[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Δεν μπορώ άλλο να γυρνάω σπίτι και να... να πνίγομαι», μου είπε ο Στέλιος χωρίς να με κοιτάει. Κρατούσα ακόμα στο χέρι το χαρτί από τη βιοψία. Κακοήθεια. Αριστερός μαστός. Στάδιο που ήθελε άμεση...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Δεν μπορώ άλλο να γυρνάω σπίτι και να... να πνίγομαι», μου είπε ο Στέλιος χωρίς να με κοιτάει.

Κρατούσα ακόμα στο χέρι το χαρτί από τη βιοψία. Κακοήθεια.

Αριστερός μαστός.

Στάδιο που ήθελε άμεση αντιμετώπιση.

Κι εγώ στεκόμουν στην κουζίνα, με το φως του απορροφητήρα να τρεμοπαίζει, και άκουγα τον άντρα μου να μου λέει πως κουράστηκε.

Όχι από τη δουλειά.

Από εμένα.

Στην αρχή δεν κατάλαβα τι εννοούσε.

Είχα ακόμα στα αυτιά μου τη φωνή του γιατρού, ήρεμη, σχεδόν υπερβολικά ήρεμη. «Θα κάνουμε χειρουργείο, μετά θεραπείες.

Θέλει δύναμη, κυρία Ιωάννα.» Δύναμη.

Ωραία λέξη.

Μόνο που εκείνο το βράδυ εγώ δεν είχα ούτε να αναπνεύσω κανονικά. «Τι λες ότι κουράστηκες;» τον ρώτησα.

Έβαλε τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι.

Δεν έκατσε.

Ούτε με πλησίασε. «Δεν το σχεδίασα.

Απλώς... έχει μπει άλλη γυναίκα στη ζωή μου εδώ και καιρό.» Θυμάμαι ότι γέλασα.

Ένα γέλιο ξερό, άσχημο.

Σαν να άκουγα κάτι παράλογο. «Εδώ και καιρό; Δηλαδή με απατάς ενώ εγώ ψάχνω αν έχω καρκίνο;» Δεν απάντησε αμέσως.

Κοίταζε το πάτωμα.

Αυτό με τρέλανε περισσότερο. «Δεν ήθελα να σου το πω τώρα, αλλά... πιέστηκα.» Πιέστηκε.

Εγώ είχα καρκίνο και εκείνος πιέστηκε.

Από εκείνη τη νύχτα, το σπίτι μας έγινε ξένο. Ο Στέλιος έφευγε νωρίς, γύριζε αργά, μύριζε καφέ απ’ έξω και εκείνη την περίεργη κολόνια που δεν φορούσε ποτέ για μένα.

Έλεγε «έχω δουλειά», «βγήκα για μια μπίρα με τα παιδιά», «μην αρχίζεις τώρα». Κι εγώ, με ραντεβού για εξετάσεις, με τηλέφωνα για αξονικές, με παραπεμπτικά, έτρεχα σαν χαμένη.

Η μάνα μου, η Βάσω, ήρθε από την Καλαμάτα την επόμενη κιόλας μέρα.

Μπήκε σπίτι με δυο τάπερ παστίτσιο και μάτια πρησμένα. «Πού είναι αυτός;» με ρώτησε. «Στη δουλειά», της είπα.

Με κοίταξε όπως με κοίταζε μικρή όταν της έλεγα ψέματα. «Μη μου τον δικαιολογείς.

Εσύ να σωθείς.» Στο νοσοκομείο έμαθα γρήγορα τι θα πει μοναξιά.

Ουρές στα ταμεία, χαρτιά από γραφείο σε γραφείο, γιατροί που έτρεχαν, νοσηλεύτριες καλές αλλά εξαντλημένες, συγγενείς στους διαδρόμους με σακούλες και αγωνία. Ο Στέλιος ήρθε μόνο στο πρώτο χειρουργείο.

Έκατσε μια ώρα και μετά είπε ότι πρέπει να φύγει γιατί τον ψάχνουν από το γραφείο.

Η μάνα μου έμεινε όλο το βράδυ σε μια πλαστική καρέκλα.

Με σκέπαζε στα πόδια λες και ήμουν παιδί.

Μετά ήρθαν οι χημειοθεραπείες.

Η ναυτία.

Η γεύση σιδήρου στο στόμα.

Οι πόνοι στα κόκαλα.

Τα μαλλιά μου που έμεναν στη βούρτσα σε τούφες.

Την πρώτη φορά που τα ξύρισα, έκλαψα στο μπάνιο χωρίς φωνή.

Η μάνα μου στεκόταν απ’ έξω από την πόρτα. «Ιωάννα;» «Μη μπεις, μαμά.» Μπήκε έτσι κι αλλιώς.

Μάζεψε τις τρίχες από τον νιπτήρα με τα χέρια της.

Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Στην αίθουσα αναμονής γνώρισα την Ελευθερία.

Καθόταν απέναντί μου με μαντήλι στο κεφάλι και ένα θερμός καφέ.

Μου είπε απλά: «Πρώτη φορά;» Έγνεψα ναι. «Θα περάσει.

Άσχημα, αλλά θα περάσει.» Δεν προσπάθησε να μου πουλήσει αισιοδοξία. Και γι’ αυτό την εμπιστεύτηκα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences