To άρθρο που μόλις αναρτήθηκε είναι ένα από τα κρισιμότερα νομικοπολιτικά κείμενα από καταβολής του παρόντος ιστολογίου. Διότι με αυτό επιχειρείται να καταστεί αντιληπτό στον μέσο αναγνώστη ποιο...
To άρθρο που μόλις αναρτήθηκε είναι ένα από τα κρισιμότερα νομικοπολιτικά κείμενα από καταβολής του παρόντος ιστολογίου.
Διότι με αυτό επιχειρείται να καταστεί αντιληπτό στον μέσο αναγνώστη ποιο είναι το θεωρητικό υπόστρωμα που κρύβεται πίσω από την λυσσαλέα διαμάχη ανάμεσα αφ’ ενός στα λεγόμενα «ακροδεξιά» κόμματα και αφ’ ετέρου στα κόμματα που είθισται να αυτοχαρκτηρίζονται, όλως προπαγανδιστικώς, δηλ. παραπλανητικώς, ως «δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου» (ορθώς: «δυνάμεις του ψευτοδημοκρατικού τόξου»). Μετά από ενδελεχή έρευνα των πρακτικών της Ολομέλειας της Βουλής του 1975 και δεκάδων άρθρων ή βιβλίων Συνταγματικού Δικαίου που αφορούν την ερμηνεία της επίμαχης διάταξης του άρθρου 29 παρ. 1 του Συντάγματος, όπου προβλέπεται ότι «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος» (η τελευταία φράση είθισται να αποκαλείται «δημοκρατική ρήτρα») σχημάτισα την ακράδαντη πεποίθηση ότι με τις τροποποιήσεις που επέφερε στον εκλογικό νόμο η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας (ορθότερα: Νέας Δικτατορίας), ώστε τα λεγόμενα ακροδεξιά κόμματα να αποκλείονται όχι μόνο από τα ΜΜΕ, αλλά και από τις εκλογικές αναμετρήσεις, το Σύνταγμα καταλύθηκε βάναυσα για μία ακόμη φορά.
Η εν λόγω «δημοκρατική ρήτρα» του άρθρου 29 παρ. 1 του Συντάγματος δεν αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο να ερμηνευθεί ως διάταξη που έχει κανονιστικό περιεχόμενο.
Αντιθέτως, πρόκειται για μία ατελή διάταξη, στην οποία έχει διατυπωθεί μια συνταγματική ευχή χωρίς καμία δεσμευτικότητα.
Λόγω της προηγηθείσας οδυνηρής εμπειρίας της χούντας των Συνταγματαρχών, ο συντακτικός νομοθέτης απέρριψε συνειδητά την αυταρχική «θεωρία της μαχόμενης δημοκρατίας», πνευματικός πατέρας της οποίας υπήρξε ο Καρλ Λέβενσταϊν, και προέκρινε την αντίθετη φιλοσοφία που είχε υιοθετηθεί από τον Χανς Κέλσεν.
Βάσει της κελσιανής οπτικής, το τραγικό πεπρωμένο της δημοκρατίας είναι να θηλάζει τους χειρότερους εχθρούς της από το ίδιο της το στήθος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται να καταφεύγουμε προληπτικά στην δικτατορία για να σώσουμε την δημοκρατία.
Χρέος όλων είναι να μένουν πιστοί στην δημοκρατική σημαία, ακόμη κι όταν το πλοίο βυθίζεται.
Συνεπώς, ο κοινός νομοθέτης στερείτο απολύτως της εξουσίας να τροποποιήσει τον εκλογικό νόμο, θεσπίζοντας την κύρωση του αποκλεισμού ενός κόμματος από την συμμετοχή του στις εκλογές, επειδή αυτό κρίνεται ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις της «δημοκρατικής ρήτρας». Κατ’ επέκτασιν, ο ίδιος ο Άρειος Πάγος έχει συμπράξει στην εγκαθίδρυση ενός υβριδικού καθεστώτος «προληπτικής δικτατορίας», καθώς στην υπ’ αριθμ. 1/2024 απόφαση του Α1 Τμήματός του, προσποιήθηκε κατά τρόπο απαράδεκτο και πολιτειακά άκρως επικίνδυνο ότι η διάταξη του άρθρου 29 είναι «κανονιστικού περιεχομένου», ορίζουσα δήθεν ότι «η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να μην αφήνει τους αξιακούς της εχθρούς να χρησιμοποιούν σε βάρος της τις θεσμικές εγγυήσεις που τους παρέχει»! Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα ψεύδη που παντελώς ανερυθρίαστα έχει γράψει το ανώτατο δικαστήριο της χώρας και για έναν φοβερό εμπαιγμό του ελληνικού λαού.
Φυσικά, ο Άρειος Πάγος συνεπικουρήθηκε από τα κόμματα της προσχηματικής αντιπολίτευσης, τα οποία δεν βρήκαν να πουν ούτε μία λέξη για την κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 29 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ένοχη σιωπή ή, ακόμη χειρότερα, λαλίστατη επιδοκιμασία σημειώθηκε, δυστυχώς, και από την συμπαγή πλειοψηφία των νομικών της χώρας.
Στο σημερινό κείμενο αναδεικνύεται η πεμπτουσία μιας ομιλίας που είχε εκφωνήσει το 1975 ο «πατριάρχης» των Ελλήνων συνταγματολόγων Αριστόβουλος Μάνεσης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στην Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος ήταν κατηγορηματικός ως προς το ότι οποιαδήποτε επέμβαση της εξουσίας τείνει να θέσει υπό κηδεμονία το Λαό, υπαγορεύοντας ή απαγορεύοντας, άμεσα ή έμμεσα, το σχηματισμό της Α ή της Β λαϊκής θέλησης –για να “προστατεύσει” έτσι το Λαό ή το Έθνος από τη θέλησή του παρά τη θέλησή του– θυμίζει “γύψο”. Ο Μάνεσης καταλήγει σε ένα σοκαριστικό για την εποχή μας συμπέρασμα, αφού μας βοηθεί να συνειδητοποιήσουμε ότι η (στην πραγματικότητα πολυκομματική) κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και της κουστωδίας του αποτελεί ένα τυραννικό καθεστώς.
Διότι στο συμπέρασμα του Μάνεση καταγράφεται ο προ πολλού παραβιασθείς κανόνας ότι ο «κυρίαρχος λαός» είναι εξ ορισμού ο μοναδικός αρμόδιος να αποφασίζει τι είναι προς το συμφέρον του και τι όχι.
Ως «κυρίαρχος» μπορεί να θέλει οτιδήποτε, αρκεί να το θελήσει.
Αν θέλει να τον κυβερνούν ακροδεξιά ή ακροαριστερά κόμματα, γούστο το και καπέλο του! Μια κυβέρνηση, όπως προδήλως η παρούσα, η οποία δεν τηρεί αυτόν τον προαναφερθέντα κανόνα, επιβάλλοντας το δικό της πολιτικό (ψευτοδημοκρατικό) μενού, είναι, στην καλύτερη μεν περίπτωση, πατερναλιστική, αφού θέτει υπό την κηδεμονία της τον λαό, που από κυρίαρχος καταντά βρεφοποιημένος, στην χειρότερη δε περίπτωση είναι τυραννική.
Τρανή απόδειξη αυτής της τυραννίας είναι ότι το μητσοτακικό καθεστώς, χωρίς να έχει τον παραμικρό ανασχετικό φραγμό, έφθασε μέχρι του σημείου να ακρωτηριάσει το σώμα της Βουλής, αφήνοντάς το παρά τον νόμο και το Σύνταγμα με 297 βουλευτές.
Στο τέλος του σημερινού κρίσιμου κειμένου υπάρχει μια ρετρό-έκληξη: Μετά από κοπιαστική αναδίφηση στα αρχείο του περιοδικού «ΕΝΑ», το οποίο εξέδιδε ο δολοφονηθείς από την τρομοκρατική οργάνωση 17Ν Παύλος Μπακογιάννης, εντόπισα συνέντευξη του 21χρονου Μάκη Βορίδη, δηλ. του εμπνευστή των αντισυνταγματικών τροποποιήσεων του εκλογικού νόμου, που, υπό την ιδιότητα του προέδρου της νεολαίας της ΕΠΕΝ, είχε δώσει το 1986 στον δημοσιογράφο Νίκο Λακόπουλο. Σε εκείνη την συνέντευξη ο κ. Βορίδης αποδοκίμαζε, μεταξύ άλλων, τον φιλελευθερισμό! O tempora, o mores!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους