«Φεύγω, Μαρία. Δεν αντέχω άλλο αυτό το σπίτι.» Το είπε με το χέρι στο πόμολο, λες και βιαζόταν να σωθεί από φωτιά. Ο Γιώργος ούτε γύρισε να με κοιτάξει καλά καλά. Μόνο άρπαξε το μπουφάν του, τη μαύρη...
«Φεύγω, Μαρία. Δεν αντέχω άλλο αυτό το σπίτι.» Το είπε με το χέρι στο πόμολο, λες και βιαζόταν να σωθεί από φωτιά. Ο Γιώργος ούτε γύρισε να με κοιτάξει καλά καλά.
Μόνο άρπαξε το μπουφάν του, τη μαύρη τσάντα με τα ρούχα και έκλεισε την πόρτα τόσο δυνατά που τραντάχτηκαν τα τζάμια της βιβλιοθήκης. Η Ελένη πετάχτηκε από τον καναπέ κλαίγοντας. «Μπαμπά! Πού πας;» Ο Νίκος έμεινε ακίνητος στον διάδρομο. Άσπρος.
Σαν να του κόπηκε το αίμα.
Κι εγώ; Εγώ στεκόμουν στη μέση της κουζίνας με μια πετσέτα στο χέρι, σαν χαζή, και κοιτούσα την πόρτα που μόλις είχε κλείσει πάνω στη ζωή μας.
Οι καβγάδες μας κρατούσαν χρόνια.
Όχι για ένα πράγμα.
Για όλα.
Για τα λεφτά που δεν έφταναν ποτέ.
Για το δάνειο.
Για τη μάνα του που ανακατευόταν στα πάντα.
Για τις δικές μου υπερωρίες στο φαρμακείο.
Για το ότι ερχόταν σπίτι νευριασμένος και δεν σήκωνε κουβέντα.
Για το ότι εγώ είχα αρχίσει να του μιλάω μόνο με παράπονο.
Ήμασταν δυο άνθρωποι που κάποτε αγαπήθηκαν πολύ και μετά έγιναν αντίπαλοι μέσα σε ένα δυάρι γεμάτο λογαριασμούς.
Την πρώτη εβδομάδα έλεγα στα παιδιά ότι ο πατέρας τους χρειάζεται λίγο χρόνο. Ψέματα.
Το ήξερα κι εγώ ότι δεν ήταν «λίγος χρόνος». Είχε ήδη νοικιάσει μια γκαρσονιέρα στη Λάρισα, όπου του βρήκε δουλειά ένας ξάδερφός του.
Το έμαθα από την πεθερά μου.
Όχι από εκείνον. «Μαρία, μη γίνεσαι υπερβολική», μου είπε στο τηλέφωνο. «Ο Γιώργος πιέστηκε.» Πιέστηκε.
Κι εμείς τι ήμασταν; Θεατές; Τα βράδια ήταν τα χειρότερα. Η Ελένη ερχόταν και ξάπλωνε δίπλα μου χωρίς να μιλάει. Ο Νίκος έκανε πως διαβάζει, αλλά τον άκουγα να περπατάει πάνω κάτω στο δωμάτιο.
Μια νύχτα στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας και μου είπε χαμηλά: «Μαμά… αν δεν του είχα μιλήσει άσχημα εκείνη τη μέρα, λες να μην έφευγε;» Αυτό με διέλυσε. «Όχι, αγόρι μου.
Δεν φταίς εσύ.» Το είπα αμέσως.
Με δύναμη.
Αλλά μέσα μου ένιωσα σαν να βούλιαζα, γιατί έβλεπα πως τα παιδιά μάζευαν πάνω τους τα σπασμένα των μεγάλων.
Σιγά σιγά απομονωθήκαμε.
Σταματήσαμε να πηγαίνουμε σε τραπέζια, σε γιορτές, ακόμα και σε βαφτίσια συγγενών.
Πάντα κάποιος θα ρωτούσε με εκείνο το ύφος το δήθεν συμπονετικό. «Και ο Γιώργος; Δεν ήρθε;» Δεν άντεχα τα βλέμματα.
Ούτε τα ψιθυριστά «κρίμα». Στη γειτονιά το είχαν μάθει όλοι.
Στο φούρνο με κοιτούσαν λίγο παραπάνω.
Μπορεί να ήταν και στο μυαλό μου, αλλά έτσι το ζούσα.
Ντροπή, θυμός, εξάντληση.
Όλα μαζί.
Τα λεφτά ήταν μόνιμη αγωνία.
Έκοψα από παντού.
Δεν άναβα θερμοσίφωνα αν δεν ήταν ανάγκη.
Μετρούσα τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ με κομπιουτεράκι στο κινητό. Ο Νίκος δεν ζητούσε τίποτα.
Αυτό πονάει περισσότερο, ξέρετε; Όταν το παιδί σου σταματάει να θέλει για να μη σε βαραίνει. Ο Γιώργος έστελνε κάποια χρήματα, όχι σταθερά.
Άλλοτε τηλεφωνούσε, άλλοτε εξαφανιζόταν για μέρες.
Όταν μιλούσε με τα παιδιά, η αμηχανία περνούσε από το ακουστικό. «Θα έρθεις το Σαββατοκύριακο;» ρωτούσε η Ελένη. «Θα δω, μικρή μου, έχω δουλειά.» Πάντα κάτι είχε.
Πέρασαν χρόνια έτσι. Ο Νίκος μπήκε πανεπιστήμιο στην Πάτρα.
Την ημέρα που τον αφήσαμε στο σπίτι που θα νοίκιαζε, τον είδα αλλιώτικο.
Πιο ώριμο.
Πιο βαρύ, κάπως.
Λίγες εβδομάδες μετά με πήρε τηλέφωνο. «Μαμά, θέλω να σου πω κάτι και μη θυμώσεις.» «Πες μου.» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους