«Πού είναι η κούνια, Θανάση;» του είπα πριν καν αφήσω το κάθισμα του αυτοκινήτου στο πάτωμα. Η μικρή έκλαιγε στην αγκαλιά μου, εγώ πονούσα ακόμα από τη γέννα και στεκόμουν στη μέση του σαλονιού σαν...
«Πού είναι η κούνια, Θανάση;» του είπα πριν καν αφήσω το κάθισμα του αυτοκινήτου στο πάτωμα.
Η μικρή έκλαιγε στην αγκαλιά μου, εγώ πονούσα ακόμα από τη γέννα και στεκόμουν στη μέση του σαλονιού σαν χαμένη.
Στο πάτωμα υπήρχαν σακούλες από σούπερ μάρκετ, άπλυτα ποτήρια στο τραπεζάκι και εκεί που έπρεπε να είναι το βρεφικό δωμάτιο, ήταν ακόμα πεταμένα κουτιά, μια σκάλα και τα εργαλεία του. Ο Θανάσης με κοίταξε σαν παιδί που το έπιασαν να λέει ψέματα. «Ελένη, άκουσέ με... θα τα έφτιαχνα σήμερα.» «Σήμερα; Σήμερα γύρισα από το μαιευτήριο με το παιδί μας!» Ένιωσα το σώμα μου να τρέμει.
Όχι μόνο από την κούραση.
Από εκείνο το παγωμένο αίσθημα ότι είμαι μόνη, ενώ υποτίθεται πως δεν έπρεπε να είμαι.
Είχα περάσει τέσσερις μέρες στο μαιευτήριο στην Καλλιθέα.
Με ράμματα, πόνο, θηλασμό κάθε δύο ώρες, ορμόνες, φόβο.
Και όλο αυτό το διάστημα ο Θανάσης μού έλεγε στο τηλέφωνο «μην αγχώνεσαι, όλα έτοιμα είναι». Μου έστελνε μέχρι και φωτογραφίες από μια γωνία με αρκουδάκια και σεντονάκια.
Μόνο που όταν μπήκα σπίτι, κατάλαβα ότι είχε τραβήξει μόνο τη μία καθαρή πλευρά του δωματίου. «Τα χαρτιά τα έκανες τουλάχιστον;» τον ρώτησα.
Χαμήλωσε το βλέμμα. «Ποια χαρτιά;» Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησα.
Νομίζω ούτε ανέπνεα. «ΑΜΚΑ για το μωρό. Δήλωση.
Τα βασικά, Θανάση.
Αυτά που είπαμε δέκα φορές πριν γεννήσω.» Η μικρή άρχισε να κλαίει πιο δυνατά.
Κι εγώ μαζί της, σχεδόν. «Δεν πρόλαβα», ψέλλισε. «Δεν πρόλαβες ή δεν ασχολήθηκες; Γιατί άλλο το ένα, άλλο το άλλο.» Εκείνος έκανε να με πλησιάσει, αλλά τραβήχτηκα. «Μη. Μη με αγγίζεις τώρα.
Εγώ γέννησα, εγώ ξενύχτησα, εγώ φοβόμουν μόνη μου εκεί μέσα, κι εσύ δεν μπόρεσες ούτε ένα δωμάτιο να αδειάσεις; Ούτε δύο χαρτιά να κάνεις;» Η φωνή μου έσπασε στο τέλος.
Και αυτό με θύμωσε ακόμα πιο πολύ.
Γιατί δεν ήθελα να κλάψω μπροστά του.
Ήθελα να φωνάξω.
Να σπάσω κάτι.
Να του πω ότι με πρόδωσε σε μια από τις πιο ευάλωτες στιγμές της ζωής μου.
Εκείνος κάθισε στην άκρη του καναπέ και έπιασε το κεφάλι του. «Δεν ξέρω τι έπαθα», είπε σιγά. «Εγώ ξέρω.
Με άφησες μόνη.» Πήγα στο μπάνιο και έκλαψα βουβά, για να μη με ακούσει η μικρή.
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και δεν αναγνώριζα το πρόσωπό μου.
Ήμουν χλωμή, πρησμένη, με μαύρους κύκλους και γάλα πάνω στη μπλούζα.
Και μέσα σε όλα αυτά, είχα κι έναν άντρα που είχε εξαφανιστεί χωρίς να φύγει από το σπίτι.
Το ίδιο βράδυ ήρθε η μάνα μου να βοηθήσει.
Μόλις είδε την κατάσταση, πάγωσε. «Ελένη, το παιδί πού θα κοιμηθεί;» Δεν απάντησα. Ο Θανάσης σηκώθηκε αμέσως. «Θα φτιάξω την κούνια τώρα.» Η μάνα μου τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που λιώνει σίδερα. «Τώρα; Αφού γύρισε η λεχώνα σπίτι; Μπράβο, αγόρι μου.» Εκείνος δεν μίλησε.
Μόνο έσφιξε τα χείλη και πήγε στο δωμάτιο.
Άκουγα τις βίδες, τα συρτάρια, κάτι να πέφτει.
Κι εγώ στο μεταξύ άλλαζα τη μικρή πάνω στον καναπέ, με τη μάνα μου να ψάχνει πάνες μέσα σε σακούλες.
Ήταν ταπεινωτικό.
Αυτό ήταν. Ταπεινωτικό.
Τρεις μέρες δεν του μιλούσα σχεδόν καθόλου.
Μόνο τα απαραίτητα. «Κράτα τη λίγο.» «Ζέστανε νερό.» «Πήγαινε φαρμακείο.» Το βράδυ της τρίτης μέρας, ενώ η μικρή επιτέλους κοιμόταν, με βρήκε στην κουζίνα.
Εγώ έτρωγα όρθια ένα τοστ, γιατί ούτε να κάτσω δεν προλάβαινα. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους