Όταν φούσκωσε η κοιλιά της,και δεν μπορούσε να την κρύψει άλλο πια,η Νούσιω είδε κι απόειδε και το μολόγησε στην μάνα της. Σαν να πάχυνες ωρ Νούσιω μου της,είπε μια μέρα. Και κείνη πήγε κοντά της...
Όταν φούσκωσε η κοιλιά της,και δεν μπορούσε να την κρύψει άλλο πια,η Νούσιω είδε κι απόειδε και το μολόγησε στην μάνα της.
Σαν να πάχυνες ωρ Νούσιω μου της,είπε μια μέρα.
Και κείνη πήγε κοντά της,μάζεψε όλο της το θάρρος σκεπτόμενη πως θα την καταλάβει η μάνα της.
Δεν μπορεί,το σπλάχνο της είμαι,θα δείξει κατανόηση.
Λάθος όμως την μέτρησε κι αναθεμάτιζε την ώρα και την στιγμή που το είπε.
Πήγε κοντά της,και την κοίταξε στα μάτια με τα δικά της βουρκωμένα και την ψυχή της κομμάτια.
Δεν πάχυνα μάνα.
Δεν πάχυνα.
Έχω να δω τα σκουτιά μου πέντε μήνες τώρα.
Μόλις απόσωσε την κουβέντα,δίχως δεύτερη σκέψη η μάνα,της έδωσε μια ανάποδη με όση δύναμη είχε. Η Νούσιω δεν το περίμενε τούτο κι έπεσε κάτω.
Ήταν βλέπεις ξαφνικό και δεν μπόρεσε να σταθεί όρθια έπειτα από τέτοιο χαστούκι.
Έπεσε κάτω,και η κατανόηση που περίμενε έγινε οργή.
Την πάταγε στην κοιλιά λέγοντας ποιος σε χάλασε,και σε γκάστρωσε.
Εκείνη μουγγάθηκε.
Δεν έβγαλε τσιμουδιά,παρά μόνο της έλεγε χτύπα με κι άλλο μάνα,χτύπα με δυνατά και πάτα την κοιλιά μου να το χάσω.
Σταμάτησε μόνο σαν είδε το πρόσωπο της γεμάτο αίματα,και την παράτησε,Πήγε μέσα στο σπίτι κι άρχισε να ουρλιάζει,τι γίνει τώρα.
Πως θα το πούνε στον πατέρα της,πως θα το πάρουν τα αδέρφια της.
Άντρες της παντρειάς ήταν,και τούτη τους ντρόπιασε.
Με το που τους το είπε,άρχισαν και οι τρεις,πατέρας κι αδέρφια να την χτυπάνε,όπου ο καθένας μπορούσε.
Στο κεφάλι,στο κορμί,στην κοιλιά,στα πόδια.
Ο ένας σταμάταγε,ο άλλος άρχιζε.
Κάθε κλωτσιά κι ερώτηση. Ποιος; Μα σαν σήκωνε το χέρι του ο μεγάλος αδερφός,του έλεγε,και συ; Μα αυτή δεν το μολόγαγε,κι ούτε κι αυτό το βλογημένο έπεσε.
Είχε ριζώσει μέσα της για τα καλά,και δεν ήθελε να χωριστούνε.
Κι η μάνα,η μάνα σε μια γωνιά να τραβάει τα μαλλιά της,για το κακό που την βρήκε.
Δεν το είπε ποτέ και σε κανέναν ποιος την χάλασε.
Πήρε την κοιλιά της,τους μώλωπές της,το παράπονο και την πίκρα στην ψυχή της,μαζί με το μυστικό της,πήρε και δυο αλλαξιές ρούχα που είχε,κι έφυγε την νύχτα που κοιμούνταν όλοι τους.
Όπου μας βγάλει ο δρόμος είπε κι έβαλε το χέρι της στην κοιλιά της.
Όπου μας βγάλει είπε,κι αποχαιρέτισε με το βλέμμα το σπίτι που την γέμισε πληγές στο σώμα και στην ψυχή.
Ο δρόμος την έβγαλε στην δημοσιά και την περπατούσε όλη νύχτα.
Κοντά στο ξημέρωμα,είδε από μακριά κάποια τσαντίρια σκόρπια μέσα σε χωράφια.
Γύφτοι σκέφτηκε. Γύφτοι.
Να πιω λίγο νερό.
Μόνο αυτό θέλω τίποτα άλλο.
Έφτασε κοντά,κι έκατσε έξω από το πρώτο τσαντίρι.
Τα αίματα στα μούτρα της είχαν ξεραθεί.
Δεν σκέφτηκε καν να τα πλύνει,άσε που το ξέχασε κιόλας.
Αυτή άλλα είχε στο νου της,κι όχι τα αίματα.
Τι θα απογίνει με ένα παιδί στην κοιλιά,κι ύστερα στην αγκαλιά της.
Πως θα το γεννήσει; Θα τα καταφέρει; Κι αν πεθάνει; Μακάρι έλεγε, Μακάρι να πεθάνω και'γω και κείνο.
Μα η μοίρα τους,αλλιώς το ήθελε.
Αλλιώς τα είχε σχεδιάσει γι'αυτούς.
Η μοίρα πήρε το αίμα της ψυχής της κι έγραψε το βιβλίο τους με δαύτο.
Όλες οι σελίδες τους γραμμένες με αίμα.
Αυτά σκεφτότανε κι έξω από τσαντίρι,και την πήρε ο ύπνος με το κεφάλι της το ματωμένο γερμένο πάνω του,κι δίψα της κολλημένη στα ξεραμένα αίματα στα χείλια της.
Έτσι την βρήκε η βάβω του καραβανιού.
Όι όι όι είπε σαν την είδε να κοιμάται.
Τι βάσανα την έφεραν στο δρόμο μου σκέφτηκε,και χώθηκε μέσα πήρε ένα σεντόνι κι ένα μαξιλάρι.
Την έγειρε απαλά στο χώμα,έβαλε το μαξιλάρι κάτω από κεφάλι της και την σκέπασε.
Ξύπνα είπε στον άντρα της.
Έχομε επισκέπτη,και του την έδειξε.
Μέσα έπρεπε να την βάλεις γυναίκα της είπε. Μέσα.
Την άφησες χτυπημένη να κοιμάται έξω.
Όση ώρα τα λέγανε τούτα,ξύπνησε κι η Νούσιω,και τους είδε από πάνω της.
Άπλωσε το χέρι της η βάβω να την βοηθήσει να σηκωθεί,την έβαλαν μέσα στο τσαντίρι,και την φρόντισαν Δεν την ρώτησαν πως και γιατί.
Της έδωσαν να φάει,την έπλυνε η βάβω κι αυτή ένιωσε άνθρωπος έπειτα από τόση ταλαιπωρία.
Για την κοιλιά κουβέντα.
Ούτε για το ξύλο.
Πήρε το φλυτζάνι της αφού ήπιε τον καφέ που της έφτιαξε,και το γύρισε μπροστά της.
Τ'άφησε να στραγγίξει,κι ύστερα το'πιασε στα χέρια της και το στριφογύριζε στα δάχτυλά της.
Κοιτούσε μια το φλυτζάνι,μια την Νούσιω,και δεν έβγαζε λέξη από το στόμα της.
Τι βλέπεις την ρώτησε.
Όλα τα βλέπω της απάντησε. Όλα.
Μα καλιά να μην ξέρεις.
Την παρακάλεσε να της πει,μα η βάβω δεν της είπε τίποτα.
Έμεινε μαζί τους δυο τρεις μέρες.ώσπου της είπανε.εμείς θα φύγουμε γι'αλλού τώρα και συ τι θα κάνεις; Να έρθω μαζί σας τους είπε.
Ετούτο δεν το λέει το φλυτζάνι σου της είπε.
Της δώσανε ένα σακούλι με λίγα φαγώσιμα,της έδωσε και δυο τρεις παράδες η βάβω,και της είπε καθώς έφευγε,πως αυτός που σου το έκανε τούτο,καλό τέλος δεν θα'χει,και μεις οι δυο,θα ξαναβρεθούμε.
Πήρε ξανά την δημοσιά και την κοιλιά της,κι έφυγε.
Για όπου μας βγάλει ξανά είπε.
Για όπου μας βγάλει.
Έφτασε σε ένα μεγάλο χωριό σαν έπεσε το σκοτάδι.
Κατάκοπη,αλλά όχι διψασμένη και πεινασμένη.
Είχε φροντίσει η βάβω η Νούλα γι'αυτό.
Θα ξαναβρεθούμε της είχε πει.
Θα ξαναβρεθούμε.
Έβαλε το χέρι της στην τσέπη να πάρει το μαντήλι της να σκουπίσει τον ιδρώτα κι έπιασε τους παράδες της Νούλας.
Θα δω σκέφτηκε που μπορώ να πληρώσω μ'αυτά να βγάλω το βράδυ μου.
Ρώτησε και της είπαν στην άλλη άκρη του χωριού είναι ένας ξενώνας.
Εκεί έβγαλε το βράδυ της,κι ολόκληρη την ζωή της.
Ένα καλόψυχο ζευγάρι είχε τον ξενώνα.
Είδαν στα μάτια της τον πόνο της ψυχής της,άκουσαν την ιστορία της,και της είπαν πως ήθελαν χέρια να τους βηθάνε στον ξενώνα.
Ούτε σ'αυτούς είπε ποιος την χάλασε,μα ούτε και την ρώτησαν και κείνοι.
Αυτοί τον πόνο της είδανε και την λυπήθηκαν.
Το ποιος το έκανε δεν είχε σημασία.
Σάμπως ήταν η μοναδική; Είχαν δει τα μάτια τους πολλά στον ξενώνα τόσα χρόνια που τον είχαν.
Είχε περάσει από κει λογής λογής κόσμος.
Καλοί,κακοί,εγκληματίες,κλέφτες,ψεύτες,κι είδαν πως η γυναίκα αυτή,δεν ήταν έτσι.
Όλη της την ζωή εκεί την έβγαλε,με το ανάπηρό της.
Αν δεν ήταν αυτοί οι άνθρωποι του ξενώνα θα είχε πεθάνει κι αυτή και το παιδί της.
Το βράδυ που την έπιασαν οι πόνοι της γέννας,ούρλιαζε μοναχή της,κι ας της είπε πει η κυρά Λέξω να μου το πεις σαν θα'ρθει η ώρα. Ακούς; Να μου το πεις.
Εκείνη δεν θέλησε να της το πει.
Να το κάνει μόνη της ήθελε,και να το πνίξει σαν γεννηθεί.
Γιατί αυτό το παιδί δεν θα'ταν σοϊκό.
Μούγκριζε σαν αγρίμι πληγωμένο.
Έτσι έφτασαν οι φωνές της στ'αυτιά της Λέξως κι έτρεξε να δει τι συμβαίνει.
Μέσα στα αίματα την βρήκε.
Το είχε η μοίρα της.
Της είχε δρόμο στρώσει ματωμένο.
Κείνο το βράδυ κάποια τσαντίρια είχαν στηθεί πιο πέρα από τον ξενώνα τους και εκεί έστειλε τον άντρα της μήπως κάποια τσιγγάνα ήξερε από γέννες.
Μα κι αυτές στον δρόμο γεννούσαν.
Έξω όρθια στο τσαντίρι της,τον περίμενε η βάβω η Νούλα.
Σαν τον είδε να'ρχεται,πήγε κοντά του,κι είπε πάμε.
Ίσα που προλαβαίνουμε.
Πάμε του φώναξε.
Εγώ σου το είπα.
Θα ξαναβρεθούμε,κι έσκυψε πάνω στην κοιλιά της,να ακούσει το παιδί.
Την κοίταξε,και της είπε θα σε κόψω.
Να πεθάνω θέλω.
Κόψε μου το κεφάλι μου να πεθάνω.
Έβγαλε ένα σουγιά από την τσέπη της,τον καθάρισε με το σάλιο της,κι είπε,όταν θα σου πω να σφιχτείς,θα το κάνεις και'γω θα σε κόψω.
Αλλιώς δεν βγαίνει το παιδί σου.
Θα το χάσεις αν δεν βγει,η καρδιά του είναι κουρασμένη.
Έλα της είπε σαν ήρθε ο πόνος.
Έλα σφίξου,και χρατς,την έκοψε.
Πετάχτηκε ένα κεφάλι ίσα με ενός μικρού αρνιού,κι ένα κορμί με τέσσερα πόδια.
Δίχως χέρια.
Το πρόσωπο ήταν όμορφο και τα μάγουλά του ολοστρόγγυλα.
Δυο μάγουλα σαν λειτουργιές αφράτες.
Της το έβαλε στην αγκαλιά της,λέγοντάς της,το είχα δει.
Μα τι να σου πω σαν με ρώταγες; Πως θα γεννήσεις ένα παιδί με τέσσερα πόδια; Να θυμάσαι όμως πως αυτός που σου το έσπειρε,κακό τέλος θα'χει.
Πολύ κακό τέλος,και θα το πληρώνει ακόμα και μετά τον θάνατό του.
Ανατρίχιασε η λεχώνα σαν το άκουσε.
Την κοίταξε η βάβω και της είπε,μην τον λυπάσαι.
Εκείνος δε σε λυπήθηκε κι ας ήσουν στα δεκάξι σου.
Να σε πληρώσω της είπε η Λέξω. Όχι.
Δεν θέλω χρήματα.
Από κρίματα εγώ δεν πληρώνομαι της είπε κι έφυγε.
Όλη της την ζωή την έβγαλε στον ξενώνα,μ'ενα παιδί σακάτικο.
Ένα παιδί που δεν στάθηκε ποτέ όρθιο,παρά μόνο περπατούσε σαν ζώο,στα τέσσερα. Η Λέξω με τον άντρα της,της στάθηκαν σαν να ήταν κόρη τους.
Το παιδί σαν μαναράκι καλοθρεμμένο στα τέσσερα από κοντά της συνεχώς.
Ποτέ δεν ντράπηκε γι'αυτό.
Η καρδιά της κόντευε να σπάσει από αγάπη,κι από φροντίδα.
Όλοι οι περαστικοί το αγάπησαν,κι είχε φτάσει η φήμη γι'αυτό πολύ μακριά.
Έφτασε και στο σπίτι των γονιών της.
Από τότε που έφυγε,τα πράγματα εκεί δεν πηγαίνανε καλά.
Ο πατέρας της σκοτώθηκε.
Η μάνα της τρελάθηκε,σαν έμαθε ποιος την χάλασε.
Το'λεγε στο μεθύσι του ο μεγάλος.
Ο μικρός της ο αδερφός παντρεύτηκε,και δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά,κι ο μεγάλος έγινε ένας μέθυσος άχρηστος, να βγάζει και το ψωμί που έτρωγε.
Σαν το άκουσε πως κάπου υπάρχει ένα παιδί με τέσσερα πόδια,είπε, να μια περίπτωση που θα μου φέρει λεφτά,και κίνησε να πάει να δει κι ο ίδιος τι σόι ήταν αυτό που λέγανε.
Σαν έφτασε,και σαν είδε την αδερφή του,και πίσω της να ακολουθεί το τετράποδο με τις λειτουργιές για μάγουλα,έχασε την μιλιά του.
Έφυγε χωρίς να της μιλήσει.
Εκείνη δεν τον είδε.
Δεν τον χώραγε ο τόπος.
Δεν μπορούσε να βρει ηρεμία πουθενά.
Σερνότανε σαν σκουλίκι από το ποτό,και βρώμαγε από την απλυσιά.
Έτσι πέρναγαν τα χρόνια,κι η Νούσιω με το μαναράκι της,κοντά στους γονείς της,έτσι τους έλεγε,κράταγε τον ξενώνα.
Είχαν μεγαλώσει και κείνοι,κι ήθελαν ξεκούραση.
Δέκα χρονών το τετράποδό της,και το φωνάζανε Περικλή.
Το όνομα του άντρα της Λέξως του έδωσε.
Αυτός τους στάθηκε σαν πατέρας και σαν παππούς.
Το μαναράκι μου του έλεγε και κείνο έτρεχε και πήδαγε στα γόνατά του.
Και σαν ήθελε αγκαλιές ,σήκωνε τα δυο του τα μπροστινά κι έδειχνε μ'αυτόν τον τρόπο να το πάρουν αγκαλιά.
Δεν μίλαγε.
Μόνο γελούσε.
Γελούσε,κι έλεγε ναι,ό,τι κι αν το ρωτούσες κουνώντας το κεφαλάκι του.
Μάτια,μύτη,στόμα,κι αυτιά,όλα κανονικά,σ'ένα μεγαλούτσικο κεφάλι.
Και το σώμα του ανθρώπινο,με τέσσερα πόδια.
Λίγο,λιγάκι ξεχώριζες πως ήταν προορισμένα τα μπροστινά του για χέρια,και πως αλλάξανε γνώμη και γίναν πόδια.
Δέκα χρονών ο Περικλής τους,και έξω από το χωριό τους.λίγο πιο πέρα από τον ξενώνα στηθήκανε τσαντίρια.
Μια μεγάλη γυναίκα πήγε και την βρήκε.
Σαν σήμερα τον γέννησες της είπε.
Ήταν η βάβω η Νούλα. Ο Περικλής πήγε κοντά της,και κείνη του φόρεσε στο λαιμό του,ένα χαϊμαλί από δέρμα φιδιού,σε σχήμα καρδιάς.
Να με θυμάσαι του είπε,κι αυτός είπε ναι γελώντας,και κουνώντας το κεφάλι του.
Θα με ξαναδείς της είπε,κι έφυγε.
Μα σαν μάθεις πως αυτός που σου το έσπειρε,έφυγε από την ζωή,να το ανοίξεις το χαϊμαλί.
Κάτι γράφει μέσα.
Μόνο τότε να το ανοίξεις,σαν μάθεις τα κακά του τα μαντάτα.
Πως θα ξέρω πως θα είναι αυτός της είπε.
Θα ακούσεις για πολλά πουλιά της είπε.
Για πολλά πουλιά που θα τον τρώνε Πέρασαν πέντε χρόνια,κι ο Περικλής δεν έβγαλε το χαϊμαλί από πάνω του.
Απόγευμα ήταν κι είχε γείρει λίγο το κορμί της να ξαποστάσει. Η Λέξω κι ο άντρας της είχαν φύγει,κι ο ξενώνας πέρασε στα χέρια της.
Παιδιά δεν είχαν εκείνοι,γι'αυτό την αγάπησαν τόσο πολύ.
Την κόρη τους είδαν στο πρόσωπό της.
Φωνές άκουσε πολλές και σηκώθηκε.
Κάποιος είδε έναν άντρα να κρέμεται από ένα δέντρο πέρα μακριά.
Δείχνει να είναι μέρες εκεί,και πολλά πουλιά μαζεμένα τον έτρωγαν.
Έβγαλε το χαϊμαλί από τον λαιμό του Περικλή,το άνοιξε,και διάβασε,πως,αυτός που σου το έσπειρε,ήταν ο κρεμασμένος.
Ο κρεμασμένος που τρώνε τα πουλιά,και ήταν ο αδερφός σου.
Δεν το ξαναφόρεσε στον Περικλή.
Το έκαψε στις φλόγες από την φωτιά που έκαιγε για να μαγειρέψει το βραδινό των πελατών της.
Το έκαψε,όπως είχε κάψει και κείνος την ψυχή της.
Το μαναράκι της έζησε μέχρι τα είκοσί του,κι έφυγε ξημερώματα μιας μέρας την ώρα που έβγαινε ο ήλιος.
Είχε σταθεί πάνω στις λειτουργιές του,και φώτιζε το γέλιο του. Η Νούσιω ζούσε χωρίς καρδιά πλέον.
Την είχε πάρει το τετράποδό της μαζί του.
Καθισμένη δίπλα από το κρεβάτι του,κι ας έχουν περάσει δώδεκα χρόνια από τότε που έφυγε,χάιδευε το μαξιλάρι του,και ψιθύριζε,και συ αδερφέ; Και συ; Αυτός ήταν που χτυπούσε περισσότερο από τους άλλους,να φοβηθεί,να μην πει ποιος την χάλασε.
Άκουσε την πόρτα της να χτυπάει.
Πήγε να ανοίξει.
Τον γνώρισε,κι ας είχαν περάσει χρόνια και βάσανα πάνω του.
Συγνώμη της είπε, Συγνώμη.
Έπεσε κάτω κι έφυγε και κείνος με την συγνώμη στο στόμα.
Ήταν ο μικρός της αδερφός.
Ήθελε να πεθάνει,αλλά η ψυχή δεν έβγαινε αν δεν ζήταγε συγνώμη.
Τον έθαψε δίπλα από το μαναράκι της,να έχει παρέα τον θείο του,κι ας είχαν δεχτεί τις κλωτσιές του κάποτε.
Αυτοί είχαν μεγάλη καρδιά.
Ένα βράδυ που φύσαγε και χάλαγε ο θεός τον κόσμο,βρόνταγε κι άστραφτε,δεν είχε ύπνο.
Κάποια στιγμή που σταμάτησαν τούτα τα φαινόμενα της φύσης,έκλεισαν λίγο τα μάτια της.
Η βάβω η Νούλα ήρθε και της είπε,ετοιμάσου.
Το μαναράκι σου σε ζητάει.
Χαράματα έφυγε κι αυτή,βλέποντας το χαμόγελό του,στο παραθύρι της,την ώρα που ο ήλιος ακούμπησε στο περβάζι του.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους