«Δεν θα τον παντρευτώ, μάνα. Τελείωσε.» Το είπα με τα χέρια να τρέμουν και την καρδιά μου να χτυπάει τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα την ακούσει όλο το χωριό. Η μάνα μου πέταξε την πετσέτα στον...
«Δεν θα τον παντρευτώ, μάνα. Τελείωσε.» Το είπα με τα χέρια να τρέμουν και την καρδιά μου να χτυπάει τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα την ακούσει όλο το χωριό.
Η μάνα μου πέταξε την πετσέτα στον νεροχύτη και γύρισε απότομα. «Και τι θα κάνεις δηλαδή, Κατερίνα; Θα μας σώσεις με τα βιβλία; Ο Στέργιος έχει χωράφια, ελιές, λεφτά.
Σπίτι έτοιμο.
Τι άλλο θέλεις;» Ήταν σαράντα πέντε.
Εγώ μόλις είχα κλείσει τα δεκαεννιά.
Ο πατέρας μου καθόταν στο τραπέζι, σκυφτός, με το κομπολόι στο χέρι.
Δεν μίλησε.
Αυτό πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα.
Έξω, στο καφενείο, ήδη ψιθύριζαν.
Στο χωριό μας τίποτα δεν μένει κρυφό.
Η κόρη της Βασιλικής «το παίζει σπουδαγμένη» και αρνείται προξενιό που θα έσωζε το σπίτι.
Γιατί αυτό ήταν το θέμα.
Δεν ήταν ο έρωτας, ούτε το καλό μου.
Ήταν τα χρέη.
Το μπακάλικο του πατέρα είχε αρχίσει να βουλιάζει, ο αδερφός μου ήταν φαντάρος, οι λογαριασμοί έμεναν απλήρωτοι στο συρτάρι.
Η μάνα μου έβλεπε τον γάμο σαν σωσίβιο.
Εγώ τον έβλεπα σαν τάφο. «Θα φύγω για Αθήνα», της είπα.
Γέλασε νευρικά. «Με τι λεφτά;» «Θα δουλέψω.» «Και θα πεινάς εκεί πάνω για να λες ότι έκανες καριέρα;» «Καλύτερα να πεινάσω παρά να πουληθώ.» Με χαστούκισε.
Μία φορά. Δυνατά.
Και μετά έβαλε τα κλάματα, εκείνο το πνιχτό κλάμα που σε κάνει να νιώθεις τέρας.
Έφυγα σε τρεις μέρες.
Με μια βαλίτσα, εκατόν ογδόντα ευρώ που μου έδωσε κρυφά ο πατέρας μου, και μια μάνα που δεν βγήκε ούτε στην αυλή να με χαιρετήσει. Η Αθήνα δεν με περίμενε με ανοιχτές αγκάλες.
Έμενα σ’ ένα ημιυπόγειο στα Πατήσια με άλλη μια κοπέλα, τη Δήμητρα, και μύριζε υγρασία και καμένο λάδι από το σουβλατζίδικο δίπλα.
Το πρωί σχολή, το απόγευμα καφέδες σε καφετέρια, τα βράδια διάβασμα μέχρι να κλείνουν τα μάτια μου πάνω στα βιβλία.
Υπήρχαν μέρες που δεν είχα ούτε για εισιτήριο και πήγαινα με τα πόδια.
Μέρες που άνοιγα το ψυγείο και είχε μισό γιαούρτι, μια ντομάτα και νερό.
Και ναι, θυμόμουν τη μάνα μου να λέει «θα πεινάς». Θύμωνα πιο πολύ τότε, γιατί είχε δίκιο μόνο σ’ αυτό.
Μιλούσα με τον πατέρα μου σπάνια.
Πάντα κρυφά. «Καλά είσαι, κορίτσι μου;» «Καλά, μπαμπά.» Ψέματα.
Αλλά κι εκείνος ψέματα μου έλεγε.
Ότι στο μαγαζί «κάπως τη βγάζουν», ότι η πίεσή του «είναι λίγο ανεβασμένη», ότι η μάνα μου «μαλακώνει». Δεν μαλάκωνε.
Είχα να ακούσω τη φωνή της σχεδόν έξι χρόνια.
Τελείωσα τη σχολή, βρήκα δουλειά σε λογιστικό γραφείο, έπαιρνα λίγα αλλά σταθερά.
Ένιωθα πως κάτι έχτιζα επιτέλους μόνο με τα χέρια μου.
Δεν έγινα σπουδαία.
Μην φανταστείτε.
Απλώς στεκόμουν στα πόδια μου.
Και αυτό για μένα ήταν ολόκληρη νίκη.
Μέχρι που ένα βράδυ με πήρε ο αδερφός μου. «Ηλία, τι έγινε;» Δεν μίλησε αμέσως.
Άκουγα μόνο ανάσες. «Ο πατέρας είναι στο νοσοκομείο στη Λάρισα.
Βρήκαν κάτι σοβαρό στο πνευμόνι.» Το πάτωμα έφυγε κάτω από τα πόδια μου.
Το επόμενο πρωί ήμουν στο ΚΤΕΛ.
Όταν μπήκα στο θάλαμο, ο πατέρας μου είχε μικρύνει.
Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω. Ήταν σαν να είχε μαζευτεί όλος μέσα του.
Μου χαμογέλασε όμως. «Ήρθες, Κατερινιώ μου.» Έσκυψα και του φίλησα το μέτωπο.
Δεν άντεξα.
Έκλαψα εκεί, μπροστά του, σαν παιδί.
Η μάνα μου στεκόταν δίπλα στο παράθυρο.
Αδυνατισμένη, σκληρή ακόμα στο πρόσωπο, αλλά κουρασμένη.
Πολύ κουρασμένη.
Στο σπίτι οι σιωπές ήταν χειρότερες από τους καβγάδες.
Της μαγείρευα, καθάριζα, πήγαινα με βάρδιες στο νοσοκομείο.
Μιλούσαμε μόνο για τα απαραίτητα. «Πήρε τα φάρμακα;» «Ναι.» «Ο γιατρός τι είπε;» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους