Ένα από τα πράγματα που ζηλεύω περισσότερο στην πολιτική ζωή του Ηνωμένου Βασιλείου, σε σχέση με την Ελλάδα, είναι ο πολιτικός πολιτισμός. Και δεν εννοώ απλώς μια γενική συμπεριφορά αστικής ευγένειας...
Ένα από τα πράγματα που ζηλεύω περισσότερο στην πολιτική ζωή του Ηνωμένου Βασιλείου, σε σχέση με την Ελλάδα, είναι ο πολιτικός πολιτισμός.
Και δεν εννοώ απλώς μια γενική συμπεριφορά αστικής ευγένειας.
Εννοώ την ουσιαστική αποδοχή μιας βασικής αρχής: αντιπαλεύουμε την πολιτική άποψη, όχι το πρόσωπο που την εκφράζει.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Βουλή των Κοινοτήτων οι βουλευτές δεν απευθύνονται προσωπικά ο ένας στον άλλον.
Απευθύνονται στον Πρόεδρο της Βουλής και, όταν αναφέρονται σε άλλον βουλευτή ή υπουργό, το κάνουν σε τρίτο πρόσωπο, χρησιμοποιώντας την ιδιότητά του και την προσφώνηση «ο/η αξιότιμος/η κύριος/κυρία». Χαρακτηρισμοί όπως «ψεύτης», «συκοφάντης», «απατεώνας», «φασίστας» κ.λπ. δεν αποτελούν αποδεκτό κοινοβουλευτικό λόγο.
Μπορεί να ασκηθεί σκληρή κριτική σε μια πράξη, μια απόφαση ή μια πολιτική, αλλά όχι να μετατρέπεται η πολιτική αντιπαράθεση σε προσωπική προσβολή.
Και όταν οι κανόνες αυτοί παραβιάζονται, υπάρχουν συνέπειες.
Φαντάζομαι ότι αρκετοί από τους πρωταγωνιστές των πρόσφατων ελληνικών κοινοβουλευτικών αντιπαραθέσεων —η κυρία Κωνσταντοπούλου, ο υπουργός Υγείας, αλλά και πρόσφατα οι φίλοι μου κύριοι Φλωρίδης και Δουδωνής— δεν θα παρέμεναν για πολύ στην αίθουσα.
Ειδικά για την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας, η αποβολή θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σχεδόν καθημερινό κοινοβουλευτικό φαινόμενο.
Δεν πιστεύω ότι μπορούμε —ούτε ότι χρειάζεται— να αντιγράψουμε αυτούσιο το βρετανικό μοντέλο.
Ίσως, μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι υπερβολικά αυστηρό.
Αυτό όμως δεν αποτελεί δικαιολογία για την κατρακύλα του πολιτικού λόγου που παρακολουθούμε κατά καιρούς στην Ελλάδα.
Αφορμή για αυτές τις σκέψεις είναι, φυσικά, η χθεσινή αντιπαράθεση μεταξύ της κυρίας Σδούκου και του κυρίου Φαραντούρη και η διαφορετική χρήση της λέξης «χαριεντίζομαι» από τους δύο.
Και δεν θα κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου.
Η χρήση της συγκεκριμένης φράσης από τον κύριο Φαραντούρη, ακόμη κι αν έγινε εν τη ρύμη του λόγου και ως απάντηση στην προηγούμενη τοποθέτηση της συνομιλήτριάς του, είναι ξεκάθαρα σεξιστική και υποτιμητική απέναντι σε μια γυναίκα και μάλιστα δημόσια υπάλληλο.
Γι’ αυτό και είναι, κατά τη γνώμη μου, απερίφραστα καταδικαστέα.
Από την άλλη —και αυτό δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση «ναι μεν αλλά» ούτε δικαιολογία— η αναπληρώτρια εκπρόσωπος της ΝΔ θα μπορούσε να είχε αποφύγει και η ίδια τη συγκεκριμένη διατύπωση.
Δεν το έκανε.
Και αυτό είναι μια πολιτική επιλογή που χαρακτηρίζει τόσο την ίδια όσο και τον τρόπο με τον οποίο το κόμμα που εκπροσωπεί επιλέγει να διεξάγει την πολιτική αντιπαράθεση.
Ακόμη λοιπόν κι αν δεν μπορούμε —και δεν χρειάζεται— να υιοθετήσουμε τους κανόνες συμπεριφοράς του βρετανικού Κοινοβουλίου, μπορούμε και πρέπει να υιοθετήσουμε τουλάχιστον την ουσία τους: σκληρή αντιπαράθεση στις πολιτικές, στις θέσεις και στις πράξεις· όχι προσωπική απαξίωση.
Βέβαια, στην Ελλάδα υπάρχει μια πρόσθετη δυσκολία.
Δεν έχουμε μόνο κόμματα πολιτικών θέσεων.
Έχουμε και κόμματα συγκροτούνται γύρω από πρόσωπα. Κόμματα ΙΧ. Και όταν απουσιάζουν συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις ή προγραμματικές διαφορές, είναι πράγματι δυσκολότερο να αποφύγεις την προσωποποίηση της αντιπαράθεσης.
Ας προσπαθήσουμε, τουλάχιστον, να το κάνουμε χωρίς τοξικότητα, χωρίς προσωπικές προσβολές και χωρίς να μετατρέπουμε την πολιτική σε προσωπική Τα τρία κόμματα που διεκδικούν τον χώρο των αρχών και των ιδεών ας γίνουν, επιτέλους, και κόμματα αξιών. Και μία από τις πρώτες αξίες που θα πρέπει να υπηρετήσουν είναι ο πολιτικός πολιτισμός.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους