Από το «Ίσον» του Αριστοτέλη στην Κοινωνική Ισότητα του Μαρξ Γιατί ο Μαρξ δεν ολοκλήρωσε απλώς τον Αριστοτέλη — τον υπερέβη ιστορικά Υπάρχουν συναντήσεις στην ιστορία της σκέψης που αποκτούν νόημα...
Από το «Ίσον» του Αριστοτέλη στην Κοινωνική Ισότητα του Μαρξ Γιατί ο Μαρξ δεν ολοκλήρωσε απλώς τον Αριστοτέλη — τον υπερέβη ιστορικά Υπάρχουν συναντήσεις στην ιστορία της σκέψης που αποκτούν νόημα όχι επειδή δύο στοχαστές είπαν το ίδιο πράγμα σε διαφορετικούς αιώνες, αλλά επειδή η απόσταση ανάμεσά τους αποκαλύπτει την κίνηση της ίδιας της κοινωνικής πραγματικότητας.
Μια τέτοια περίπτωση είναι η σχέση Αριστοτέλη και Μαρξ γύρω από την ισότητα.
Σε παλαιότερο κείμενό μου είχα γράψει ότι ο Αριστοτέλης έβαλε το πρώτο λιθαράκι και ο Μαρξ έχτισε το οικοδόμημα.
Σήμερα θα το διατύπωνα διαφορετικά. Ο Μαρξ δεν συνέχισε απλώς τον Αριστοτέλη.
Τον υπερέβη ιστορικά, επειδή μπορούσε να δει μια κοινωνική πραγματικότητα που για τον Αριστοτέλη δεν είχε ακόμη υπάρξει. Στα Ηθικά Νικομάχεια, ο Αριστοτέλης συνδέει το δίκαιο με το ίσον και το άδικο με το άνισον.
Η διανεμητική του δικαιοσύνη δεν σημαίνει ότι όλοι πρέπει να λαμβάνουν τα ίδια, αλλά ότι η κατανομή πρέπει να γίνεται αναλογικά προς τα πρόσωπα και τη θέση τους (Aristotle, 2014, V.3, 1131a). Πρόκειται για τεράστιο φιλοσοφικό βήμα: το ίσον παύει να είναι απλή αριθμητική ταυτότητα και γίνεται σχέση.
Όμως ακριβώς εδώ βρίσκεται και το ιστορικό όριό του.
Ποιος καθορίζει ποιοι είναι ίσοι; Ποιος καθορίζει την αναλογία; Και κυρίως, μέσα σε ποια κοινωνία τίθεται το ερώτημα; Η κοινωνία του Αριστοτέλη ήταν κοινωνία πολιτών και δούλων, ελεύθερων και ανελεύθερων, ανδρών που συμμετείχαν στην πολιτική κοινότητα και ανθρώπων αποκλεισμένων από αυτήν.
Η δουλεία δεν εμφανιζόταν στον Αριστοτέλη ως εξωτερική παραμόρφωση μιας κατά τα άλλα καθολικής ισότητας.
Εντασσόταν στην ίδια την κοινωνική οργάνωση της πόλης.
Αυτό δεν μειώνει το φιλοσοφικό του μέγεθος.
Αποκαλύπτει κάτι σημαντικότερο: ακόμη και ο μεγαλύτερος στοχαστής σκέφτεται μέσα σε ιστορικά προσδιορισμένες κοινωνικές σχέσεις.
Η συνείδηση δεν αιωρείται πάνω από την κοινωνική ύπαρξη.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η Μαρξική τομή. Ο Μαρξ δεν ρωτά πρωτίστως ποιο είναι το δικαιότερο μέτρο κατανομής.
Ρωτά ποια κοινωνική σχέση παράγει την ανάγκη αυτού του μέτρου. Στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα δείχνει ότι ακόμη και το ίσο δικαίωμα, όταν εφαρμόζει κοινό μέτρο σε διαφορετικούς ανθρώπους, παραμένει ως προς το περιεχόμενό του δικαίωμα ανισότητας.
Οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές ικανότητες, διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικές οικογενειακές και σωματικές συνθήκες.
Το ίδιο μέτρο δεν καταργεί αυτές τις διαφορές· τις μετατρέπει σε άνισα πραγματικά αποτελέσματα (Marx, 1875/1989). Γι’ αυτό το «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του» δεν αποτελεί μια καλύτερη μαθηματική φόρμουλα διανομής.
Προϋποθέτει ριζικά διαφορετική κοινωνική σχέση.
Δεν διατηρούμε την παραγωγή ως κεφαλαιακή, τη μισθωτή εργασία ως εμπόρευμα, την ιδιωτική ιδιοποίηση του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου και, στο τέλος, μοιράζουμε δικαιότερα το προϊόν.
Η διανομή δεν είναι ανεξάρτητη από την παραγωγή.
Ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται ο κοινωνικός πλούτος εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο έχουν ήδη κατανεμηθεί οι όροι της παραγωγής (Marx, 1875/1989). Εδώ βρίσκεται και η διαφορά ανάμεσα στη δικαιοσύνη και στην Κοινωνική Ισότητα.
Η δικαιοσύνη αναζητά συνήθως το κατάλληλο μέτρο ανάμεσα σε ήδη συγκροτημένα υποκείμενα και συμφέροντα. Η Μαρξική κριτική πηγαίνει βαθύτερα: εξετάζει πώς συγκροτήθηκαν αυτά τα υποκείμενα, ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής, ποιος αναγκάζεται να πουλά την εργατική του δύναμη και ποιος ιδιοποιείται την υπεραξία. Στο Κεφάλαιο, η τυπική ισότητα του εργάτη και του κεφαλαιοκράτη στην αγορά αποδεικνύεται η νομική μορφή μιας πραγματικής σχέσης εκμετάλλευσης (Marx, 1867/1990). Η Κοινωνική Ισότητα, επομένως, δεν σημαίνει να γίνουν οι άνθρωποι ίδιοι.
Σημαίνει να καταργηθούν οι κοινωνικές σχέσεις που μετατρέπουν τις ανθρώπινες διαφορές σε ταξική δύναμη, προνόμιο και εξάρτηση.
Ο άνθρωπος που χρειάζεται περισσότερη φροντίδα δεν είναι κοινωνικά «λιγότερος». Ο άνθρωπος που μπορεί να παράγει περισσότερο δεν αποκτά γι’ αυτό εξουσία πάνω στη ζωή του άλλου.
Η ανάγκη δεν είναι ελάττωμα και η ικανότητα δεν είναι τίτλος ιδιοκτησίας πάνω στον κοινωνικό πλούτο. Ο Ένγκελς μάς επιτρέπει να δούμε γιατί αυτή η υπέρβαση δεν αποτελεί ηθική ευχή.
Η αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην ιδιωτική καπιταλιστική ιδιοποίηση παράγεται από την ίδια την ανάπτυξη του καπιταλισμού (Engels, 1878/1987). Η κοινωνία παράγει συλλογικά, αλλά το προϊόν της κοινωνικής εργασίας εμφανίζεται απέναντι στους παραγωγούς ως ξένη δύναμη.
Επομένως, η δυνατότητα της Κοινωνικής Ισότητας δεν εισάγεται στην Ιστορία από κάποιο φιλοσοφικό ιδεώδες.
Γεννιέται μέσα στις αντιφάσεις της υλικής κοινωνικής ζωής.
Αυτό είναι κρίσιμο και για τον Λένιν.
Η αναγνώριση της αντικειμενικής δυνατότητας δεν αρκεί.
Χωρίς συνειδητή ταξική πράξη, ο καπιταλισμός δεν μετατρέπεται αυτομάτως στο αντίθετό του.
Η επαναστατική θεωρία αποκτά υλική δύναμη μέσα στην οργανωμένη κοινωνική δράση που στοχεύει στην αλλαγή των σχέσεων εξουσίας και παραγωγής (Lenin, 1902/1961). Η ιστορική αναγκαιότητα δεν είναι πεπρωμένο.
Πραγματώνεται μέσα από ανθρώπους που δρουν σε αντικειμενικές συνθήκες. Ο Ιλιένκοφ μάς βοηθά να αποφύγουμε και την αντίστροφη παγίδα: να θυσιάσουμε το Άτομο στο όνομα του Όλου.
Το καθολικό δεν είναι μια αφηρημένη δύναμη πάνω από τα επιμέρους.
Υπάρχει μέσα στην πραγματική σχέση που τα συγκροτεί σε συγκεκριμένη ολότητα (Ilyenkov, 1960/1982). Συνεπώς, η κοινωνική χειραφέτηση δεν απαιτεί την εξαφάνιση της ατομικότητας.
Απαιτεί τις κοινωνικές προϋποθέσεις μέσα στις οποίες η ατομικότητα μπορεί για πρώτη φορά να αναπτυχθεί χωρίς να οικοδομείται πάνω στη στέρηση κάποιου άλλου.
Το ίδιο θεμελιώνεται από τον Rubinstein: το ανθρώπινο υποκείμενο διαμορφώνεται μέσα στη δραστηριότητά του και στις σχέσεις του με τον αντικειμενικό κόσμο, ενώ ταυτόχρονα μετασχηματίζει αυτόν τον κόσμο (Rubinstein, 1957/1987). Δεν υπάρχει λοιπόν πραγματικό Άτομο έξω από την κοινωνία ούτε πραγματική κοινωνική Ολότητα χωρίς συγκεκριμένα δρώντα άτομα.
Η αντίθεση ατομικού και κοινωνικού δεν λύνεται με την επικράτηση του ενός πάνω στο άλλο, αλλά με τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων που τα εμφανίζουν ως εχθρικά.
Εδώ ακριβώς προκύπτει η δική μας τριάδα: Κοινωνική Ισότητα – Κοινωνική Ελευθερία – Κοινωνική Ολότητα.
Καμία δεν στέκεται μόνη της.
Ισότητα χωρίς Ελευθερία μπορεί να γίνει μηχανική εξίσωση.
Ελευθερία χωρίς Ισότητα γίνεται η αστική ελευθερία του ισχυρότερου να αξιοποιεί τις άνισες υλικές δυνατότητες.
Και χωρίς Ολότητα, και οι δύο μετατρέπονται σε αφηρημένα δικαιώματα ενός ατόμου που υποτίθεται ότι υπάρχει πριν και έξω από τις κοινωνικές του σχέσεις.
Γι’ αυτό ο Μαρξ δεν χρειάζεται να «διορθώσει» το αριστοτελικό ίσον.
Χρειάζεται να αποκαλύψει την ιστορική του βάση και το όριό του.
Η διαλεκτική άρνηση δεν πετά τον Αριστοτέλη στον κάλαθο της Ιστορίας.
Διατηρεί την ανακάλυψη ότι η ισότητα είναι σχέση, αλλά καταργεί την ιστορική μορφή μέσα στην οποία αυτή η σχέση μπορούσε να συνυπάρχει με θεμελιώδεις κοινωνικές ανισότητες. Ο Μαρξ δεν προσθέτει απλώς κοινωνικό περιεχόμενο στον Αριστοτέλη.
Μεταφέρει το ερώτημα από το «ποιο είναι το σωστό μέτρο;» στο «ποια κοινωνία παράγει το μέτρο και ποια τάξη έχει τη δύναμη να το επιβάλλει;» Και έτσι φτάνουμε στο ουσιαστικότερο σημείο.
Ο κομμουνισμός δεν είναι η κοινωνία όπου όλοι παίρνουν το ίδιο.
Δεν είναι κοινωνία εξίσωσης ούτε ένας τεράστιος μηχανισμός αναδιανομής.
Είναι η ιστορική δυνατότητα μιας κοινωνικής παραγωγής που παύει να έχει σκοπό την αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου και οργανώνεται συνειδητά από τους συνεταιρισμένους παραγωγούς για την ανάπτυξη της ανθρώπινης ζωής.
Τότε η ανάγκη δεν χρειάζεται να μεταμορφωθεί σε αγοραστική δύναμη για να αναγνωριστεί και η ικανότητα δεν μετατρέπεται σε δικαίωμα κυριαρχίας.
Από τον Αριστοτέλη στον Μαρξ, λοιπόν, δεν έχουμε μια ευθεία γραμμή προόδου των ιδεών.
Έχουμε μεταβολή της ίδιας της κοινωνικής πραγματικότητας και, μαζί της, μεταβολή των κατηγοριών με τις οποίες μπορεί να γίνει κατανοητή. Ο Αριστοτέλης συνέλαβε το ίσον μέσα στα ιστορικά όρια της πόλης του. Ο Μαρξ αποκάλυψε ότι το ίσο μέτρο μπορεί να αναπαράγει πραγματική ανισότητα και έθεσε την ανάγκη υπέρβασης των κοινωνικών σχέσεων που καθιστούν αυτό το μέτρο αναγκαίο.
Και εδώ βρίσκεται η δική μας συνέχεια, όχι ως προσθήκη στον Μαρξ αλλά ως προσπάθεια ανάπτυξης της Μαρξικής δυνατότητας στο σήμερα: Κοινωνική Ισότητα, ώστε καμία ανθρώπινη διαφορά να μη μετατρέπεται σε κοινωνική κυριαρχία. Κοινωνική Ελευθερία, ώστε η ανάπτυξη του καθενός να μην προϋποθέτει την υποταγή του άλλου. Κοινωνική Ολότητα, ώστε ο κοινωνικά παραγόμενος κόσμος να πάψει να στέκεται απέναντι στους δημιουργούς του ως ξένη δύναμη. Ο Αριστοτέλης μάς έδειξε ότι το ίσον είναι σχέση. Ο Μαρξ μάς έδειξε ότι και η ίδια η σχέση έχει Ιστορία.
Και ο Διαλεκτικός Υλισμός απαιτεί να κάνουμε το επόμενο βήμα: όχι να αναζητούμε ένα δικαιότερο μέτρο μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία, αλλά να δημιουργήσουμε τις κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες η ανθρώπινη ανάγκη, η ελευθερία και η διαφορετικότητα δεν θα χρειάζονται κανέναν εξωτερικό δικαστή για να αναγνωριστούν.
Αυτό δεν είναι δικαιότερη διαχείριση του υπάρχοντος.
Είναι η δυνατότητα μιας άλλης κοινωνικής Ολότητας.
Η προβληματική της σχέσης Ατόμου και κοινωνικής Ολότητας αναπτύσσεται ευρύτερα στο έργο μου «Διαλεκτικός Υλισμός – Από το Άτομο στο Όλον». Μωυσίδης Χαράλαμπος Συγγραφέας & Εκδότης PROCESS ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους