«Πού είναι τα λεφτά, Άννα;» φώναξε ο Στέλιος από το σαλόνι κι ένιωσα την καρδιά μου να μου κόβεται στα δύο. Στεκόμουν στην κουζίνα με το συρτάρι ανοιχτό και το λευκό φακελάκι άδειο. Εκεί μέσα είχα...
«Πού είναι τα λεφτά, Άννα;» φώναξε ο Στέλιος από το σαλόνι κι ένιωσα την καρδιά μου να μου κόβεται στα δύο.
Στεκόμουν στην κουζίνα με το συρτάρι ανοιχτό και το λευκό φακελάκι άδειο.
Εκεί μέσα είχα βάλει τα εξακόσια ευρώ για το νοίκι και τον λογαριασμό του ρεύματος.
Τα μέτρησα το πρωί πριν φύγω για τη δουλειά στο φούρνο.
Το βράδυ είχαν κάνει φτερά. Η Άννα πάγωσε στην πόρτα.
Φορούσε μια καινούργια ζακέτα με καρτελάκι σχεδόν ακόμα κρεμασμένο.
Ακριβά αθλητικά.
Το βλέμμα της πήγε μια στιγμή στο συρτάρι και μετά χαμήλωσε. «Δεν ξέρω», είπε σιγά. Ο Στέλιος χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. «Μη μου λες ψέματα μέσα στο σπίτι μου.» Στο σπίτι μας.
Αυτό το σπίτι που πριν από οχτώ μήνες προσπαθούσαμε να της κάνουμε να νιώσει δικό της.
Με καθαρά σεντόνια, με ένα γραφείο δίπλα στο παράθυρο, με το αγαπημένο της παστίτσιο κάθε Κυριακή.
Με τόση προσπάθεια που καμιά φορά με πονούσε το στήθος.
Την είχαμε πάρει στα δεκαπέντε της.
Εγώ είμαι η Μαρία, σαράντα δύο χρονών, κι ο Στέλιος σαράντα πέντε.
Δεν αποκτήσαμε ποτέ παιδί.
Περάσαμε εξωσωματικές, εξετάσεις, σιωπές, καβγάδες που μετά τους μαζεύαμε σαν σπασμένα ποτήρια.
Όταν αποφασίσαμε να γίνουμε ανάδοχοι, το κάναμε με φόβο αλλά και με μια ελπίδα που δεν τολμούσα να λέω δυνατά. Η Άννα ήρθε μαζεμένη, δύσπιστη, με ένα σακβουαγιάζ και δυο μπλούζες.
Τις πρώτες εβδομάδες δεν μιλούσε πολύ.
Μετά άρχισε να ανοίγεται.
Να γελάει.
Να μου ζητάει να της ισιώσω τα μαλλιά πριν πάει σχολείο.
Εγώ το πήρα σαν θαύμα.
Ίσως βιάστηκα.
Στο καινούργιο της σχολείο τα πράγματα δεν ήταν εύκολα.
Τα κορίτσια είχαν κινητά τελευταίας γενιάς, νύχια φτιαγμένα, ρούχα από μαγαζιά που εγώ κοιτούσα μόνο στις βιτρίνες. Η Άννα άρχισε να γυρίζει σπίτι νευριασμένη. «Όλες με κοιτάνε λες και είμαι από άλλο πλανήτη», μου είπε μια μέρα. «Δεν χρειάζεται να μοιάζεις με κανέναν», της απάντησα.
Με κοίταξε με κάτι ανάμεσα σε λύπη και θυμό. «Εσύ τα λες αυτά επειδή δεν είσαι δεκαέξι.» Μετά ξεκίνησαν τα μικρά.
Έλειπαν εικοσάρικα από την τσάντα μου. Ο Στέλιος έψαχνε τα ψιλά από το μπουφάν του.
Πείσαμε τους εαυτούς μας ότι κάπου θα τα ξοδέψαμε.
Μέχρι εκείνο το βράδυ με το νοίκι. Η Άννα δεν άντεξε πολλή ώρα. «Τα πήρα εγώ», ψιθύρισε. «Θα τα γύριζα.» Ο Στέλιος γέλασε νευρικά.
Άσχημο γέλιο. «Με τι; Με θαύμα;» «Στέλιο…» είπα, αλλά δεν με άκουσε. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ξέρεις; Μπορεί να μας πετάξουν έξω.
Κι εσύ πήγες και πήρες τι; Παπούτσια; Μπλούζες; Για να μην σε κοιτάνε οι συμμαθήτριές σου;» Η Άννα άρχισε να κλαίει, αλλά όχι όπως κλαίνε τα παιδιά που ζητάνε συγχώρεση.
Έκλαιγε λες και περίμενε τη σφαλιάρα της ζωής από ώρα. «Δεν αντέχω να με λυπούνται», είπε. «Δεν αντέχω να ξέρουν από πού ήρθα.» Ο Στέλιος γύρισε σε μένα με μάτια κόκκινα. «Αυτό δεν δουλεύει, Μαρία.
Δεν είμαστε φτιαγμένοι γι’ αυτό.
Θα μας καταστρέψει.» Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε κανείς.
Το πρωί μιλήσαμε με την κοινωνική λειτουργό.
Τα είπαμε όλα, κομμένα, ντροπιασμένα, σαν να ξεγυμνώναμε το σπίτι μας μπροστά σε ξένους.
Εκείνη πρότεινε προσωρινή απομάκρυνση. «Για να πέσουν οι τόνοι», είπε.
Τι φράση κι αυτή.
Λες και μιλούσαμε για γείτονες που μάλωσαν για μια θέση πάρκινγκ.
Όταν η Άννα έφυγε, το δωμάτιό της έμεινε μισάνοιχτο.
Πάνω στο κρεβάτι είχε αφήσει το λούτρινο αρκουδάκι που της είχα πάρει την πρώτη εβδομάδα.
Μικρό, φτηνό, λίγο παιδικό για την ηλικία της.
Κι όμως το κρατούσε δίπλα στο μαξιλάρι της. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους