[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Οι μακριές σκιές Με το αίσθημα της ικανοποίησης, μετά από την ολοήμερη, κοπιαστική εργασία που μύριζε ιδρώτα πουκαμίσας πάνω στο χωράφι κοντά στον ποταμό Έβρο, ζωγραφίζονταν στο πρόσωπο του παππού...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Οι μακριές σκιές Με το αίσθημα της ικανοποίησης, μετά από την ολοήμερη, κοπιαστική εργασία που μύριζε ιδρώτα πουκαμίσας πάνω στο χωράφι κοντά στον ποταμό Έβρο, ζωγραφίζονταν στο πρόσωπο του παππού μου Αναστάση οι μακριές σκιές των ασημόμορφων καβακιών, των διασκορπισμένων, υψηλότερων θάμνων.

Ο ακούραστος και δίκαιος βασιλιάς ήλιος με τα πινέλα και τις κόκκινες μπογιές του μας μήνυε την γλυκιά επιστροφή στο Χειμώνιο, αυτή των τριών χιλιομέτρων, που την εποχή των δέκα καλοκαιριών μου φαίνονταν να είναι μια μακρινή διαδρομή.

Στα δυτικά του χωριού μου άγγιζε τα δέντρα των λόφων ο εξασθενημένος περπατητής του πλανήτη μας.

Τα κλαδιά των φυτών μεταμορφώνονταν σε πύρινα χέρια, πάσχιζαν να κρατήσουν την κατακόκκινη, τεράστια μπάλα για λίγα λεπτά ακόμα, πριν αυτή βυθιστεί για να μοιράσει δίκαια την ζωογόνο της πνοή στην άλλη πλευρά της γης.

Το μεταφορικό μέσο, το αμάξι (ριάμπe στα Αρβανίτικα) - τότε δεν χρησιμοποιούσα τη λέξη κάρο - γινόταν αυτή την ώρα διπλό με την παραμορφωμένη σκιά του στην άκρη του χωραφιού.

Έδειχνε προς την Ανατολή, στην άλλη πλευρά του ποταμού, εκεί στο άφταστο, για εκείνη την εποχή, Μεγάλο Ζαλούφι.

Η γενέτειρα των Αρβανιτών προγόνων μου δεν βρίσκεται πολύ μακριά από το σημερινό πατρικό μου.

Όμως, οι σχέσεις με τους Γείτονες ήτανε τεταμένες σαν το σχοινί του ατίθασου ταύρου στο θυμωμένο περιβάλλον του στενού στάβλου.

Η λέξη «απαγορεύτεται» ακουγόταν παντού και πολύ συχνά.

Αργοκίνητες οι αγελάδες στο γέρμα του ήλιου.

Το άφθονο χόρτο του τεράστιου κάμπου είχε φωλιάσει για τα καλά στις μεγάλες κοιλιές τους και περίμενε να έρθει η ώρα της επεξεργασίας στην μηρυκαστική διαδικασία.

Η αγελάδα που ήτανε μωρομάνα βιαζότανε να πάει στον ζυγό για να θηλάξει το μοσχαράκι της που περίμενε δεμένο στο χωριό, εκεί στο μπαΐρι, μέσα στον ταπεινό στάβλο.

Μάζευε ο παππούς μου τα γεωργικά εργαλεία, που είχανε κάνει ολημερίς καλά τη δουλειά τους, και τα έβαζε πάνω στη «λιμουζίνα» μας.

Η τσάπα με κάποια υπολείμματα από το επεξεργασμένο μαύρο χώμα, η κόσα πρασινισμένη από το χλωρό τριφύλλι, δυο κουμούλες χόρτο στο πίσω μέρος του οχήματος για το απογαλακτισμένο μοσχάρι που περίμενε στο Χειμώνιο με υπομονή, ξεστομίζοντας σταδιακά τα «μουουου... μουουου...» τρία χιλιόμετρα μακριά.

Με τα σχοινιά στα χέρια, έδινε ο παππούς μου το κουμάντο στα ζεμένα τετράποδα.

Καθόμουνα πίσω του και χαιρόμουνα για την «παλιννόστηση». Η ιδιαίτερη πατρίδα μου βρισκόταν μπροστά μου, στα δυτικά, ενώ αυτή του παππού έμενε πίσω, στα ανατολικά που είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει ως δωδεκάχρονο παιδί. Το Μεγάλο Ζαλούφι της Ανατολικής Θράκης.

Μόλις απομακρυνόμασταν από το χωράφι, μου άρεσε πολύ να κρεμάω τον ντουρβά στο εξωτερικό μέρος του κανατιού.

Πέρα-δώθε, αριστερά δεξιά ο, σχεδόν, άδειος σάκος θύμιζε την κάτω «οικογένεια» του επιβήτορα κριαριού που χρειάζονταν οι προβατίνες για την διαιώνιση του είδους.

Κάτι ανάλογο ήτανε και δικός μας σάκος που με το περιεχόμενό του, με το ψωμί, το τυρί, το καρπούζι και τις ελιές διαιώνιζε τους κόπους και τους ιδρώτες του φτωχού αγρότη.

Αν έριχνε την ματιά του προς τα πίσω ο παππούς, μου έλεγε να τραβήξω τον ντουρβά προς την εσωτερική πλευρά του κανατιού, μην τυχόν χαθεί στον δρόμο και το δούλεμα στο καφενείο του Γκιόκα θα πήγαινε σύννεφο: «Φωτίδη εσμπόρι τριάστεν! = Ο Φωτίδης έχασε τον ντουρβά του!» Κατά την επιστροφή είχαμε τον κόκκινο, ζωγραφισμένο πίνακα της δύσης μπροστά μας.

Ο ήλιος είχε χαθεί πίσω από τα μπαΐρια, αλλά ο χωματόδρομος ήτανε ορατός.

Από πάνω μας περνούσανε σμήνη από κάργιες και ψαρόνια που πέταγαν για τα βραδινά γιατάκια τους, τις φωλιές της ηρεμίας.

Λίγα μέτρα πάνω από τη γη έδιναν παράσταση οι καρδερίνες, σχηματίζοντας μικρές ομάδες στα κλαδάκια των αγκαθιών και των άλλων θάμνων.

Τα πολύχρωμα πούπουλά τους χρωματίζουνε για μια ζωή αυτήν την ασπρόμαυρη εποχή που έζησα κοντά στον παππού μου Αναστάση.

Όσο προχωρούσε το κάρο προς το Χειμώνιο, αφήναμε πίσω τους σπουργίτες του κάμπου στην επιλεγμένη μοναχικότητά τους.

Το γρήγορο και σπαθωτό πέταγμα των τρυγονιών ήτανε αυτό που μου τραβούσε την μεγαλύτερη προσοχή.

Η μονόλεπτη, ζευγαρωτή τους παρουσία πάνω από τα κεφάλια μας, διασχίζοντας τον κατακόκκινο ουρανό, έμοιαζε με ένα γλυκόπικρο βέλος στην παιδική καρδούλα μου που έψαχνε τους γονείς της ξενιτιάς.

Τέτοιαν ώρα θα είχανε σχολάσει κι αυτοί για να πάνε στο σπίτι τους, αλλά πολλά πολλά χιλιόμετρα μακριά... Τάσος Δαλακίδης Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο (Νέα Βύσσα)

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences