«Μαρία… συγγνώμη που στο λέω έτσι, αλλά τον Γιάννη τον είδα προχθές στα Πατήσια. Δεν ήταν μόνος του.» Το είπε η κυρία Ευγενία χαμηλόφωνα, σχεδόν σαν να ντρεπόταν για λογαριασμό μου. Στεκόμασταν στην...
«Μαρία… συγγνώμη που στο λέω έτσι, αλλά τον Γιάννη τον είδα προχθές στα Πατήσια.
Δεν ήταν μόνος του.» Το είπε η κυρία Ευγενία χαμηλόφωνα, σχεδόν σαν να ντρεπόταν για λογαριασμό μου.
Στεκόμασταν στην είσοδο της πολυκατοικίας με τις σακούλες από το σούπερ μάρκετ στα χέρια, κι εγώ στην αρχή γέλασα.
Εκείνο το χαζό, άδειο γέλιο που βγαίνει όταν το μυαλό αρνείται να καταλάβει. «Κάποιο λάθος θα έγινε», της είπα. «Ο Γιάννης δουλεύει όλη μέρα.» Με κοίταξε περίεργα.
Όχι κουτσομπολίστικα.
Σαν γυναίκα που έχει ζήσει και ξέρει. «Μακάρι να κάνω λάθος, κορίτσι μου.
Αλλά τον είδα δυο φορές.» Από εκείνη τη στιγμή άρχισα να παγώνω από μέσα.
Όχι να θυμώνω.
Να παγώνω.
Γύρισα σπίτι, άφησα τα ψώνια στον πάγκο και έμεινα να κοιτάζω το ψυγείο χωρίς να βλέπω τίποτα.
Το βράδυ, όταν μπήκε ο Γιάννης, κουρασμένος δήθεν, με το κινητό στο χέρι και την κλασική του φράση «τι φαγητό έχουμε;», δεν άντεξα. «Πού ήσουν προχθές το απόγευμα;» Σήκωσε τα μάτια του απότομα. «Στη δουλειά.
Γιατί;» «Σε είδαν στα Πατήσια με μια γυναίκα.» Γέλασε ξερά.
Μου έκανε εντύπωση πόσο γρήγορα γέλασε. «Ποιος σε φούντωσε πάλι; Η Ευγενία; Η Ευγενία βλέπει σίριαλ και νομίζει ότι όλοι απατάνε όλους.» «Άρα δεν ήσουν;» «Όχι, Μαρία.
Και να ήμουν, τι δηλαδή; Δεν μπορώ να μιλήσω με άνθρωπο;» Να το. Μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα πέρασε από το “δεν ήμουν” στο “και να ήμουν”. Το κατάλαβα.
Το ένιωσα στο στομάχι μου σαν πέτρα.
Αλλά πιάστηκα από την ανάγκη μου να μη διαλυθούν όλα.
Τις επόμενες μέρες έγινε άλλος άνθρωπος.
Κρατούσε το κινητό ανάποδα.
Το έπαιρνε και στο μπάνιο.
Έλεγε ότι έχει πίεση στη δουλειά, ότι είναι κουρασμένος, ότι εγώ έχω γίνει καχύποπτη.
Μια νύχτα, όταν του είπα ήρεμα «πες μου την αλήθεια και θα τη διαχειριστώ», χτύπησε το χέρι στο τραπέζι. «Έχεις αρρωστήσει με τη ζήλια σου!» Ο γιος μας, ο Δημήτρης, πετάχτηκε από το δωμάτιό του τρομαγμένος. «Μαμά;» Εκεί λύγισα λίγο.
Όχι μπροστά στον Γιάννη.
Μπροστά στο παιδί.
Γιατί κατάλαβα ότι το ψέμα είχε ήδη μπει στο σπίτι μας και περπατούσε ανάμεσα στα πιάτα, στα ρούχα, στις Κυριακές μας.
Άρχισα να παρατηρώ μικρά πράγματα.
Καινούριο πουκάμισο χωρίς να μου το έχει πει.
Άρωμα που δεν φορούσε ποτέ.
Μηνύματα που έσβηνε.
Μια φορά ξύπνησα στις τρεις και δεν ήταν δίπλα μου.
Τον βρήκα στο μπαλκόνι να ψιθυρίζει στο τηλέφωνο. «Με ποιον μιλάς;» Έκλεισε αμέσως. «Με τον Στέλιο από τη δουλειά.» «Στις τρεις το πρωί;» «Έχουμε ένα πρόβλημα με μια παραγγελία.
Κοιμήσου, σε παρακαλώ.» Το “σε παρακαλώ” δεν ήταν τρυφερό.
Ήταν απειλή να μην ψάξω άλλο.
Δεν είμαι περήφανη για όσα έκανα μετά.
Έψαξα αποδείξεις, τσέπες, κινήσεις λογαριασμού.
Ένιωθα να γίνομαι κάποια που δεν αναγνώριζα.
Αλλά όταν ζεις με την αμφιβολία, ή τρελαίνεσαι ή ψάχνεις.
Και μετά ήρθε εκείνο το απόγευμα.
Μου είχε πει ότι θα πήγαινε για δουλειά στο Περιστέρι.
Κάτι μέσα μου, δεν ξέρω τι, με έσπρωξε να πάρω το λεωφορείο και να κατέβω στα Πατήσια.
Περπάτησα δύο τετράγωνα σαν χαμένη.
Και τον είδα.
Καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο, παρκαρισμένος λίγο πιο κάτω από μια καφετέρια.
Δεν ήταν μόνος.
Μια γυναίκα με σκούρα μαλλιά ήταν στη θέση του συνοδηγού. Γελούσε.
Εκείνος της έπιανε το χέρι όπως κάποτε έπιανε το δικό μου στα πρώτα μας χρόνια.
Μετά έσκυψε και τη φίλησε.
Δεν θυμάμαι πώς έφτασα δίπλα τους.
Θυμάμαι μόνο το χτύπημα που έκανα στο τζάμι. Δυνατά.
Μία, δύο φορές. Ο Γιάννης πετάχτηκε σαν να τον έπιασαν να κλέβει.
Κατέβηκε βιαστικά. «Μαρία, άκου—» «Μη με ακουμπάς.» Η γυναίκα μέσα στο αμάξι είχε χλομιάσει.
Κατέβασε τα μάτια.
Εκείνη τη στιγμή δεν θύμωσα μαζί της όσο νόμιζα ότι θα θύμωνα.
Όλη μου η οργή ήταν για τον άντρα που με κοίταζε κάθε μέρα στα μάτια και μου έλεγε ότι φαντάζομαι πράγματα. «Πόσο καιρό;» του είπα.
Δεν απάντησε αμέσως.
Αυτό ήταν η απάντηση. «Πόσο καιρό, Γιάννη;» «Μήνες.» Το είπε σιγά.
Σαν να έλεγε τον καιρό. «Και με έβγαζες τρελή;» «Δεν ήξερα πώς να στο πω.» Γέλασα.
Αυτή τη φορά όχι από αμηχανία.
Από απόγνωση. «Δεν ήξερες; Ή βολεύτηκες; Σπίτι, φαγητό, παιδί, κι απ’ έξω η καινούρια σου ζωή;» Τότε το είπε.
Εκεί, στο πεζοδρόμιο, με κόσμο να περνάει δίπλα μας και να ρίχνει κλεφτές ματιές. «Δεν είμαι καλά εδώ και πολύ καιρό, Μαρία.
Είμαι δυστυχισμένος.
Με την Ελένη… βρήκα κάτι άλλο.» Με την Ελένη.
Ξαφνικά η γυναίκα απέκτησε όνομα, και το όνομα αυτό μου έσκισε το στήθος.
Όχι γιατί έφταιγε μόνο εκείνη.
Αλλά γιατί κατάλαβα ότι αυτή η ιστορία είχε χτιστεί, είχε ρίζες, είχε συνήθεια.
Γύρισα σπίτι πριν από αυτόν.
Έκλαιγα στο λεωφορείο και προσπαθούσα να μη με κοιτάνε.
Μπήκα μέσα, έπλυνα το πρόσωπό μου, κάθισα πέντε λεπτά στην άκρη του κρεβατιού και μετά σηκώθηκα.
Άνοιξα την ντουλάπα του.
Έβγαλα μια μεγάλη βαλίτσα.
Έβαλα μέσα ρούχα, εσώρουχα, ξυριστικά, ό,τι έβρισκα μπροστά μου.
Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο που μου έπεφταν κάτω.
Όταν μπήκε, η βαλίτσα ήταν δίπλα στην πόρτα. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε, ενώ ήξερε. «Είναι τα πράγματά σου.
Θα φύγεις.» «Μαρία, να το συζητήσουμε σαν άνθρωποι.» «Σαν άνθρωποι σου μιλούσα τόσες μέρες και μου έλεγες ότι ζηλεύω.
Τώρα θα το κάνουμε αλλιώς.
Θα φύγεις.» Έκανε δύο βήματα προς το σαλόνι.
Σαν να του ανήκε ακόμη ο χώρος.
Σαν να μπορούσε να πάρει χρόνο. «Και ο Δημήτρης;» «Τον Δημήτρη έπρεπε να τον σκεφτείς πριν με κάνεις να φαίνομαι τρελή μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.» Σιώπησε.
Αυτό το βράδυ, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, τον είδα μικρό.
Όχι γιατί τον λυπήθηκα.
Αλλά γιατί έπεσε όλο το ψέμα από πάνω του και έμεινε γυμνός.
Πήρε τη βαλίτσα.
Στάθηκε στην πόρτα.
Περίμενε ίσως να λυγίσω, να του πω “μείνε, να το παλέψουμε”. Δεν το είπα. «Λυπάμαι», ψιθύρισε. «Κι εγώ», του απάντησα. «Αλλά όχι για τον γάμο.
Για τα χρόνια που με έκανες να αμφιβάλλω για το ένστικτό μου.» Έφυγε και το σπίτι βούιζε από τη σιωπή.
Κάθισα στην κουζίνα μόνη, με το φως του απορροφητήρα αναμμένο, και κατάλαβα ότι ο χωρισμός δεν αρχίζει όταν φεύγει ο άλλος.
Αρχίζει όταν σταματάς να λες ψέματα στον εαυτό σου.
Πονάω ακόμα, δεν θα το παίξω δυνατή.
Αλλά προτίμησα την αλήθεια που καίει από έναν γάμο που βρόμαγε ψέμα.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Συγχωρείται ποτέ μια τέτοια προδοσία, ή άμα σπάσει κάτι έτσι, δεν ξανακολλάει με τίποτα;
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους