Δεν κατάλαβα πότε ακριβώς χάθηκε το πορτοφόλι μου. Αυτό είναι που με εκνεύριζε περισσότερο τις πρώτες ώρες: ότι δεν είχα ούτε μια καθαρή εικόνα στο μυαλό μου. Ήταν Σάββατο, αρχές του μήνα, και είχα...
Δεν κατάλαβα πότε ακριβώς χάθηκε το πορτοφόλι μου. Αυτό είναι που με εκνεύριζε περισσότερο τις πρώτες ώρες: ότι δεν είχα ούτε μια καθαρή εικόνα στο μυαλό μου. Ήταν Σάββατο, αρχές του μήνα, και είχα κατέβει στην Κυψέλη για ψώνια.
Ο άντρας μου, ο Νίκος, δούλευε εκείνη τη μέρα στο συνεργείο του αδελφού του στο Αιγάλεω κι εγώ ήθελα να τελειώνω μόνη μου με κάτι πράγματα για το σπίτι.
Λαϊκή, φαρμακείο, καθαριστήριο, ένα δώρο για τη βαφτιστήρα μου.
Τα γνωστά. Στην Φωκίωνος είχε κόσμο, καρότσια, παιδιά με πατίνια, ανθρώπους που περνούσαν βιαστικά.
Στο μανάβικο θυμάμαι ότι πλήρωσα με κάρτα.
Στο φαρμακείο πήγα να βγάλω την κάρτα της ασφάλισης από το πορτοφόλι και τότε δεν το βρήκα στην τσάντα.
Άδειασα την τσάντα πάνω στον πάγκο σχεδόν.
Χαρτομάντιλα, μια απόδειξη από τον Σκλαβενίτη, τα κλειδιά μας, ένα στυλό που δεν γράφει ποτέ, τίποτα.
Η φαρμακοποιός, μια κυρία που με ξέρει χρόνια, είπε ήρεμα: «Κοίτα μήπως το άφησες κάπου, Μαρία.
Μην πανικοβάλλεσαι ακόμα.» Αλλά εγώ ήδη είχα πανικοβληθεί.
Δεν είχα μόνο χρήματα μέσα.
Είχα ταυτότητα, δίπλωμα, κάρτες, ακόμα και μια μικρή φωτογραφία των παιδιών από τότε που ήταν στο δημοτικό.
Ο μεγάλος μου γιος τώρα είναι είκοσι έξι, μένει Περιστέρι με τη φίλη του, αλλά εγώ αυτή τη φωτογραφία την κουβαλάω ακόμα.
Άχρηστο, το ξέρω.
Γύρισα πίσω όλη τη διαδρομή σαν χαμένη.
Ρώτησα στο μανάβικο, στη λαϊκή, στο περίπτερο.
Ένας πωλητής μου είπε «κυρία μου, εδώ αν πέσει κάτω δεκάευρο, σε δύο δευτερόλεπτα κάνει φτερά». Δεν το είπε κακά, αλλά μου έκατσε άσχημα.
Μπλόκαρα αμέσως τις κάρτες από το κινητό και μετά πήρα τον Νίκο.
Αντί να με καθησυχάσει, μου είπε: «Πόσα μετρητά είχες;» «Εκατόν ογδόντα.
Γιατί;» «Τίποτα, βρε Μαρία. Ρωτάω.» Το “τίποτα” του με πείραξε.
Σαν να άκουσα πίσω από αυτό το “γιατί τα κουβαλούσες όλα μαζί;”. Και η αλήθεια είναι ότι ίσως είχε δίκιο.
Είχα πληρωθεί κάτι ιδιαίτερα που κάνω σε δύο παιδιά της γειτονιάς, και δεν είχα προλάβει να τα βάλω στην τράπεζα. Τη Δευτέρα, στην είσοδο της πολυκατοικίας, το είπα στη Ράνια του τρίτου.
Δεν το είπα για να γίνει θέμα.
Απλώς με είδε αναστατωμένη με τους φακέλους για την επανέκδοση της ταυτότητας και με ρώτησε.
Μέχρι το βράδυ το ήξεραν, νομίζω, οι μισοί γύρω δρόμοι.
Μια συνηθισμένη βόλτα για ψώνια στην Κυψέλη έγινε για εκείνη μια εβδομάδα γεμάτη άγχος, ψιθύρους και βλέμματα που απέφευγαν το δικό της.
Όταν το πορτοφόλι της εξαφανίστηκε μέσα στον κόσμο, κανείς δεν φανταζόταν ότι η απάντηση θα βρισκόταν τόσο κοντά στην πολυκατοικία της.
Οι γνωστοί άρχισαν να μιλούν, οι γείτονες να υποθέτουν, και μια ιστορία ανάγκης ήρθε στην επιφάνεια με τρόπο που την έκανε να αμφιβάλλει για όσα πίστευε ότι θα έκανε σε μια τέτοια περίπτωση.
Μια απόφαση που φαινόταν απλή στα λόγια, χώρισε τη γειτονιά στα δύο.
Διαβάστε παρακάτω τι συνέβη και γιατί εκείνη η μέρα δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από το μυαλό της. 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους