Γιάννης Νεγρεπόντης: Ο αλήτης που εισέβαλε στα σαλόνια της ποίησης Σαν σήμερα, στις 22 Σεπτεμβρίου του 1991, έφυγε αθόρυβα ένας από τους πιο ιδιαίτερους, ασυμβίβαστους και γλυκόπικρους υπηρέτες του...
Γιάννης Νεγρεπόντης: Ο αλήτης που εισέβαλε στα σαλόνια της ποίησης Σαν σήμερα, στις 22 Σεπτεμβρίου του 1991, έφυγε αθόρυβα ένας από τους πιο ιδιαίτερους, ασυμβίβαστους και γλυκόπικρους υπηρέτες του ελληνικού λόγου. Ο Γιάννης Νεγρεπόντης.
Ένας δημιουργός που κατάφερε να μετατρέψει την πολιτική οργή σε κοφτερή σάτιρα, την ταξική συνείδηση σε λαϊκό τραγούδι και το βίωμα της εξορίας σε δωρική ποίηση.
Ας ξεκινήσουμε από την ίδια την ονομασιολογική παρεξήγηση. Ο Γιάννης Ξυνοτρούλιας γεννήθηκε στη Λάρισα το 1930.
Αν είχε κρατήσει το πραγματικό του όνομα, θα τον περνούσαν για ευυπόληπτο γεωπόνο ή για αυστηρό γυμνασιάρχη σε κάποιο επαρχιακό γυμνάσιο.
Όμως εκείνος διάλεξε το «Νεγρεπόντης» τη μεσαιωνική φράγκικη ονομασία της Χαλκίδας, το «Μαύρο Γιοφύρι». Ένα ψευδώνυμο που κουβαλούσε ταυτόχρονα την αύρα της θαλασσινής αρμύρας, την ιστορική ειρωνεία και μια ανεπαίσθητη, σχεδόν αριστοκρατική εκζήτηση, την οποία ο ίδιος φρόντιζε να γκρεμίζει σε κάθε του πρόταση. Ο Νεγρεπόντης δεν υπήρξε ποτέ ένας από εκείνους τους αποστειρωμένους διανοούμενους που γράφουν ποίηση πίσω από βαριές κουρτίνες, πίνοντας τσάι και περιμένοντας την επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού.
Ήταν ένας άνθρωπος της πιάτσας, της βιοπάλης, της αριστερής αντιστασιακής περιπέτειας, ένας τύπος που ήξερε από πρώτο χέρι τι σημαίνει πεζοδρόμιο.
Έζησε τις διαψεύσεις της μετεμφυλιακής Ελλάδας, τις εξορίες, τις διώξεις, τη δικτατορία των συνταγματαρχών, αλλά αρνήθηκε να γίνει ένας επαγγελματίας μοιρολογητής της Αριστεράς.
Ενώ πολλοί σύντροφοί του εξαργύρωσαν τους αγώνες τους με βαρύγδουπους λόγους και θέσεις στα έδρανα, ο Νεγρεπόντης προτίμησε να παραμείνει ένας ανήσυχος, ειρωνικός παρατηρητής που δεν χαρίστηκε ούτε στους εχθρούς του, αλλά κυρίως ούτε στους συμπολεμιστές του.
Σε μια χώρα όπου η ποίηση συχνά πάσχει από υπερβολική αισθηματολογία, διδακτισμό και μια τάση να παίρνει τον εαυτό της εξαιρετικά σοβαρά, ο Νεγρεπόντης εισέβαλε σαν αλήτης σε σαλόνι.
Η ποίησή του δεν φορούσε σμόκιν,φορούσε φόρμα εργασίας, τρύπια σπορτέξ και είχε μια γόπα αναμμένη στο στόμα.
Δεν έγραφε για να εντυπωσιάσει τους φιλολόγους, αλλά στη γλώσσα της καθημερινής συνομιλίας, του καφενείου, του διαδηλωτή, του βασανισμένου μεροκαματιάρη.
Ο στίχος του ήταν κοφτός, σαρκαστικός, γεμάτος μικρές καθημερινές λέξεις που, τοποθετημένες στη σωστή σειρά, αποκτούσαν την εκρηκτική ισχύ δυναμίτη.
Η συνάντησή του με τη μουσική γέννησε μερικά από τα πιο καίρια διαμάντια του ελληνικού τραγουδιού, ακριβώς επειδή αρνήθηκε να γράψει στερεότυπα.
Στα «Μικροαστικά» του 1973, σε μελωδίες του Λουκιανού Κηλαηδόνη, παρέδωσε μια αφοπλιστική ακτινογραφία της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια της Χούντας και όχι μόνο.
Όταν έγραφε στο «Ένας μικροαστός»: «Ένας μικροαστός, με κάπως προοδευτικές ιδέες, αλλά ως εκεί... Δεν θέλει μπλεξίματα, δεν θέλει φασαρίες, κοιτάζει τη δουλίτσα του, τη φαμελιά του, την ησυχία του...» δεν έκανε απλώς στιχουργία, αλλά μια κορυφαία κοινωνιολογική ανατομία.
Η ποιητική του τεχνική εδώ βασίζεται στην αποστασιοποίηση και τη γυμνή καταγραφή. Ο Νεγρεπόντης δεν χρησιμοποιεί βαριές ποιητικές μεταφορές, αντιθέτως, δανείζεται το αυτούσιο λεξιλόγιο του «συμβιβασμού» («δουλίτσα», «φαμελιά», «ησυχία»). Η αναλυτική ισχύς του στίχου έγκειται στο ότι ξεσκεπάζει την υποκρισία του μέσου ανθρώπου, ο οποίος βαφτίζει την αδιαφορία και τον φόβο του ως «σύνεση». Συλλαμβάνει την απάθεια και τη σιωπή των αμνών χωρίς να κουνάει το δάχτυλο, αλλά με ένα μειδίαμα, αφήνοντας τον ακροατή να καταλάβει μόνος του πόσο επικίνδυνα μοιάζει με τον ήρωα του τραγουδιού, καθώς συμπλήρωνε με καυστική ειρωνεία: «Δεν τρέχει τίποτα, δεν τρέχει τίποτα, όλα πάνε καλά, όλα πάνε ρολόι...». Αλλά ο Νεγρεπόντης δεν ήταν μόνο η σάτιρα του μικροαστισμού.
Ήταν και η συμπυκνωμένη φωνή της ταξικής συνείδησης που δεν χαρίζεται στην εξουσία.
Στο εμβληματικό «Ακορντεόν», σε μουσική Μάνου Λοΐζου, ο Νεγρεπόντης αποφεύγει τους ηρωικούς βερμπαλισμούς και καταγράφει την τραγικότητα της Αντίστασης: «Μα ένα βράδυ σκοτεινό σαν όλα τ’ άλλα κράταγε τσίλιες παίζοντας ακορντεόν φασιστικά καμιόνια στάθηκαν στη μάντρα και μια ριπή σταμάτησε τ’ ακορντεόν...» Η ποιητική λειτουργία εδώ είναι καθηλωτική. Ο Νεγρεπόντης τοποθετεί τη μουσική στην πρώτη γραμμή του αγώνα, το ακορντεόν γίνεται μέσο κάλυψης για όσους γράφουν στους τοίχους.
Όταν η γερμανική ριπή σταματά τη μουσική, το σύνθημα «Δε θα περάσει ο φασισμός» μένει αρχινισμένο, μισό.
Το σύνθημα δεν ηχεί ως παιάνας νίκης, αλλά μετατρέπεται σε βιωματική «στάμπα» και διαρκές ηθικό χρέος στη μνήμη του αφηγητή.. Η πολιτική και βιωματική αυτή κατάθεση συμπληρώθηκε υποδειγματικά όταν ο στίχος του συνάντησε τη δωρική μουσική του Μίκη Θεοδωράκη στον δίσκο «Της Εξορίας» (1976). Εκεί, ο Θεοδωράκης συνηθισμένος στον μεγάλο, επικό στίχο των Ελύτη και Ρίτσου συνάντησε τη στεγνή, κοφτή και απόλυτα ρεαλιστική γραφή του Νεγρεπόντη.
Στο τραγούδι «Της φυλακής», που ερμήνευσε συγκλονιστικά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο ποιητής αναμετριέται με το τραύμα της επιστροφής από τον εγκλεισμό. «Μετά από τέτοια απουσία μακριά σαν ένας ξένος στην παλιά μου γειτονιά... Μην πεις ποτέ πως είν’ αργά να ξαναρχίσεις πως ξέκοψες, μην πεις, απ’ τη ζωή...» Η ανάλυση του στίχου αποκαλύπτει την ικανότητα του Νεγρεπόντη να αποφεύγει τον εύκολο ηρωισμό.
Καταγράφει την αλλοτρίωση του ανθρώπου που γυρίζει πίσω και βρίσκει τον οικείο του κόσμο αλλαγμένο.
Όμως η απάντησή του δεν είναι η παραίτηση. Ο Θεοδωράκης δίνει στον στίχο μια επική διάσταση, μετατρέποντας την ατομική απομόνωση σε προσκλητήριο συλλογικής ελπίδας και επανεκκίνησης.
Την ίδια χαμηλόφωνη συντροφικότητα συναντάμε και στο «Μου μιλάτε για κείνον», όπου ο Νεγρεπόντης αποφεύγει τη στομφώδη αγιοποίηση των πεσόντων, εστιάζοντας στην ανθρώπινη απουσία, ενώ η λιτή ενορχήστρωση του Μίκη προσδίδει στον στίχο ένα στιβαρό ηθικό βάρος.
Παράλληλα, στις ποιητικές του συλλογές, όπως τα «Τοπογραφικά» και τα «Προσωπικά», η γραφή του αποκτά μια πιο εσωτερική, σχεδόν υπαρξιακή διάσταση.
Στο ποίημά του «Η Πόλη», ο Νεγρεπόντης αναλύει την αλλοτρίωση του σύγχρονου αστικού ανθρώπου: «Περπατάμε ανάμεσα σε τσιμέντα και σιωπές με μια παλιά φωτογραφία στην τσέπη που αποδεικνύει πως κάποτε υπήρξαμε παιδιά.» Σε αυτούς τους τρεις στίχους, η ποιητική του Νεγρεπόντη φανερώνει τη βαθιά τρυφερότητα που έκρυβε πίσω από τον σαρκασμό του.
Η αντίθεση ανάμεσα στα σκληρά «τσιμέντα» και την «παλιά φωτογραφία» συμπυκνώνει όλη την τραγικότητα της ενηλικίωσης μέσα στην τσιμεντομένη πρωτεύουσα.
Η «σιωπή» δεν είναι απλώς έλλειψη θορύβου, αλλά η απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων της πόλης.
Στις συνεργασίες του με τον Χρήστο Λεοντή, όπως στο «Τρίτο Επίπεδο», η ποίηση συνάντησε την πολιτική αγωνία με τρόπο στιβαρό, ενώ ακόμη και όταν έγραψε παιδικά τραγούδια με τον Μίμη Πλέσσα, δεν αντιμετώπισε τα παιδιά σαν ηλίθια πλασματάκια που χρειάζονται χαζοχαρούμενους στίχους, αλλά τους μίλησε με σεβασμό, φαντασία και μια αναρχική τρυφερότητα.
Αν ψάχνουμε τα στοιχεία που κάνουν τον Γιάννη Νεγρεπόντη να ξεχωρίζει στο ελληνικό λογοτεχνικό τοπίο, θα πρέπει να σταθούμε στην ολοκληρωτική απουσία πόζας, στη διαρκή αμφισβήτηση ακόμα και του ίδιου του ιδεολογικού του χώρου, και στο κοφτερό του βλέμμα ως χρονογράφου που έβλεπε το παράλογο της καθημερινότητας εκεί που οι άλλοι έβλεπαν απλώς κανονικότητα.
Πίσω όμως από κάθε ειρωνικό του στίχο και κάθε σαρκαστικό σχόλιο, κρυβόταν μια βαθιά, σχεδόν παιδική αγάπη για τον άνθρωπο.
Σάρκαζε τον μικροαστό όχι επειδή τον μισούσε, αλλά επειδή λυπόταν που τον έβλεπε να χαραμίζει τη ζωή του στη γυάλα της ασφάλειας. Ο Γιάννης Νεγρεπόντης πέθανε στις 22 Σεπτεμβρίου 1991, σε ηλικία μόλις 61 ετών.
Έφυγε αθόρυβα, όπως ακριβώς έζησε, χωρίς να προκαλέσει τις μεγάλες κρατικές κηδείες και τους υποκριτικούς επικήδειους των επισήμων.
Είχε την καλή συνήθεια να μην ενοχλεί τους ζωντανούς με την παρουσία του, παρά μόνο με τα γραπτά του.
Σήμερα, η Ελλάδα μοιάζει περισσότερο από ποτέ με τα τραγούδια του.
Οι μικροαστοί πληθύναν, οι τηλεοράσεις γίνανε γιγαντοοθόνες, η απάθεια βαφτίστηκε εκσυγχρονισμός και το «δεν τρέχει τίποτα» έγινε η εθνική μας νοοτροπία.
Γι' αυτό ακριβώς ο Νεγρεπόντης παραμένει απελπιστικά επίκαιρος για να μας θυμίζει ότι η ποίηση δεν είναι για τα ανθολογιακά ράφια της βιβλιοθήκης, αλλά για να μας ξυπνάει όταν αποκοιμιόμαστε στον καναπέ της βολής μας.
Στη μνήμη του, λοιπόν, ας μην καταθέσουμε στεφάνια.
Ας πιούμε ένα φτηνό τσίπουρο σε κάποιο καφενείο της πόλης μας κι ας σιγομουρμουρίσουμε έναν στίχο του. Θα το εκτιμούσε πολύ περισσότερο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους