντρά βαστάγια, καί καμωμένο ‘ξαργουτού νά βάνη δύο κριγιάργια.
Άλλοι ‘ναί καλοκαιρινοί, κ’ άλλ’ είναι γαμπαδάτοι, κ’ άλλοι μέ τσή ρασόκαρτσες, κ’ άλλοι ‘ποκαμισάτοι.
Κ’ η φορεσιά καί τ’ άρματα ‘λιγάκι καπνισμένα, καί μέ λουρί επά κ’ εκεί ραμμένα καί δεμένα.
Εσηκωθήκα καί πολλές γυναίκες κ’ ακλουθούσι, κ’ αν ‘αι καί γείνη πόλεμος καί αυταίνες νά βοηθούσι.
Κ’ ως ήσα ‘ποκαμισαρές καί μέ τσοί κουτελίτες, τσή σούφρες καί μέ τσή ποδιές καί μέ τσή πηγουνίτες.
Αφήκα σπίθια καί παιδιά, τσή ρόκες καί τ’ αρδάχθια, δίχως νά κλάψου κιαουλιάς, δίχως νά χύσου δάκρυα.
Τσ’ ανθρώπους τωνε μοναχούς δέ θέλουσι ν’ αφήσου, μήν πάσιν εις τόν πόλεμο νά μή ξαναγυρίσου.» Στον πύργο του ο Αληδάκης, «Άκουσε τσι πυροβολές και τρέχει στον οντά του, ντύνεται κ’ ορδινιάζεται, και βάνει τ’ άρματά του.
Κι είχε και μια διακοσαρέ αράπηδες κι αγάδες, τω Σφακιανώ εφώνιαξε: «Ήρθετε κερατάδες; Θα σας εδείξω ‘γώ μωρέ, πως πολεμούν οι γιάντρες, που δε το καταδέχουνται να κάνουσι μποσκάδες.
Λέει του κι ο Μανούσακας με τη χοντρή φωνάρα, και με τη ‘ποκαμίσαν του και την πλατέ ζωνάρα: «Εδά θα δεις μωρέ μπουρμά, με ποιούς θα πολεμήσεις, που χαζιρεύγου’ και καλά, έναν να μην αφήσεις.
Νταγιάντισε τον πόλεμο σαν είσαι παληκάρι, κι ο δαίμονας το ‘λόγιασε σήμερο να σε πάρει». Ο δυνάστης θανατώθηκε μαχόμενος κι ο πύργος του λεηλατήθηκε.
Η επέτειος της καταστροφής του Αληδάκη από τους αδούλωτους Σφακιανούς, γιορτάζεται από τον Δήμο Σφακίων, κάθε χρόνο, τέτοια εποχή. Φέτο, την ερχόμενη Κυριακή! @ακόλουθοι
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους