Η ΟΜΙΛΙΑ TRUMP ΣΤΟΝ ΟΗΕ ΚΑΙ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ «Ενεργώ πρώτα, επειδή διαθέτω αρκετή ισχύ ώστε να διαχειριστώ ό,τι προκύψει μετά.» Η ομιλία του Donald Trump στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ δεν...
Η ΟΜΙΛΙΑ TRUMP ΣΤΟΝ ΟΗΕ ΚΑΙ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ «Ενεργώ πρώτα, επειδή διαθέτω αρκετή ισχύ ώστε να διαχειριστώ ό,τι προκύψει μετά.» Η ομιλία του Donald Trump στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ δεν πρέπει να αξιολογηθεί μόνο μέσα από τις αναφορές του στο Ιράν, στην Ουκρανία, στην Κούβα, στη Βενεζουέλα ή στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
Πίσω από αυτές διακρίνεται μια συνολικότερη αντίληψη για το διεθνές σύστημα, όπου η κρατική ισχύς, η εθνική κυριαρχία και η απευθείας διαπραγμάτευση αποκτούν μεγαλύτερο βάρος έναντι των πολυμερών θεσμών και των διεθνών κανονιστικών περιορισμών.
Χαρακτηριστική είναι η θέση του ότι δεν ενδιαφέρεται να αφήνει τους κινδύνους να μεγαλώνουν για να αντιμετωπιστούν κάποια άλλη ημέρα.
Παράλληλα αντιπαρέβαλε επανειλημμένα τη δική του "δράση" στις συζητήσεις και στις διαδικασίες που, κατά την άποψή του, προτιμούσαν άλλοι.
Διαμορφώνεται έτσι μια φαινομενικά συνεκτική λογική, όπου αναγνωρίζει την απειλή, ενεργεί, μεταβάλλει τον συσχετισμό ισχύος και διαπραγματεύεται τελικά από τη νέα θέση. Το Ιράν αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της λογικής. Ο Trump υπερασπίστηκε την αμερικανική στρατιωτική δράση και έθεσε την Τεχεράνη μπροστά σε μια σκληρή επιλογή μεταξύ "συμφωνίας με άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, και δυνατότητα οικονομικής ανασυγκρότησης" ή "συνέχιση της σύγκρουσης με πολύ μεγαλύτερο κόστος (do I annihilate the Islamic Republic…)". Παράλληλα όμως με την ακραία δημόσια πίεση πραγματοποιούνται επαφές και διαπραγματεύσεις.
Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως εξαναγκαστική διπλωματία της λογικής "αυξάνω το κόστος της άρνησης αλλά αφήνω ανοικτή τη δυνατότητα συμφωνίας". Αντίστοιχη είναι η στάση απέναντι στους διεθνείς θεσμούς.
Ασκεί σκληρή κριτική σε οργανισμούς που θεωρεί ότι περιορίζουν την αμερικανική κυριαρχία (όπως το Διεθνές Ποίνικό Δικαστήριο), αλλά επικαλείται αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας όταν αυτές υποστηρίζουν τις αμερικανικές θέσεις.
Δεν πρόκειται συνεπώς για πλήρη απόρριψη της πολυμέρειας, αλλά περισσότερο για επιλεκτική πολυμέρεια. όπου οι θεσμοί είναι χρήσιμοι όταν υπηρετούν εθνικούς στόχους, αλλά αντιμετωπίζονται ως προβληματικοί όταν περιορίζουν την ελευθερία δράσης του ισχυρού κράτους.
Ανάλογη λογική εμφανίζεται στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Οι θέσεις για Βενεζουέλα, Κούβα και την αμερικανική περιφέρεια παραπέμπουν σε μια σύγχρονη εκδοχή του "Δόγματος Monroe". Εάν όμως η αντίληψη αυτή γενικευθεί, δημιουργείται ένα σοβαρό πρόβλημα. Η Ρωσία μπορεί να επικαλείται "ζωτικά συμφέροντα ασφαλείας" στον μετασοβιετικό χώρο και η Κίνα στην Ανατολική Ασία.
Αυτό ενισχύει πολιτικά τη λογική των σφαιρών επιρροής και μια διεθνή τάξη περισσότερο συναλλακτική και βασισμένη στον συσχετισμό ισχύος. ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΙΑΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΡΑΜΠ; Εδώ προκύπτει ένα δυσκολότερο ερώτημα.
Η εκ των υστέρων προβαλλόμενη από τον Τραμπ συνοχή των αποφάσεων δεν αποδεικνύει ότι η συνοχή αυτή υπήρχε εξαρχής.
Μήπως αυτό που διαπιστώνεται δεν αποτελεί πάντοτε εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής, αλλά έναν ιδιαίτερο τρόπο άσκησης ισχύος που θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στη φράση, «Ενεργώ πρώτα, επειδή διαθέτω αρκετή ισχύ ώστε να διαχειριστώ ό,τι προκύψει μετά»; Η διάκριση είναι θεμελιώδης.
Η κλασική στρατηγική σχεδίαση ακολουθεί συνήθως τη σχέση " Σκοπός, Μέσα, Εξέταση Τρόπων ενέργειας, Κίνδυνοι, ποθανές αντιδράσεις, Δράσεις και αντιδράσεις στο πεδίο, Προσαρμογές και Εναλλακτικές για επίτευξη των στρατηγικών στόχων ως προς τον σκοπό" ενώ ταυτόχρονα έχει διαμορφωθεί η Στρατηγική εξόδου". Εδώ βρίσκεται η διαφορά μεταξύ στρατηγικής προσαρμογής και "εκ των υστέρων στρατηγικής ορθολογικοποίησης". Στην πρώτη περίπτωση της κλασσικής στρατηγικής ο τελικός σκοπός εν πολλοίς παραμένει σταθερός και μπορεί να αλλάξουν τα μέσα και οι δράσεις επειδή μεταβάλλεται το περιβάλλον.
Στην "εκ των υστέρων στρατηγική ορθολογικοποίηση", όταν η αρχική επιλογή δεν παράγει το αναμενόμενο αποτέλεσμα, πέραν των στόψων μεταβάλλεται σταδιακά και ο ίδιος ο σκοπός και η νέα πραγματικότητα ενσωματώνεται κατόπιν σε ένα επικοινωνιακό αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο όλα αποτελούσαν τμήματα της αρχικής στρατηγικής. Το Ιράν προσφέρει ένα ενδιαφέρον πεδίο εξέτασης.
Η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή δεν παρήγαγε γρήγορα όλα τα επιδιωκόμενα πολιτικά αποτελέσματα.
Η ιρανική αντίδραση, το Ορμούζ, οι περιφερειακές και οικονομικές συνέπειες και η ανάγκη αναζήτησης διαπραγματευτικής διεξόδου δημιούργησαν νέα δεδομένα.
Η σημερινή σύνδεση στρατιωτικής πίεσης και διαπραγμάτευσης μπορεί πράγματι να αποτελεί εξαναγκαστική διπλωματία.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως παραμένει. "Ήταν αυτός εξαρχής αυτός ο σκοπός και η στρατηγική που τον υπηρέτησε ή ο σκοπός και οι δράσεις προσαρμόστηκαν εκ των υστέρων σε μια πραγματικότητα η οποία εξελίχθηκε διαφορετικά από τις αρχικές προσδοκίες"; Δεν έχουμε επαρκή στοιχεία για κατηγορηματική απάντηση.
Η διάκριση όμως είναι απαραίτητη εάν θέλουμε να αξιολογήσουμε τη στρατηγική ως προς τον πολιτικό και στρατιωτικό σκοπό και όχι απλώς το πολιτικό αφήγημα που παρουσιάζεται. ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΑΠΟΘΕΜΑ ΙΣΧΥΟΣ ΤΩΝ ΗΠΑ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΛΑΘΗ Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του μοντέλου Tραμπ. Οι ΗΠΑ διαθέτουν ένα τεράστιο στρατηγικό απόθεμα ισχύος που μπορεί να καλύψει το περιθώριο λάθους.
Μπορούν επομένως να απορροφήσουν μια λανθασμένη εκτίμηση πολύ ευκολότερα από ένα μικρό ή μεσαίο κράτος.
Και εδώ δημιουργείται ένας ιδιαίτερος πειρασμός, στο να υποκαταθίσταται μέρος της αρχικής στρατηγικής με την ικανότητα προσαρμογής.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις όλες τις συνέπειες της πρώτης κίνησης, εφόσον πιστεύεις ότι διαθέτεις αρκετή ισχύ για να αντιμετωπίσεις τη δεύτερη, την τρίτη και την τέταρτη.
Αυτό προσφέρει ευελιξία, αλλά δημιουργεί και σοβαρό κίνδυνο. "Η υπεροχή ισχύος μπορεί να μετατραπεί σε υπερβολική αυτοπεποίθηση ως προς τη δυνατότητα ελέγχου των συνεπειών". Τα διεθνή συστήματα όμως είναι σύνθετα.
Οι αντίπαλοι προσαρμόζονται, οι σύμμαχοι αντιδρούν, τρίτες δυνάμεις παρεμβαίνουν, οι αγορές μεταβάλλονται και μια στρατιωτική επιτυχία δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτικό αποτέλεσμα. ΕΧΕΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ Ο ΤΡΑΜΠ; Δεν θα ήταν επομένως ακριβές να πούμε ότι ο Tραμπ «δεν έχει στρατηγική». Υπάρχουν σταθερά χαρακτηριστικά που βασίζονται στην εθνική κυριαρχία, στην δυσπιστία προς θεσμικούς περιορισμούς, στην προτίμηση του για απευθείας συναλλαγές, στον οικονομικό εξαναγκασμό, στην απειλή κλιμάκωσης, στην μεγάλη εμπιστοσύνη στην προσωπική ικανότητα διαπραγμάτευσης και κυρίως στην πίστη στην αποτελεσματικότητα της αμερικανικής ισχύος.
Αυτό συνιστά στρατηγική αντίληψη.
Άλλο όμως στρατηγική αντίληψη και άλλο ολοκληρωμένος στρατηγικός σχεδιασμός. ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΕ Η Ευρώπη οικοδόμησε τη μεταπολεμική της ασφάλεια πάνω σε τέσσερα στοιχεία, την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, το NATO, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ένα ισχυρό διεθνές κανονιστικό πλαίσιο.
Εάν όμως το διεθνές σύστημα μετακινείται σταδιακά από μια "rules-based order" προς μια περισσότερο "power-based - transactional order", η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα σοβαρό στρατηγικό πρόβλημα.
Δεν αρκεί πλέον να διαθέτει οικονομική και κανονιστική ισχύ.
Χρειάζεται μεγαλύτερη στρατιωτική δυνατότητα, ανθεκτικότητα, τεχνολογική αυτονομία και πραγματική ικανότητα αποτροπής. ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΓΙΑ ΕΛΛΑΔΑ & ΚΥΠΡΟ Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της ομιλίας Τραμπ για εμάς.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική στηρίζει ορθώς μεγάλο μέρος των θέσεών της στο Διεθνές Δίκαιο, στο Δίκαιο της Θάλασσας, στην ΕΕ και στο υφιστάμενο διεθνές θεσμικό πλαίσιο. Η Τουρκία, αντιθέτως, συνδυάζει τα δικά της νομικά επιχειρήματα με εντονότερη επίκληση γεωγραφίας, στρατιωτικής ισχύος, «ζωτικών συμφερόντων» και απευθείας πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Σε ένα περισσότερο συναλλακτικό διεθνές περιβάλλον, οι ελληνικές νομικές θέσεις δεν χάνουν την ισχύ τους.
Υπάρχει όμως κίνδυνος να μειωθεί η πολιτική αποτελεσματικότητα της αποκλειστικής επίκλησης του δικαίου, εάν αυτή δεν συνοδεύεται από αξιόπιστη αποτροπή, ισχυρές συμμαχίες και πραγματική στρατηγική χρησιμότητα της χώρας προς τους εταίρους της.
Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται στο Κυπριακό. Η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει το σημαντικό πλεονέκτημα της διεθνούς αναγνώρισης, της συμμετοχής στην ΕΕ και ενός πλέγματος αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Εάν όμως η διεθνής διπλωματία αρχίσει να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο "ποια συμφωνία μπορούν πρακτικά να επιτύχουν οι δύο πλευρές" και μικρότερη στο "ποιο είναι το υφιστάμενο θεσμικό και νομικό πλαίσιο", τότε η διαδικασία και ακόμη περισσότερο η γλώσσα μιας διαπραγμάτευσης αποκτούν τεράστια σημασία.
Μια σταδιακή μετατόπιση των όρων αναφοράς μπορεί τελικά να μεταβάλει και την ουσία της διαπραγμάτευσης.
Το συμπέρασμα δεν μπορεί βέβαια να είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει το Διεθνές Δίκαιο και να υιοθετήσει μια πολιτική καθαρής ισχύος.
Το αντίθετο.
Όσο περισσότερο το διεθνές περιβάλλον γίνεται συναλλακτικό, τόσο περισσότερο τα μικρά και μεσαία κράτη χρειάζονται κανόνες και θεσμούς.
Όμως πρέπει παράλληλα να μπορούν να υποστηρίζουν στην πράξη τα δικαιώματα που τους παρέχουν αυτοί οι κανόνες.
Η ελληνική στρατηγική συνεπώς χρειάζεται να στηρίζεται ταυτόχρονα σε τέσσερις πυλώνες: Διεθνές Δίκαιο – Αποτρεπτική Ισχύ – Συμμαχίες – Στρατηγική Χρησιμότητα.
Το διεθνές δίκαιο χωρίς επαρκή δυνατότητα υποστήριξης των δικαιωμάτων μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκές.
Η ισχύς χωρίς την διεθνή νομιμοποίηση, από την άλλη πλευρά, μπορεί να γίνει εξαιρετικά δαπανηρή και τελικά αναποτελεσματική.
Αυτό ίσως είναι και το σημαντικότερο μήνυμα που πρέπει να κρατήσει η Ελλάδα από την ομιλία Τραμπ στον ΟΗΕ.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους