[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΩΣΤΟ (DO THE RIGHT THING) του Σπάικ Λι με τους: Σπάικ Λι, Ντάνι Αγιέλο, Τζον Τορτούρο, Όσι Ντέιβις. Καλημέρα Ήταν 1989 όταν ο Σπάικ Λι «έκανε το σωστό» με μια ταινία που μοιάζει όχι απλώς...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΩΣΤΟ (DO THE RIGHT THING) του Σπάικ Λι με τους: Σπάικ Λι, Ντάνι Αγιέλο, Τζον Τορτούρο, Όσι Ντέιβις. Καλημέρα Ήταν 1989 όταν ο Σπάικ Λι «έκανε το σωστό» με μια ταινία που μοιάζει όχι απλώς σύγχρονη σε κάθε εποχή αλλά και δυστυχώς επίκαιρη με τον ίδιο τρόπο που μετά την πρώτη προβολή της προκάλεσε οργισμένες αντιπαραθέσεις για το αν θα σημάνει το τέλος του ευγενούς δυτικού πολιτισμού όπως τον ξέρουμε.

Ή τον ξέραμε. «Οι λευκοί ακόμα με ρωτάνε γιατί ο Μούκι πέταξε τον κάδο στο παράθυρο. 20 χρόνια μετά, ακόμα με ρωτάνε», λέει ο Σπάικ Λι. Το έχει πει σε συνεντεύξεις, το έχει πει και στον ηχητικό σχολιασμό της ταινίας στο DVD της Criterion Collection. «Ούτε ένας μαύρος άνθρωπος ποτέ, σε 20 χρόνια, κανείς μη λευκός άνθρωπος, δεν με έχει ρωτήσει το γιατί». Σήμερα, πάνε περισσότερα από 30 χρόνια από την κυκλοφορία του εμβληματικού φιλμ «Κάνε το Σωστό», αλλά εικάζουμε πως ο Σπάικ Λι δεν θα είχε κάτι να προσθέσει στο παραπάνω απόσπασμα.

Οι συνθήκες εξάλλου γύρω από την υποδοχή του φιλμ και της επικαιρότητας των θεματικών του, μοιάζουν νοσηρά, σουρεαλιστικά απαράλλαχτες.

Το «Κάνε το Σωστό», η τρίτη ταινία του 32χρονου τότε Μπρουκλινέζου σκηνοθέτη έκανε πρεμιέρα το 1989. Ο Ρότζερ Εμπερτ έγραφε σε ένα απόσπασμα για την έκδοση της Criterion Collection το 2001, πως μετά την προβολή στις Κάννες από όπου αποχώρησε σοκαρισμένος, έκανε προσπάθεια να αποφύγει πηγαδάκια όπου οι απόψεις ήδη έμοιαζαν ηφαιστειώδεις. «Μια Αμερικάνα κριτικός ήταν τόσο θυμωμένη που με κυνήγησε ως την έξοδο για να με πληροφορήσει πως “Αυτό το φιλμ καλεί τον κόσμο σε διαφυλετική βία!”», θυμάται ο κριτικός. «Δεν νομίζω κάτι τέτοιο.

Νομίζω πως είναι επίκληση στην ενσυναίσθηση, που από όλες τις ανθρώπινες ιδιότητες είναι εκείνη που αυτός ο περασμένος αιώνας μοιάζει να έχει ανάγκη περισσότερο», συμπληρώνει.

Η αντίδραση εκείνης της συναδέλφου δεν ήταν σαφώς απομονωμένη, μιας και η ταινία άνοιξε στην εποχή της εν μέσω τεράστιων αντιπαραθέσεων και αγχωμένων editorial γνώμης για το κατά πόσο θα σημάνει το τέλος του ευγενούς δυτικού πολιτισμού όπως τον ξέρουμε.

Ή τον ξέραμε.

Δεν έχει και πολύ σημασία ο χρονικός προσδιορισμός γιατί έτσι κι αλλιώς ζούμε διαρκώς τις ίδιες καταστάσεις και απολύτως τίποτα δεν αλλάζει.

Η ταινία ανακήρυξε πέραν πάσης αμφισβήτησης την άφιξη του Σπάικ Λι ως auteur, ενός σκηνοθέτη στυλιστικά αθυρόστομου όσο θεματικά άφοβου.

Διαδραματίζεται κατά βάση στη διάρκεια μιας κολασμένα καυτής μέρας του καλοκαιριού σε μια γειτονιά του Μπρούκλυν όπου οι διαφυλετικές εντάσεις αποτελούν καθημερινότητα, όμως αυτό το καζάνι φτάνει σε σημείο βρασμού. Ο Μούκι (που τον παίζει ο ίδιος ο σκηνοθέτης) δουλεύει στην τοπική πιτσαρία του Σαλ (ο υποψήφιος για Οσκαρ Ντάνι Αϊέλο) έχοντας τις συναισθηματικές του ανησυχίες, και μια γειτονιά ολοζώντανη, χρωματιστή, φασαριόζικη, γεμάτη απολαυστικούς χαρακτήρες.

Από τον Ρέιντιο Ραχίμ του αξέχαστου Μπιλ Ναν και τον Μπάγκιν’ Aουτ του απολαυστικά αγνώριστου Τζανκάρλο Εσπόζιτο, ως το δίδυμο των χαρακτήρων-γερασμένη συνείδηση της περιοχής, των Oσι Ντέιβις και Ρούμπι Ντι (ως Ντα Μέιορ και Μάδερ Σίστερ, αντίστοιχα). Το στόρι είναι εμπνευσμένο από περιστατικά αστυνομικής βίας εναντίον μαύρων συνανθρώπων μας (τα οποία και κατονομάζει στους τίτλους τέλους, και που νοητικά κάθε θεατής μπορεί να συμπληρώσει με όποιο έχει πιο πρόσφατο, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτό είναι κάτι που εξακολουθεί να αποτελεί κανονικότητα για την Αμερική) όμως για το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ ο Λι αφήνει κάθε τέτοια ευθεία αναφορά εκτός κάδρου.

Επιπλέον, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του φιλμ δεν αφορά καν κάποια κυριολεκτική έκφραση βίας, παρά αποτελεί σύνθεση από βινιέτες σαν κινούμενους πίνακες, με έντονα χρώματα-εκφράσεις της καυτής ατμόσφαιρας, μπροστά στους οποίους οι συνηθισμένοι κάτοικοι-χαρακτήρες της γειτονιάς μας συστήνονται και απλώς ζουν τη μέρα τους.

Τα επεισόδια σπανίως σχηματίζουν κάποια ιδέα πλοκής.

Στιλιζαρισμένοι διάλογοι και θεατρικοί μονόλογοι ανακοινώνουν ήρωες-ιδέες μπροστά σε ένα χρωματικά ζωηρό σκηνικό που αντιπροσωπεύει μια μικρή κοινωνία σε σημείο βρασμού.

Oλοι αυτοί οι χαρακτήρες δεν βρίσκονται σε κίνηση, δεν πάνε κάπου, δεν εξελίσσονται- απλώς είναι , σαν αναγκασμένοι να ερμηνεύουν ξανά και ξανά την πιο κολασμένη τους μέρα σε θεατρικό μονόπρακτο για μια κοινωνία που αδυνατεί να εξελιχθεί. Ο Λι φυσικά ξέρει τι κάνει: Δεν χρειάζεται καν να αναφερθεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις για να τραβήξει κανείς τη νοητική ευθεία που συνδέει την φαινομενικά τυχαία μέρα μιας φαινομενικά τυχαίας γειτονιάς με την μόνιμη κατάσταση διαφυλετικής έντασης, ανεξέλεγκτης αστυνομικής βίας και γενικευμένης οργής της αμερικάνικης κοινωνίας.

Το πλαίσιο ανάγνωσης είναι πάντοτε εκεί, είτε κανείς το τοποθετήσει στην οθόνη με εικόνες και λόγια, είτε όχι.

Για την ακρίβεια, ο Σπάικ Λι πάει ακόμα ένα βήμα παραπέρα.

Oταν το δράμα του έργου κορυφώνεται μέσα από μια καθηλωτικού στησίματος σκηνής κλιμάκωσης στην πιτσαρία του Σαλ, αντί να βασιστεί σε ψύχραιμη τονικότητα και ένα ρεαλισμό ύφους στη ματιά, εντείνει κάθε του προ-υπάρχουσα στiλιστική επιλογή.

Χρησιμοποιεί το «Fight the Power» ως μουσικό μοτίβο και ακολουθεί το αίτημα της προσθήκης μαύρων ηρώων στον Hall of Fame τοίχο της πιτσαρίας του Σαλ μέσα σε ένα αποστομωτικής συνέπειας παράλογο κρεσέντο.

Κάνει ακραία χρήση dutch angles της κάμερας και των έντονων χρωμάτων, κοιτάζοντας το ξέσπασμα της βίας μέσα από μια οπτική καμπ σουρεαλισμού... https://flix.gr/articles/do-the-right-thing-article.html

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences