«Μαμά, πρέπει κάποια στιγμή να ξεκαθαρίσουμε τι θα γίνει με το σπίτι στο Περιστέρι». Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μου είπε η Άννα στο τηλέφωνο, ούτε καλησπέρα, ούτε «πώς είσαι;». Κρατούσα το ποτήρι...
«Μαμά, πρέπει κάποια στιγμή να ξεκαθαρίσουμε τι θα γίνει με το σπίτι στο Περιστέρι». Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μου είπε η Άννα στο τηλέφωνο, ούτε καλησπέρα, ούτε «πώς είσαι;». Κρατούσα το ποτήρι με το νερό και για μια στιγμή νόμιζα πως μου κόπηκε η ανάσα.
Έξω άκουγα το τρόλεϊ να περνάει από τη λεωφόρο, μέσα το ρολόι της κουζίνας χτυπούσε δυνατά, λες και ήθελε να μου θυμίσει πόσο άδεια είχε γίνει η ζωή μου. «Καλά είμαι, παιδί μου», της είπα χαμηλά. «Εσύ;» Έκανε ένα μικρό ξεφύσημα. «Ναι, καλά... απλώς πρέπει να τα βάλουμε σε μια σειρά.
Και ο Στέλιος το ίδιο λέει.
Να ξέρουμε τι γίνεται». Να ξέρουμε τι γίνεται.
Σαν να ήμουν φάκελος σε συρτάρι.
Σαν να μην ήμουν η μάνα τους.
Ο άντρας μου έφυγε όταν ο μικρός, ο Μανώλης, ήταν έξι χρονών.
Ένα πρωί ντύθηκε, πήρε μια τσάντα και είπε μόνο: «Δεν αντέχω άλλο». Ούτε γύρισε να κοιτάξει.
Έμεινα στην πόρτα με την ποδιά, τα χέρια γεμάτα σαπουνάδες, και τρία παιδιά να με κοιτάνε λες και εγώ έπρεπε να έχω όλες τις απαντήσεις.
Δεν είχα καμία.
Δούλεψα όπου βρήκα.
Καθαρίστρια σε πολυκατοικίες στο Παγκράτι, λάντζα σε ένα ψητοπωλείο στην Κυψέλη, μετά σε ραφτάδικο στου Ζωγράφου.
Κοιμόμουν τέσσερις ώρες.
Έτρωγα ό,τι περίσσευε.
Για χρόνια δεν αγόρασα ούτε ένα φόρεμα για μένα, μόνο για τα παιδιά.
Θυμάμαι να μετράω κέρματα στο τραπέζι για το φροντιστήριο του Στέλιου και να λέω ψέματα πως δεν πεινάω, για να φάνε εκείνα λίγο παραπάνω.
Δεν παραπονέθηκα.
Όχι μπροστά τους τουλάχιστον. Η Άννα ήταν η ήσυχη. Ο Στέλιος νευρικός, κλειστός. Ο Μανώλης όλο αγκαλιές όταν ήταν μικρός. «Εγώ, μαμά, δεν θα σε αφήσω ποτέ», μου έλεγε.
Παιδί ήταν.
Τι να ήξερε.
Τα χρόνια πέρασαν σαν να τα έσπρωχνε κάποιος από πίσω.
Σπουδές, στρατός, γάμοι, εγγόνια.
Εγώ πάντα εκεί, να βοηθάω.
Να κρατάω παιδιά, να μαγειρεύω ταπεράκια, να δανείζω από τη μικρή μου σύνταξη όταν «σφίξανε τα πράγματα». Και ναι, σφίξανε, το ξέρω.
Σε όλους.
Αλλά άλλο η ανάγκη και άλλο να σε θυμούνται μόνο όταν χρειάζονται κάτι.
Τώρα μένω μόνη σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια.
Δεύτερος όροφος χωρίς πολλή θέα, μόνο μπαλκόνια απέναντι και μια κυρία που τινάζει κάθε πρωί χαλιά.
Έχω μάθει τους ήχους της γειτονιάς απ’ έξω.
Το φούρνο που ανοίγει στις έξι.
Τα παιδιά που φεύγουν για το σχολείο.
Το ασανσέρ που κολλάει στον τρίτο.
Και τη σιωπή μετά τις εννιά το βράδυ, αυτή τη βαριά σιωπή που πέφτει πάνω μου σαν κουβέρτα βρεγμένη.
Με παίρνουν τηλέφωνο πότε πότε.
Κυρίως γιορτές. Πάσχα, Χριστούγεννα, καμιά ονομαστική εορτή. «Τι κάνεις, μαμά; Πήρες τα φάρμακά σου;» Και πριν προλάβω να απαντήσω κανονικά: «Εκείνο το σπίτι τελικά είναι μόνο στο όνομά σου ή έχει μείνει κάτι από τον πατέρα;» Την πρώτη φορά πάγωσα.
Τη δεύτερη το κατάλαβα.
Την τρίτη δεν είχα πια αμφιβολία.
Πριν από δύο μήνες έπεσα στο μπάνιο.
Τίποτα σοβαρό, δόξα τω Θεώ, αλλά έμεινα κάτω κάνα δεκάλεπτο μέχρι να πιαστώ από το καλοριφέρ και να σηκωθώ.
Το γόνατό μου πρήστηκε, το χέρι μου μελάνιασε.
Πήρα την Άννα. «Μαμά, είμαι στη δουλειά, δεν μπορώ τώρα.
Πάρε τον Στέλιο». Πήρα τον Στέλιο. «Έχω σύσκεψη.
Αν είναι τόσο επείγον, κάλεσε ένα ταξί να πας σε εφημερεύον». Ο Μανώλης δεν το σήκωνε.
Εκείνο το βράδυ ήρθε μόνο η γειτόνισσα, η κυρία Ελένη, με μια σακούλα πάγο και μια σπανακόπιτα που είχε φτιάξει.
Κάθισε δίπλα μου στον καναπέ και δεν είπε πολλά.
Μόνο μου χάιδεψε το χέρι.
Κι εγώ εκεί λύγισα.
Όχι από τον πόνο.
Από το άδειασμα. Την Κυριακή που μας πέρασε ήρθαν και οι τρεις μαζί.
Αυτό από μόνο του μου φάνηκε περίεργο.
Έβαλα καφέ, έκοψα κουλουράκια, έστρωσα το τραπεζομάντιλο το καλό.
Για μια χαζή στιγμή χάρηκα. Είπα, να, ίσως τους έλειψα. Δεν τους είχα λείψει. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους