Τις τελευταίες ημέρες επανήλθε στη δημόσια συζήτηση ο όρος «κβαντική ιατρική», με αφορμή τοποθετήσεις της Μαρίας Καρυστιανού. Και εδώ χρειάζεται να κάνουμε μια πολύ καθαρή διάκριση. Η κβαντική φυσική...
Τις τελευταίες ημέρες επανήλθε στη δημόσια συζήτηση ο όρος «κβαντική ιατρική», με αφορμή τοποθετήσεις της Μαρίας Καρυστιανού.
Και εδώ χρειάζεται να κάνουμε μια πολύ καθαρή διάκριση.
Η κβαντική φυσική είναι ένας από τους θεμελιώδεις κλάδους της σύγχρονης επιστήμης.
Οι εφαρμογές της είναι αναρίθμητες και ορισμένες από αυτές βρίσκονται ήδη πίσω από τεχνολογίες που χρησιμοποιεί η σύγχρονη ιατρική.
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν αμφισβητεί ούτε την κβαντική φυσική ούτε τη σημασία της για την επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει κβαντική φυσική.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει «κβαντική ιατρική» με την έννοια με την οποία ο συγκεκριμένος όρος χρησιμοποιείται για εναλλακτικές διαγνωστικές και θεραπευτικές πρακτικές.
Και το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της κυρίας Καρυστιανού.
Στην επαγγελματική ιστοσελίδα της ως παιδιάτρου ανέφερε ότι είχε στραφεί σε «εναλλακτικές μορφές Ιατρικής», μεταξύ των οποίων κατονόμαζε τη Μεταβολομική, τη Functional Medicine, τη Γνωστική Ομοιοπαθητική και την «Κβαντική Ιατρική». Δεν μιλούσε επομένως τότε γενικά για την κβαντική φυσική και τις εφαρμογές της στην ιατρική τεχνολογία.
Χρησιμοποιούσε τον όρο «Κβαντική Ιατρική» στο πλαίσιο εναλλακτικών μορφών ιατρικής.
Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό ζήτημα.
Η «κβαντική ιατρική» με αυτή την έννοια δεν αποτελεί αναγνωρισμένη ιατρική ειδικότητα.
Το γεγονός ότι μια θεραπευτική πρακτική χρησιμοποιεί τη λέξη «κβαντική» δεν της προσδίδει αυτομάτως επιστημονική τεκμηρίωση.
Για κάθε διαγνωστική ή θεραπευτική μέθοδο το κρίσιμο ερώτημα παραμένει το ίδιο: ποιες κλινικές μελέτες αποδεικνύουν ότι λειτουργεί, με ποια αποτελεσματικότητα και με ποιους κινδύνους; Σήμερα, όταν τίθεται το συγκεκριμένο ζήτημα, η κυρία Καρυστιανού απαντά μιλώντας για την κβαντική φυσική, τα λέιζερ, τους κβαντικούς αισθητήρες και γενικότερα τις τεχνολογίες που βασίζονται σε πραγματικά φαινόμενα της κβαντικής φυσικής.
Μόνο που αυτή δεν είναι η ερώτηση.
Κανείς δεν της ζητά να αποδείξει ότι υπάρχει κβαντική φυσική.
Αυτό είναι αυτονόητο.
Το ερώτημα είναι πολύ συγκεκριμένο: Υπάρχει «κβαντική ιατρική» ως αναγνωρισμένος κλάδος ή ειδικότητα της ιατρικής επιστήμης; Και εφόσον δεν υπάρχει ως αναγνωρισμένη ιατρική ειδικότητα, τι ακριβώς εννοούσε η ίδια όταν χρησιμοποιούσε τον όρο στην επαγγελματική της δραστηριότητα; Ποιες συγκεκριμένες διαγνωστικές ή θεραπευτικές μεθόδους περιέγραφε ως «κβαντική ιατρική» και ποια ήταν η επιστημονική τεκμηρίωσή τους; Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν αφορά ένα πρόσωπο χωρίς δημόσια παρουσία. Η Μαρία Καρυστιανού έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια πολύ μεγάλη δημόσια προβολή και οι τοποθετήσεις της έχουν αντίστοιχη απήχηση.
Έχει επίσης δεχθεί έντονη κριτική για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε άλλα ζητήματα επιστημονικής τεκμηρίωσης.
Χαρακτηριστικό είναι το ζήτημα των Τεμπών, όπου υποστήριξε την εκδοχή παράνομου εύφλεκτου φορτίου και συνέδεσε με αυτήν την ανίχνευση ξυλολίου, μια ερμηνεία που καταρρίφθηκε από μεταγενέστερες πραγματογνωμοσύνες και επίσημες αξιολογήσεις.
Η αναφορά αυτή δεν αλλάζει το αντικείμενο της συζήτησης· δείχνει όμως γιατί έχει σημασία να διακρίνουμε την επιστημονική υπόθεση από το επιστημονικά τεκμηριωμένο συμπέρασμα.
Και ακριβώς το ίδιο κριτήριο πρέπει να εφαρμόσουμε στην «κβαντική ιατρική». Η επιστήμη δεν κρίνεται από το πόσο σύγχρονος, περίπλοκος ή εντυπωσιακός ακούγεται ένας όρος.
Κρίνεται από τις αποδείξεις.
Γι’ αυτό το ερώτημα προς την κυρία Καρυστιανού παραμένει απλό: Όχι αν υπάρχει κβαντική φυσική.
Αυτό το γνωρίζουμε.
Υπάρχει «κβαντική ιατρική» όπως την παρουσίαζε η ίδια στην επαγγελματική της δραστηριότητα; Και, αν όχι, γιατί χρησιμοποιούσε αυτόν τον όρο ως γιατρός; Σε αυτό το ερώτημα οφείλεται μια σαφής απάντηση.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους