Η πρόσφατη καταγγελία ενάντια στον Μ. προκάλεσε μια μεγάλη και πολύ πολωμένη συζήτηση. Το περιεχόμενο της καταγγελίας σφίγγει το στομάχι και προκαλεί οργή. Ιδιαίτερα καθώς η καταγγελία αφορά άνθρωπο...
Η πρόσφατη καταγγελία ενάντια στον Μ. προκάλεσε μια μεγάλη και πολύ πολωμένη συζήτηση.
Το περιεχόμενο της καταγγελίας σφίγγει το στομάχι και προκαλεί οργή.
Ιδιαίτερα καθώς η καταγγελία αφορά άνθρωπο του «χώρου». Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στην καταγγέλλουσα.
Δυστυχώς, οι κακοποιητικές συμπεριφορές και σχέσεις δεν λείπουν από το χώρο της Αριστεράς, της Αναρχίας, των κοινωνικών κινημάτων – η πολιτική/ιδεολογική τοποθέτηση δεν προσφέρει «ανοσία» στις πατριαρχικές αντιλήψεις με τις οποίες έχουμε μεγαλώσει, ούτε στις κακοποιητικές συμπεριφορές διαφόρων βαθμών και αποχρώσεων.
Ακριβώς όμως όταν οι καταγγελίες αφορούν ανθρώπους του «χώρου» οφείλουμε να έχουμε πολύ πιο αυστηρή στάση.
Γιατί είναι άνθρωποι που έχουν εκτεθεί στις συζητήσεις και τις δράσεις του φεμινιστικού κινήματος - δεν προέρχονται από ένα περιβάλλον που θα μπορούσε να εξηγήσει (όχι να δικαιολογήσει) πως καταλήγει κάποιος κακοποιητής και βιαστής.
Η συζήτηση για την συναίνεση δεν ξεκίνησε χτες.
Τα άρθρα, οι εκδηλώσεις, οι κινητοποιήσεις ενάντια στην έμφυλη βία και πολλές άλλες πτυχές της πατριαρχίας μετράνε στην Ελλάδα λίγο πάνω από 10 χρόνια (και αυτό αφορά μόνο το τελευταίο φεμινιστικό κύμα). Οι άνθρωποι του «χώρου», που έχουν ζήσει στον έναν ή τον άλλο βαθμό αυτά τα κινήματα και αρνούνται να εξετάσουν τον τρόπο που έχουν μάθει να σκέφτονται, που αρνούνται να αλλάξουν συμπεριφορά, δεν έχουν ελαφρυντικό: Είναι σεξιστές και πολλοί από αυτούς και κακοποιητές.
Οι kinky / σαδομαζοχιστικές κλπ σεξουαλικές προτιμήσεις χρησιμοποιούνται πολλές φορές σαν άλλοθι για να συγκαλυφθεί η κακοποίηση.
Όμως η συναίνεση απαιτείται για κάθε σεξουαλική πράξη.
Ιδιαίτερα για σεξουαλικές προτιμήσεις όπως τις προαναφερόμενες, η συναίνεση πρέπει να είναι απόλυτα ρητή και επαναλαμβανόμενη όποτε χρειάζεται.
Σαν άλλοθι για την κακοποίηση χρησιμοποιούνται πολλές φορές «ψυχολογικά ζητήματα» του θύματος, όπως αυτά που περιγράφονται στην καταγγελία.
Όμως αυτά δεν αποτελούν πρόσκληση για κακοποίηση ούτε τη δικαιολογούν με οποιοδήποτε τρόπο.
Όταν καταλαβαίνεις ότι ο άνθρωπος απέναντί σου είναι ψυχικά ευάλωτος οφείλεις να κάνεις αμέσως πίσω, όχι να «εκμεταλλευτείς την ευκαιρία». Το γεγονός ότι η καταγγελία είναι ανώνυμη δημιουργεί προβληματισμούς σε πολύ κόσμο.
Αυτοί οι προβληματισμοί, όταν είναι καλόπιστοι και όχι όταν έχουν ως στόχο την προστασία του εκάστοτε δράστη, οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη.
Γιατί οι ανώνυμες καταγγελίες έχουν πολλές φορές χρησιμοποιηθεί από το σύστημα ενάντια στο κίνημα (ανώνυμο τηλεφώνημα κατήγγειλε τον Τάσο Θεοφίλου, ανώνυμο e-mail άνοιξε ξανά το φάκελο marfin, ανώνυμες καταγγελίες για εκρηχτικά ή ναρκωτικά χρησιμοποιούνται για εισβολή των ΜΑΤ σε πανεπιστήμια και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους) και θα χρησιμοποιηθούν πολύ περισσότερο όταν το κίνημα θα γίνει πραγματικά απειλητικό για την εξουσία.
Την ίδια στιγμή όμως είναι απόλυτα κατανοητό και γιατί μια γυναίκα σήμερα θα καταφύγει σε μια ανώνυμη καταγγελία.
Γιατί η επίθεση που θα δεχτεί κοινωνικά αλλά και νομικά (μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση, victim blaming κλπ) είναι πολύ μεγάλη.
Και σπάνια μια γυναίκα μπορεί να ανταπεξέλθει σε μια τέτοια επίθεση μόνη της.
Και εδώ πρέπει να παραδεχτούμε ότι παρόλα τα πολύ σημαντικά βήματα που έχουν γίνει στο φεμινιστικό κίνημα και συμπεριλαμβάνουν καμπάνιες αλληλεγγύης και στήριξης σε θύματα έμφυλης βίας, είμαστε ακόμα πολύ πίσω σε σχέση με τις ανάγκες.
Δεν έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε συνελεύσεις, δίκτυα και χώρους με σταθερή λειτουργία, συνέπεια και μαζικότητα, όπου οι γυναίκες που θέλουν να καταγγείλουν κακοποίηση ή βιασμό θα βρίσκουν σταθερά ουσιαστική υποστήριξη: Δημοσιοποίηση της καταγγελίας τους ανώνυμα αν οι ίδιες το επιθυμούν, αλλά με το βάρος και την τεκμηρίωση που μπορεί να της προσδώσει η συλλογική δράση / η συλλογικότητα.
Με έρευνα, αλλά και με δεδομένο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των καταγγελιών για έμφυλη βία που κάνουν γυναίκες (cis και trans) είναι πραγματικές και άρα τις αντιμετωπίζουμε με ισχυρή «θετική προκατάληψη» και όχι με την δυσπιστία και το victim blaming της πατριαρχίας.
Και βέβαια πέρα από την καταγγελία, πρέπει να μπορούμε να προχωράμε συλλογικά σε νομικές κινήσεις και κινηματικές δράσεις – πάντα με σεβασμό στις επιθυμίες του θύματος.
Το καθήκον να χτίσουμε ένα τέτοιο κίνημα είναι μπροστά μας και είναι επιτακτικό.
Τέλος, όταν η έμφυλη βία είναι ένα τόσο μαζικό κοινωνικό φαινόμενο, είναι προφανές ότι οι αλληλέγγυες κινήσεις δεν θα μπορέσουν να φτάσουν όλα τα θύματα.
Γι’ αυτό πρέπει να είναι ψηλά στις διεκδικήσεις μας η δημιουργία δημόσιων και δωρεάν δομών υποδοχής και υποστήριξης θυμάτων έμφυλης βίας σε όλους τους δήμους, με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό (κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους, νομικούς κ.α.). Την ίδια στιγμή γνωρίζουμε ότι όσο ζούμε στα πλαίσια του σημερινού συστήματος που (ανα)γεννά και αναπαράγει την πατριαρχία και τη βία, η έμφυλη βία δεν θα εξαλειφθεί.
Γι’ αυτό οι φεμινιστικοί αγώνες πρέπει να συνδέονται άμεσα με τον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους