Σήμερα Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026 στην ηλεκτρονική και έντυπη εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ» ο Ανδρέας Κούνιος γράφει για το «Κινητό Ταραντούλα»🕷. ✍️ «ΔΕΣΜΟΦΥΛΑΚΑΣ στα κάτεργα της ποίησης/ ή, αν προτιμάτε, του...
Σήμερα Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026 στην ηλεκτρονική και έντυπη εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ» ο Ανδρέας Κούνιος γράφει για το «Κινητό Ταραντούλα»🕷. ✍️ «ΔΕΣΜΟΦΥΛΑΚΑΣ στα κάτεργα της ποίησης/ ή, αν προτιμάτε, του λογοτεχνικού Αλκατράζ/ Τελευταία μου βάρδια/ Περίπολος στον διάδρομο βαρέων νοημάτων/ προς καταμέτρηση στίχων αιτούντων άσυλο/ Κάπου εκεί ξεψύχησα». Με αλληγορίες και συμβολισμούς που αγγίζουν την ποιητική και την αισθητική τελειότητα, με στίχους που ραμφίζουν, σαν τραυματισμένα πουλάκια, το παράθυρο της ψυχής, πηγαίος, ειλικρινής, ρεαλιστής και, την ίδια στιγμή, ονειροπόλος, πότε χάδι και πότε γροθιά, υπέροχα αιρετικός, υποδειγματικά ανατρεπτικός, εξαιρετικά πνευματώδης, ο Παύλος Ανδρέου επιτίθεται με αγάπη! στην κοινωνία της επικοινωνίας! συνθλίβοντας με τους στίχους του την υποκρισία, τον καθωσπρεπισμό, τον ρατσισμό, την κενολογία, την αλαζονεία, τις μικρές και χαμηλόφωνες επαναστάσεις των απλών ανθρώπων, με γλώσσα που καίει σαν πυρετός: «Μέσα: Ευτράπελα με σοβαρές υπογραφές/ γκάφες, αλλόκοτα σαρδάμ/ βίντεο ερωτικών στιγμών/ με λάθος εραστές/ ο προϊστάμενος να ξύνει τη μασχάλη/ σε ανάλυση full-screen/ Ωστόσο, ανάμεσά τους το χειρότερο/ Αυτό το κόκκινο κουμπί/ πλανητάρχης του φακέλου/ τραβούσε την καδένα της λεκάνης/ σαν τελεσίγραφο για να τους καταπιεί/ «Παραιτούμαι» και, φυσικά, δεν χαρίζεται (και) στην ποίηση, δηλαδή την τέχνη που του δίνει πνοή αφού, ο τρώσας και ιάσεται. Ο Παύλος Ανδρέου αγγίζει, με την ποίησή του, γυμνό καλώδιο.
Δεν φοβάται την αλήθεια.
Το αντίθετο: ανοίγει διάπλατα την αγκαλιά του και τής ψιθυρίζει στο αυτί ψαλμούς.
ΚΑΘΕ ποίημα της συλλογής είναι ταξίδι.
Με άγνωστο προορισμό.
Ο γνωστός προορισμός σκοτώνει την περιέργεια και, άρα, τη δημιουργία.
Θα επιστρέψεις, φυσικά, δεν γίνεται αλλιώς μα, στο μεταξύ, θα έχεις μοιραστεί, ίσως και θα έχεις ενστερνιστεί ολοκληρωτικά, τις ανησυχίες, τους στοχασμούς, τους προβληματισμούς του ποιητή κι εκείνο το επαναστατικό βλέμμα που διαπερνά, σαν σπαθί, τις άθλιες συμβάσεις: «Ώσπου κάποια μέρα/ έκλεισε μια πολύκροτη υπόθεση/ που δεκαετίες καιροφυλακτούσε/ στην καρδιά ενός φακέλου». «Όπως όλοι οι άνθρωποι, ο ποιητής είναι ένας φυλακισμένος του εαυτού του, αλλά αυτός καταφέρνει να πετάει με το κλουβί του». Τάδε έφη Gregoire Lacroix.
Μα αυτή δεν είναι και η ζωή; Όσοι είναι ελεύθεροι σέρνονται, όσοι είναι σκλάβοι πετάνε. Ο Παύλος Ανδρέου ισορροπεί ανάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο, στο φως και στο σκοτάδι, στην ελπίδα και στην απελπισία, στην ευτυχία και στη δυστυχία – παρότι οι διαφορές τους έγιναν, στους καιρούς μας, δυσδιάκριτες και οι αποστάσεις τους σχεδόν αόρατες – θρυμματίζοντας τον παραμορφωτικό καθρέφτη μιας εποχής όπου οι έννοιες και οι σημασίες έχασαν τον ετυμολογικό, και τον ουσιαστικό τους, πυρήνα: «Σκόνταφτα τρέχοντας/ μπροστά από βιτρίνες/ φίλτρων ευφορίας/ Ακόμη μια selfie/ και στο φόντο/ πλήθος τυλιγμένο αχλή/ Στην αρχή, νόμιζα πως είχαν γιορτή/ Έπειτα πένθος/ Εντέλει ιεροτελεστία/ δηλητηριώδους επαφής/ Συνέρρεαν σε παράταξη/ Αντί στεφάνων/ κουβαλούσαν φορτιστές/ Αντί κεριών/ αναμμένους φακούς κάμερας/ Αντί ψαλμών/ ήχοι ειδοποιήσεων/ από πληκτρολόγια φορτωμένα:/ ντιν-ντιν, βζζζ, ταπ-ταπ».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους