«Μαμά, δεν αντέχω άλλο. Θέλω βοήθεια, όχι κήρυγμα.» Το είπα σχεδόν φωνάζοντας, με το ακουστικό σφιγμένο στο χέρι και τη γιαγιά μου να χτυπάει με το κουτάλι το ποτήρι από την κουζίνα, γιατί πέντε...
«Μαμά, δεν αντέχω άλλο. Θέλω βοήθεια, όχι κήρυγμα.» Το είπα σχεδόν φωνάζοντας, με το ακουστικό σφιγμένο στο χέρι και τη γιαγιά μου να χτυπάει με το κουτάλι το ποτήρι από την κουζίνα, γιατί πέντε λεπτά πριν της είχα δώσει τα χάπια και το είχε ήδη ξεχάσει.
Η μητέρα μου δεν μάσησε καν. «Βοήθεια; Αφού πήρες το σπίτι, Ειρήνη, τώρα είναι δική σου ευθύνη.
Εγώ έκανα τα χρόνια μου.
Εσύ θα τα κάνεις τώρα.» Έμεινα να κοιτάζω τον τοίχο του παλιού σαλονιού, εκείνον με το κιτρινισμένο σημάδι από το κάδρο που είχε κάποτε τον γάμο της γιαγιάς με τον παππού.
Ένιωσα σαν να μου έριξαν παγωμένο νερό στην πλάτη.
Το διαμέρισμα είναι στα Πατήσια.
Τρίτος όροφος χωρίς καλή μόνωση, με παλιά μωσαϊκά και ντουλάπια που τρίζουν.
Όταν έγινε η μεταβίβαση, όλοι είπαν τα ίδια. «Τυχερή είσαι.» «Στην Αθήνα πήρες σπίτι, ξέρεις τι σημαίνει αυτό;» Ναι, ήξερα. Σημαίνει ΕΝΦΙΑ, λογαριασμοί, σπασμένοι σωλήνες, φάρμακα, πάνες ενηλίκων, νοσοκομεία, ταξί για εξετάσεις γιατί η γιαγιά δεν μπορεί πια να ανέβει εύκολα σε λεωφορείο, και ξενύχτια με το αυτί τεντωμένο μήπως πέσει μέσα στο μπάνιο.
Η γιαγιά μου, η Χρυσούλα, δεν ήταν πάντα έτσι.
Ήταν γυναίκα σκληρή.
Από αυτές που καθάριζαν φασολάκια στην αυλή και ταυτόχρονα έβαζαν όλη τη γειτονιά σε τάξη με ένα βλέμμα.
Όταν ήμουν μικρή, με έπαιρνε από το σχολείο, μου έφτιαχνε σπανακόρυζο και μου έλεγε «να μη φοβάσαι κανέναν». Τώρα με κοιτάζει καμιά φορά και με ρωτάει ψιθυριστά: «Η Ειρήνη πού είναι;» Και κάθε φορά κάτι σπάει μέσα μου.
Δουλεύω εξ αποστάσεως για μια μικρή εταιρεία.
Υποτίθεται οκτάωρο.
Στην πραγματικότητα, απαντάω σε μέιλ με το ένα χέρι και με το άλλο κρατάω τη γιαγιά να μη γλιστρήσει.
Έχω βγει από σύσκεψη για να της αλλάξω ρούχα.
Έχω κλείσει κάμερα για να κλάψω σιωπηλά στην κουζίνα.
Έχω πει ψέματα ότι «έπεσε το ίντερνετ», ενώ απλώς είχε κρίση σύγχυσης και ούρλιαζε ότι της έκλεψαν την αλυσίδα, την ίδια αλυσίδα που είχε βάλει η ίδια στο κουτί με τις κλωστές.
Μια μέρα, μετά από τρεις ώρες αναμονή στον Ευαγγελισμό, με τη γιαγιά εξαντλημένη και εμένα να μην έχω φάει τίποτα από το πρωί, πήρα πάλι τη μάνα μου. «Σε παρακαλώ, έλα έστω αύριο.
Να κοιμηθώ δυο ώρες.
Να κάνω ένα μπάνιο χωρίς να φοβάμαι ότι θα τη βρω κάτω.» Σιωπή.
Και μετά εκείνο το ξερό, το απάνθρωπο σχεδόν: «Μην κάνεις σαν μάρτυρας.
Όταν εγώ έτρεχα με τη δική μου μάνα και τον πατέρα σου άνεργο, δεν είχα κανέναν.» «Ναι, αλλά εγώ δεν σου λέω να τα κάνεις όλα.
Σου λέω να είσαι εδώ.
Μια φορά.
Μία.» «Εγώ τελείωσα, Ειρήνη.
Και κάτι ακόμα.
Μην ξεχνάς ποια θα μείνει με το σπίτι στο τέλος.» Το έκλεισα.
Αν συνέχιζα, θα έλεγα πράγματα που δεν θα γύριζαν πίσω.
Το χειρότερο δεν είναι η κούραση.
Είναι η ενοχή που μπερδεύεται με τον θυμό.
Γιατί αγαπάω τη γιαγιά μου. Αληθινά.
Όταν της βάζω κρέμα στα χέρια και ηρεμεί, όταν αποκοιμιέται στην πολυθρόνα με την τηλεόραση ανοιχτή χαμηλά, όταν ξυπνάει για λίγα λεπτά καθαρή και μου λέει «κορίτσι μου, έχεις αδυνατίσει», θέλω να μείνω δίπλα της όσο χρειαστεί.
Αλλά μετά έρχονται οι άλλες στιγμές.
Όταν μου πετάει το πιάτο γιατί δεν αναγνωρίζει το φαγητό.
Όταν με λέει «ξένη». Όταν ψάχνω χρήματα για φυσικοθεραπεία και η τράπεζα μου στέλνει ειδοποίηση ότι ο λογαριασμός σχεδόν άδειασε.
Όταν ακούω συγγενείς που δεν έχουν πατήσει ούτε για δέκα λεπτά να ψιθυρίζουν: «Ε, καλά, πήρε και το σπίτι, ας μην παραπονιέται.» Να μην παραπονιέμαι; Σοβαρά; Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που υπογράψαμε τα χαρτιά.
Η μητέρα μου είχε εκείνο το σφιγμένο χαμόγελο που ξέρεις ότι δεν είναι χαμόγελο.
Στην επιστροφή, μέσα στο αμάξι, είπε χωρίς να με κοιτάξει: 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους