ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ Πήρε την τσάπα στον ώμο και τράβηξε ίσα για το βουνό. Σημάδεψε με το μάτι την πιο ψηλή κορυφή του. Πήγαινε να σκάψει το πιο μεγάλο σύννεφο, αυτό που η μολυβένια του κοιλιά, οι...
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ Πήρε την τσάπα στον ώμο και τράβηξε ίσα για το βουνό.
Σημάδεψε με το μάτι την πιο ψηλή κορυφή του.
Πήγαινε να σκάψει το πιο μεγάλο σύννεφο, αυτό που η μολυβένια του κοιλιά, οι άνθρωποι ζητούσαν να γεννήσει τόνους νερό. "Πάω να το σκάψω" - είπε - η γη διψάει, η γη πεθαίνει.
Ξεμάκραινε σιγά σιγά ως που έγινε μια κουκίδα.
Μια τόση δα μικρή κουκίδα, ένα με τον ορίζοντα που θαρρείς πως τον κατάπιε.
Σε λίγο άρχισε να βρέχει, στην αρχή αργά, μα όσο πήγαινε και δυνάμωνε.
Κάποια στιγμή το νερό άρχισε να σχηματίζει ρυάκια, έτρεχε στους δρόμους στα ρέματα στα χαντάκια παντού.
Οι γυναίκες βγήκαν κι` έλουζαν τα μαλλιά τους, τα παιδιά κοίταζαν τρομαγμένα γιατί ποτέ τους δεν είχαν δει τόσο νερό να κυλάει.
Οι άντρες ούρλιαζαν από χαρά, κι` αντάμωναν την ορμή της βροχής με γυμνά τα δυνατά τους στέρνα.
Τώρα από μακριά, ο άντρας με την τσάπα στον ώμο γύριζε πίσω τραγουδώντας το τραγούδι της βροχής. "Τα σπαρτά δεν θα ξεραθούν, και στα ποτάμια θα κυλάει νερό για πολύ ακόμα", έλεγε και τραγουδούσε.
Κανείς δεν ήξερε αυτόν τον άνθρωπο στο μικρό χωριό, κανείς δεν τον είχε ξαναδεί.
Ενιωθαν όμως όλοι ευγνωμοσύνη που αυτός μπόρεσε να κάνει αυτό που οι ίδιοι δεν τόλμησαν, και δεν πίστεψαν ποτέ.
Μια τεράστια χαρά τους πλημμύρισε για το παράδειγμα του, το πως το ακατόρθωτο, έγινε κατορθωτό γιατί μόνο εκείνος το πίστεψε. Τάκης Θηβαίος
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους