[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Θα 'ταν παράλειψη μεγάλη να μη φωτίσω τη μνήμη, σήμερα, με τη μορφή και το λόγο της απαράμιλλης Διδώς Σωτηρίου, που έφυγε απ' τη ζωή στις 23 Σεπτέμβρη στα 2004. Απόσπασμα απ' το συγκλονιστικό...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Θα 'ταν παράλειψη μεγάλη να μη φωτίσω τη μνήμη, σήμερα, με τη μορφή και το λόγο της απαράμιλλης Διδώς Σωτηρίου, που έφυγε απ' τη ζωή στις 23 Σεπτέμβρη στα 2004.

Απόσπασμα απ' το συγκλονιστικό μυθιστόρημά της, "Οι νεκροί περιμένουν¨". Ο ΠΡΩΤΟΣ παγκόσμιος πόλεμος δεν είχε επηρεάσει πάρα πολύ τον τρόπο της ζωής στο Αϊντίνι.

Οι δουλειές κλείναν κάπως δυσκολότερα από πριν, μα όσοι πλούσιοι τα κατάφερναν νάχουν ένα μπέη προστάτη ή συνέταιρο θησαύριζαν κι απόφευγαν τις επιτάξεις, το στρατιωτικό και τους διωγμούς.

Ένας παρδαλός κόσμος ανακατευόταν κι ερχόταν σε κάθε λογής συναλλαγές με τη μεγαλύτερη ευκολία.

Ρωμιοί εμπορευόμενοι και χωριάτες με μαύρες βράκες και χρωματιστά τουζλούκια στις γάμπες.

Αρμένηδες με φέσια, φοβισμένοι απ’ τους διωγμούς, μα καπάτσοι.

Εβραίοι με άσπρες γκελεμπίες, που συναγωνίζονταν σε πονηριά τους Λεβαντίνους.

Ιταλιάνοι ξεπεσμένοι και Γερμανοί που αναζητούσαν ζωτικό χώρο. Αγαθοί Τούρκοι χωρικοί που αγόραζαν και πουλούσαν καθισμένοι σταυροπόδι στα μπεζεστένια, με τον απαραίτητο ναργιλέ πλάι τους, λες και τους απασχολούσε περισσότερο αυτός με το ραχάτι του, παρά οι πονηριές του εμπορίου . —Ζαράρ γιοκ, εφέντιμ!… Οι διωγμοί του ελληνικού στοιχείου, που τους έζησαν τόσο δραματικά άλλα μέρη της Μικρασίας, εδώ δεν είχαν πάρει μεγάλη έκταση.

Στο σπίτι συζητούσαν όλη ώρα για τις σχέσεις των ραγιάδων με τους Τούρκους.

Ο γείτονάς μας, ο Κωστάκι’ – εφέντης, που ήταν διορισμένος στα τούρκικα δικαστήρια, υποστήριζε πως μ’ ένα φέσι κι ένα καλό μπαξίσι τον ξεγελάς σίγουρα τον Τούρκο και του παίρνεις το έχει του: —Κι αν του προσφέρεις και κανένα ουζάκι με λίγη φιλία για μεζέ, του παίρνεις και την καρδιά του. —Κακά τα ψέματα, τον έκοβε ο θείος Γιάγκος.

Λίγα μας τρώνε οι μπέηδες, ως κι αυτοί οι τσαούσηδες κι οι ομπασήδες, για να γλυτώσουμε το στρατιωτικό και να μη μας στέλνουν στο σπάσιμο της πέτρας; Κι ύστερα τις επιτάξεις που τις βάζεις; Ο Κωστάκι’ – εφέντης επέμενε στην άποψή του: —Έχεις παράπονο κι εσύ, μωρέ Γιάγκο, που φόρεσες τη στρατιωτική στολή και δεν το κούνησες απ’ το εργοστάσιό σου; Άσε να παραπονεθεί η πλεμπάγια, ο Αριστοτέλης ο δάσκαλος, που ρασοφορέθηκε για να γλυτώσει, κι ο μάστρο – Στυλιανός ο δόλιος, που έχασε και τα δυο τα παλικάρια του στην Κόνια! Αυτά είναι δράματα. —Κωστάκι’ – εφέντη, έμπαινε στην κουβέντα κι ο πατέρας, δεν τα κρίνεις σωστά τα πράματα.

Απ’ τον καιρό που μας κουβαλήθηκαν οι Νεότουρκοι κι οι Γερμανοί, πονηρεύτηκαν κι οι δικοί μας εδώ κάτω και μας κάνουν το βίο αβίωτο.

Να μου πεις για τα παλιά χρόνια.

Τότε, μάλιστα, περνούσαμε ζωή χαρισάμενη. Έτρεχε ο παράς, αδερφέ, έτρεχε σαν το νεράκι απ’ τη βρύση… Φωτό: Διδώ Σωτηρίου

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences