[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Όταν το «μπορεί» γίνεται «σίγουρα»: πώς ο νους μας διαβάζει μια θεσμική αλλαγή Άρθρο του καθ. Νίκου Μακρή, Προέδρου της ΕΛΨΕ στο site psychology now (

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Όταν το «μπορεί» γίνεται «σίγουρα»: πώς ο νους μας διαβάζει μια θεσμική αλλαγή Άρθρο του καθ. Νίκου Μακρή, Προέδρου της ΕΛΨΕ στο site psychology now (https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/prosopikotita/gnostiki-psixologia/gnostikes-meroliipsies-thesmikes-allages-psychologia/) Πόσες φορές έχουμε διαβάσει μια είδηση που μας αφορά άμεσα και, πριν ακόμη φτάσουμε στο τέλος, έχουμε ήδη αποφασίσει τι σημαίνει; Και πόσες φορές κάτι που αρχικά ακούσαμε ως πιθανότητα, ύστερα από αρκετές επαναλήψεις, αρχίζει να μας φαίνεται σχεδόν βέβαιο; Μια θεσμική αλλαγή μπορεί να αποτελέσει μια ενδιαφέρουσα αφορμή για να παρατηρήσουμε στην πράξη ορισμένους από τους μηχανισμούς που μελετά η γνωστική ψυχολογία.

Όταν καλούμαστε να αξιολογήσουμε ένα σύνθετο κείμενο που μας αφορά άμεσα και του οποίου οι συνέπειες δεν είναι ακόμη πλήρως γνωστές, δεν επεξεργαζόμαστε απλώς πληροφορίες.

Διαμορφώνουμε κρίσεις, εκτιμούμε πιθανότητες, αξιολογούμε κινδύνους και προσπαθούμε να διαχειριστούμε την αβεβαιότητα.

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τη θεσμική οργάνωση του επαγγέλματος του ψυχολόγου αποτελεί ένα χαρακτηριστικό πεδίο στο οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε αυτές τις διεργασίες.

Οι γνωστικοί μηχανισμοί πίσω από την ερμηνεία μας Η γνωστική ψυχολογία έχει δείξει εδώ και δεκαετίες ότι ο ανθρώπινος νους δεν λειτουργεί ως ουδέτερος δέκτης πληροφοριών.

Επιλέγει, οργανώνει και ερμηνεύει.

Για να διαχειριστεί την πολυπλοκότητα χρησιμοποιεί συχνά γνωστικές συντομεύσεις (heuristics), ενώ οι κρίσεις μας μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να εμφανίσουν συστηματικές μεροληψίες, χωρίς να έχουμε πάντοτε πλήρη επίγνωση της επίδρασης αυτών των μηχανισμών.

Αυτοί οι μηχανισμοί αποτελούν μέρος της φυσιολογικής λειτουργίας της σκέψης.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πότε και με ποιον τρόπο μπορεί να επηρεάζουν την κρίση μας.

Η αναφορά σε γνωστικές μεροληψίες δεν σημαίνει ότι μια ανησυχία ή μια θετική αξιολόγηση είναι λανθασμένη.

Το ερώτημα είναι πώς φτάνουμε στην κρίση μας και πόσο καλά αυτή στηρίζεται στα διαθέσιμα στοιχεία.

Ας υποθέσουμε ότι, πριν ακόμη διαβάσουμε ένα σύνθετο θεσμικό κείμενο, έχουμε ήδη εκτεθεί σε μια ισχυρή ερμηνεία του: «Αυτό θα περιορίσει τα δικαιώματά μας» ή, από την αντίθετη πλευρά, «Αυτό λύνει επιτέλους τα προβλήματα του κλάδου». Στη γνωστική ψυχολογία, η αγκύρωση (anchoring) περιγράφει την επίδραση που μπορεί να ασκήσει ένα αρχικό σημείο αναφοράς στις κρίσεις και τις εκτιμήσεις που ακολουθούν.

Αν και η κλασική έρευνα για την αγκύρωση αφορά κυρίως ποσοτικές εκτιμήσεις, γενικότερα η αρχική πληροφορία με την οποία προσεγγίζουμε ένα ζήτημα μπορεί να επηρεάσει το σημείο από το οποίο ξεκινά η αξιολόγησή μας (Tversky & Kahneman, 1974). Έτσι, δύο άνθρωποι που πρόκειται να διαβάσουν το ίδιο θεσμικό κείμενο, έχοντας προηγουμένως ακούσει διαφορετικές ερμηνείες του, μπορεί να ξεκινούν από διαφορετικά σημεία αναφοράς.

Αυτό δεν καθορίζει αναγκαστικά το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξουν, μπορεί όμως να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο θα προσεγγίσουν και θα αξιολογήσουν όσα διαβάσουν.

Αφού σχηματιστεί μια πρώτη θέση, μπορεί να λειτουργήσει και η μεροληψία της επιβεβαίωσης (confirmation bias). Τείνουμε να προσέχουμε ευκολότερα ή να δίνουμε μεγαλύτερη βαρύτητα στις πληροφορίες που είναι συμβατές με όσα ήδη πιστεύουμε.

Και αυτό λειτουργεί προς όλες τις κατευθύνσεις.

Εκείνος που περιμένει να βρει περιορισμούς μπορεί να εντοπίζει ευκολότερα στοιχεία που ενισχύουν αυτή την προσδοκία.

Εκείνος που είναι εξαρχής θετικός απέναντι σε μια αλλαγή μπορεί, αντιστοίχως, να υποτιμήσει πραγματικές ασάφειες ή κινδύνους (Nickerson, 1998). Οι γνωστικές μεροληψίες δεν είναι κάτι που συμβαίνει στους «άλλους». Αφορούν όλους μας.

Υπάρχει επίσης η τάση οι αρνητικές πληροφορίες να αποκτούν συχνά μεγαλύτερη γνωστική βαρύτητα από τις θετικές ή ουδέτερες.

Η μεροληψία αρνητικότητας (negativity bias) δεν σημαίνει ότι οι κίνδυνοι που εντοπίζουμε είναι ανύπαρκτοι ή ότι μια ανησυχία είναι αδικαιολόγητη.

Περιγράφει την τάση μιας πιθανής απώλειας, μιας απειλής ή μιας δυσμενούς συνέπειας να προσελκύει εντονότερα την προσοχή μας και να επηρεάζει περισσότερο την αξιολόγησή μας (Baumeister et al., 2001). Συγγενής, αλλά διαφορετικός, είναι ο μηχανισμός της αποστροφής προς την απώλεια (loss aversion). Μια νέα ρύθμιση δεν αξιολογείται μόνο με βάση το τι μπορεί να προσφέρει.

Αξιολογείται και σε σχέση με ένα ήδη υπάρχον σημείο αναφοράς: τι έχω σήμερα και τι θεωρώ ότι ενδέχεται να χάσω; Όταν μια αλλαγή γίνεται αντιληπτή ως ενδεχόμενη απειλή για κάτι που ήδη κατέχουμε ή θεωρούμε κατοχυρωμένο, οι πιθανές απώλειες μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη υποκειμενική βαρύτητα από αντίστοιχα πιθανά οφέλη (Kahneman & Tversky, 1979). Βεβαιότητα, επανάληψη και η ψευδαίσθηση της αλήθειας Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο έχει ιδιαίτερη σημασία να παρατηρούμε πώς μεταβάλλεται η βεβαιότητά μας.

Στον καθημερινό λόγο, διαφορετικά επίπεδα βεβαιότητας μπορούν εύκολα να πλησιάσουν μεταξύ τους: «Αυτό θα μπορούσε να συμβεί». «Άρα πιθανότατα θα συμβεί». «Αυτό θα συμβεί». «Αυτό προβλέπει το κείμενο». Οι τέσσερις προτάσεις δεν είναι ισοδύναμες.

Η πρώτη περιγράφει ένα ενδεχόμενο, η δεύτερη μια εκτίμηση πιθανότητας, η τρίτη μια πρόβλεψη και η τέταρτη έναν ισχυρισμό για το περιεχόμενο του ίδιου του κειμένου.

Η απόσταση μεταξύ τους μπορεί να φαίνεται μικρή μέσα στη δημόσια συζήτηση, αλλά γνωστικά και λογικά είναι σημαντική.

Ας δούμε πώς λειτουργεί αυτή η διάκριση μέσα από ένα εντελώς υποθετικό παράδειγμα, το οποίο δεν προέρχεται από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο: «Η άσκηση ορισμένων κλινικών πράξεων μπορεί να ρυθμιστεί περαιτέρω με υπουργική απόφαση». Τι λέει πράγματι: προβλέπεται η δυνατότητα μελλοντικής ρύθμισης μέσω υπουργικής απόφασης· δεν καθορίζεται το περιεχόμενό της.

Τι μπορεί εύλογα να συνεπάγεται: ότι κάποιες πτυχές της άσκησης του επαγγέλματος θα εξειδικευτούν αργότερα, εκτός του αρχικού νομοθετήματος.

Τι παραμένει αδιευκρίνιστο: ποιες ακριβώς πράξεις αφορά, ποιος θα συμμετάσχει στη διαβούλευση, πότε θα εκδοθεί η απόφαση.

Τι φοβόμαστε ή προβλέπουμε: ότι η μελλοντική απόφαση θα περιορίσει δικαιώματα — κάτι που το κείμενο ούτε το εγγυάται ούτε το αποκλείει.

Η ίδια πρόταση, δηλαδή, μπορεί να δώσει αφορμή για τέσσερις εντελώς διαφορετικές συζητήσεις, ανάλογα με το ποιο επίπεδο συγχέουμε με ποιο.

Στον σημερινό δημόσιο διάλογο υπάρχει και ένας ακόμη ισχυρός παράγοντας: η επανάληψη.

Η επανειλημμένη έκθεση σε έναν ισχυρισμό μπορεί να αυξήσει την οικειότητα και την ευχέρεια με την οποία τον επεξεργαζόμαστε και, υπό ορισμένες συνθήκες, την αντιλαμβανόμενη αληθοφάνειά του.

Πρόκειται για το φαινόμενο της ψευδαίσθησης της αλήθειας (illusory truth effect) (Hasher et al., 1977· Fazio et al., 2015). Ένας ισχυρισμός μπορεί αρχικά να διατυπωθεί ως ερμηνεία, στη συνέχεια να αναπαραχθεί χωρίς την αρχική επιφύλαξη και τελικά να γίνει οικείος μέσα από την επανάληψη.

Μετά από αρκετές εκθέσεις μπορεί να μην είναι πάντοτε εύκολο να θυμηθούμε αν μια πληροφορία προερχόταν από την πρωτογενή πηγή ή από μια ερμηνεία της.

Η οικειότητα μιας πληροφορίας, όμως, δεν αποτελεί από μόνη της τεκμήριο για την ακρίβειά της.

Η αξία της μεταγνώσης Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο: η μεταγνώση (metacognition). Πρόκειται για την ικανότητά μας να παρατηρούμε και να αξιολογούμε τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε και, όταν χρειάζεται, να ρυθμίζουμε ή να αναθεωρούμε την κρίση μας (Flavell, 1979· Nelson & Narens, 1990). Δεν εξετάζουμε δηλαδή μόνο τι σκεφτόμαστε, αλλά και πώς φτάσαμε να το σκεφτόμαστε και πόσο δικαιολογημένη είναι η βεβαιότητά μας γι’ αυτό.

Τι γνωρίζω και τι υποθέτω? Πόσο βέβαιος είμαι γι’ αυτό που πιστεύω? Από πού προέρχεται αυτή η βεβαιότητα? Διάβασα το ίδιο το κείμενο ή μια ερμηνεία του? Αναζήτησα στοιχεία που αμφισβητούν τη θέση μου ή μόνο εκείνα που την επιβεβαιώνουν? Τι θα μπορούσε να με κάνει να αναθεωρήσω? Η μεταγνώση δεν μας λέει ποια θέση πρέπει να πάρουμε.

Μας επιτρέπει να εξετάσουμε την ποιότητα της διαδρομής με την οποία φτάσαμε σε αυτήν.

Αυτή η μεταγνωστική διάκριση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν αξιολογούμε σύνθετες θεσμικές αλλαγές.

Η αβεβαιότητα δεν είναι απαραίτητα ένδειξη ότι κάτι έχει πάει λάθος· συχνά αποτελεί αναπόφευκτο χαρακτηριστικό μιας διαδικασίας της οποίας οι συνέπειες δεν έχουν ακόμη φανεί πλήρως.

Η διάκριση ανάμεσα σε αυτό που λέει πράγματι ένα κείμενο, σε αυτό που μπορεί εύλογα να συνεπάγεται, σε αυτό που παραμένει αδιευκρίνιστο και σε αυτό που εμείς προβλέπουμε ή φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβεί, μας επιτρέπει να συζητούμε διαφορετικά είδη ισχυρισμών με την ακρίβεια που απαιτεί το καθένα.

Η διάκριση αυτή επιτρέπει να συζητούμε διαφορετικά είδη ισχυρισμών με την ακρίβεια που απαιτεί το καθένα.

Μια ασάφεια μπορεί να εντοπιστεί στο ίδιο το κείμενο, μια πιθανή συνέπεια χρειάζεται να αιτιολογηθεί, ενώ ένας μελλοντικός κίνδυνος μπορεί να εξεταστεί ως ενδεχόμενο χωρίς να παρουσιάζεται ως ήδη δεδομένο.

Η ακρίβεια αυτή δεν περιορίζει την κριτική σκέψη.

Αντίθετα, βοηθά να διακρίνουμε καλύτερα τι γνωρίζουμε, τι συμπεραίνουμε και πού παραμένει πραγματική αβεβαιότητα.

Μια πρόκληση και για τους ίδιους τους ψυχολόγους Ίσως εδώ βρίσκεται και μια ιδιαίτερη πρόκληση για εμάς τους ψυχολόγους.

Μελετούμε την ανθρώπινη σκέψη και συμπεριφορά, αλλά αυτό δεν μας θέτει έξω από τους γνωστικούς μηχανισμούς που μελετούμε.

Η επιστημονική γνώση δεν εγγυάται ότι οι κρίσεις μας είναι απαλλαγμένες από μεροληψίες· μπορεί, όμως, να μας δώσει εργαλεία για να εξετάζουμε πιο συστηματικά πώς διαμορφώνονται και πόσο καλά τεκμηριώνονται.

Η διαφωνία και η κριτική αποτελούν αναγκαία στοιχεία κάθε ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου.

Από γνωστική σκοπιά, το κρίσιμο δεν είναι να εξαφανίσουμε την αβεβαιότητα ή τις διαφορετικές ερμηνείες, αλλά να γνωρίζουμε κάθε στιγμή αν μιλάμε για ένα δεδομένο, μια ερμηνεία, μια πιθανότητα ή μια πρόβλεψη.

Η αβεβαιότητα δικαιολογεί ερωτήματα.

Η ανησυχία δικαιολογεί εγρήγορση.

Η κριτική απαιτεί τεκμηρίωση.

Και η επιστημονική σκέψη απαιτεί να μπορούμε να αναθεωρούμε.

Την επόμενη φορά που θα διαβάσουμε ένα θεσμικό κείμενο -και όχι μόνο- ίσως αξίζει να κάνουμε μια απλή παύση πριν σχηματίσουμε άποψη: να ξεχωρίσουμε τι λέει πράγματι η πληροφορία που έχουμε μπροστά μας από αυτό που εμείς συμπεραίνουμε, προβλέπουμε, φοβόμαστε ή ελπίζουμε ότι σημαίνει.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences