[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Μη φωνάζεις, γιαγιά… σε παρακαλώ, μη φωνάζεις…» Ο μικρός ο Σπύρος πετάχτηκε από τον καναπέ και χώθηκε κάτω από το τραπέζι της κουζίνας, την ώρα που μου έπεσε από τα χέρια ένα πιάτο και έσπασε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μη φωνάζεις, γιαγιά… σε παρακαλώ, μη φωνάζεις…» Ο μικρός ο Σπύρος πετάχτηκε από τον καναπέ και χώθηκε κάτω από το τραπέζι της κουζίνας, την ώρα που μου έπεσε από τα χέρια ένα πιάτο και έσπασε.

Έμεινα ακίνητη.

Η καρδιά μου χτύπησε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα με ακούσει όλη η πολυκατοικία.

Δεν ήταν απλό ξάφνιασμα.

Το παιδί έτρεμε.

Είχε βάλει τα χέρια πάνω από το κεφάλι του, σαν να περίμενε χτύπημα. «Σπύρο μου… αγάπη μου… τι κάνεις εκεί;» του είπα σιγά και γονάτισα.

Δεν με κοίταξε αμέσως.

Μόνο είπε με μια φωνή που δεν έμοιαζε παιδική: «Όταν σπάει κάτι, ο μπαμπάς θυμώνει.» Εκείνη τη στιγμή ένιωσα να μου κόβονται τα γόνατα.

Η κόρη μου, η Μαρία, ήταν από το προηγούμενο βράδυ στο Λαϊκό με έντονους πόνους και αιμορραγία.

Μας είχαν πει πως χρειάζεται άμεση παρακολούθηση, εξετάσεις, ίσως και μικρό χειρουργείο.

Εγώ είχα πάρει τον μικρό σπίτι μου, στο Παγκράτι, να τον κρατήσω ώσπου να δούμε τι θα γίνει.

Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκε καλά. Πεταγόταν.

Έλεγε «μην του το πεις», «δεν το έκανα εγώ». Στην αρχή νόμιζα πως ήταν η αγωνία για τη μάνα του.

Έλεγα, παιδάκι είναι.

Πού να πάει ο νους μου; Κι όμως, πήγαινε.

Απλώς δεν ήθελα να τον αφήσω να πάει εκεί.

Για χρόνια έβλεπα πράγματα και τα κατάπινα.

Ο γαμπρός μου, ο Γιάννης, είχε πάντα νεύρα.

Απότομος άνθρωπος.

Στις γιορτές μιλούσε άσχημα στη Μαρία μπροστά σε όλους, κι εγώ μετά της έλεγα χαμηλόφωνα «μην απαντάς, παιδί μου, θα περάσει». Μια φορά την είχα δει με μελανιά στο μπράτσο.

Μου είπε πως χτύπησε στην πόρτα του μπάνιου.

Την πίστεψα; Όχι.

Αλλά βολεύτηκα να κάνω πως την πίστεψα.

Για να μη γίνει σκάνδαλο.

Για να μη διαλυθεί το σπίτι.

Τι ντροπή να το λέω τώρα… Το απόγευμα πήγα στο νοσοκομείο.

Διάδρομοι γεμάτοι, καρέκλες πλαστικές, κόσμος κουρασμένος, νοσηλεύτριες να τρέχουν.

Τη βρήκα χλωμή, με ορό στο χέρι και μάτια πρησμένα.

Όχι μόνο από τον πόνο.

Κάθισα δίπλα της και της χάιδεψα τα μαλλιά. «Ο Σπύρος είναι καλά», της είπα. «Αλλά φοβήθηκε πολύ με ένα σπασμένο πιάτο.» Η Μαρία γύρισε και με κοίταξε σαν να την είχα πιάσει επ’ αυτοφώρω. «Τι είπε;» με ρώτησε αμέσως. «Είπε… ότι όταν σπάει κάτι, ο Γιάννης θυμώνει.» Έκλεισε τα μάτια της.

Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν.

Για λίγο νόμιζα πως δεν θα μιλήσει.

Μετά ψιθύρισε: «Μαμά, με χτυπάει.» Δεν είπα τίποτα.

Δεν μπορούσα. «Όχι κάθε μέρα», συνέχισε γρήγορα, λες και έπρεπε να τον δικαιολογήσει ακόμα και τότε. «Αλλά όταν νευριάζει… με σπρώχνει, με πιάνει από τον λαιμό, μου πετάει πράγματα.

Και μπροστά στο παιδί.

Με βρίζει συνέχεια.

Άχρηστη, τρελή, ότι χωρίς αυτόν δεν είμαι τίποτα. Προχθές…» Σταμάτησε και δάγκωσε τα χείλη της. «Προχθές με χτύπησε στην κοιλιά.

Μετά άρχισε η αιμορραγία.» Ένιωσα να μου ανεβαίνει η πίεση.

Πιάστηκα από το κάγκελο του κρεβατιού. «Και δεν μου είπες τίποτα;» κατάφερα να ψελλίσω.

Γέλασε πικρά.

Πολύ πικρά. «Σου είχα πει, μαμά.

Όχι καθαρά.

Αλλά σου είχα πει ότι φοβάμαι.

Κι εσύ μου έλεγες να κάνω υπομονή.

Ότι όλοι οι γάμοι έχουν δυσκολίες.

Ότι υπάρχει παιδί.» Αυτό πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα.

Γιατί ήταν αλήθεια.

Κοίταξα κάτω.

Τα χέρια μου είχαν παγώσει. «Συγχώρεσέ με», της είπα. «Δεν ήθελα να δω.» Η Μαρία άρχισε να κλαίει αθόρυβα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences