Το νεκροταφείο των Αιγινητών Σαλαμινομάχων στην Αίγινα. Από Helena Koumpenaki Η Αίγινα, νησί χωρίς πολλές καλλιεργήσιμες εκτάσεις, στράφηκε πολύ νωρίς στη ναυτιλία και στο εμπόριο. Από αρχαιοτάτων...
Το νεκροταφείο των Αιγινητών Σαλαμινομάχων στην Αίγινα. Από Helena Koumpenaki Η Αίγινα, νησί χωρίς πολλές καλλιεργήσιμες εκτάσεις, στράφηκε πολύ νωρίς στη ναυτιλία και στο εμπόριο.
Από αρχαιοτάτων χρόνων συγκαταλεγόταν στις “θαλασσοκράτορες” πόλεις, οι δε Αιγινήτες ήταν έμπειροι ναυτικοί.
Μαζί με την ναυτοσύνη ανέπτυξαν και τη ναυπηγική επιστήμη, τα δε αιγινήτικα καΐκια ήταν από τα πιο γερά σκαριά στη Μεσόγειο.
Από το πρώτο τέταρτο του 6ου πκχ αιώνα, η Αίγινα ήταν βεβαιωμένα ανεξάρτητο κράτος και ως τους περσικούς πολέμους ισχυρό και οικονομικά αναπτυγμένο, και βρισκόταν σε διαρκή ανταγωνισμό με την Αθήνα.
Ο ανταγωνισμός αυτός οδήγησε στη δημιουργία έχθρας που ενώ και το 483 συνεχιζόταν σφοδρός, έπαψε μπροστά στον περσικό κίνδυνο που εκδηλώθηκε με την εκστρατεία του Ξέρξη (480 πκχ). Οι Αιγινήτες συντάχθηκαν με τους λοιπούς Έλληνες και μάλιστα ανδραγάθησαν στη Σαλαμίνα.
Συμμετείχαν και στις μάχες των Πλαταιών και των Ερυθρών χωρίς εκεί να διακριθούν αλλά και στη ναυμαχία της Μυκάλης, όπως επίσης και στην εκστρατεία για την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Ιωνίας και των νησιών, και αποχώρησαν όταν από την ελληνική συμμαχία αποσύρθηκαν οι Σπαρτιάτες. Τον Σεπτέμβριο του 480 πκχ έγινε η ναυμαχία της Σαλαμίνας. Η Αίγινα και οι αρχαίοι Αιγινήτες ναυμάχοι ήταν από τούς κύριους συντελεστές της νίκης αυτής, και διακρίθηκαν και για το θάρρος αλλά και για τη ναυτική ισχύ τους.
Στην ιστορική αυτή ναυμαχία, η Αίγινα συμμετείχε με 30 πολεμικά πλοία με αρχηγό τον Πολύκριτο και κατέκτησε τα αριστεία μεταξύ όλων των Σαλαμινομάχων πόλεων αφήνοντας στη δεύτερη θέση ακόμα και αυτούς τούς Αθηναίους . Ξημερώματα της ναυμαχίας οι Έλληνες αποφάσισαν να προσευχηθούν στους θεούς και να κάνουν έκκληση να πολεμήσουν στο πλευρό τους οι γιοι του Αιακού.
Προσευχήθηκαν σε όλους τους θεούς, επικαλέστηκαν τον Αίαντα και τον Τελαμώνα από τη Σαλαμίνα κι έστειλαν ένα πλοίο στην Αίγινα, για να φέρει τον Αιακό και τους άλλους γιους.
Είχαν αρχίσει να επιβιβάζονται στα πλοία όταν έφτασε απο την Αίγινα η τριήρης που είχε αποπλεύσει και έφερνε τους ανδριάντες των Αιακιδών (Αιακού, Πηλέως, Αχιλλέως, Τελαμώνος, Αίαντος κοκ). Τότε οι Έλληνες ανοίχτηκαν στο πέλαγος με όλα τα καράβια τους.
Στη διάταξη μάχης απέναντι στους ναυτικούς του Ξέρξη τάχθηκαν οι Αθηναίοι, στα δεξιά τάχθηκαν οι Πελοποννήσιοι και οι Αιγινήτες και στο κέντρο τα πλοία των άλλων Ελλήνων.
Από τη κομβική θέση που ήταν, δεν είχαν σκοπό να αφήσουν κανένα περσικό πλοίο να διαφύγει.
Λέγεται δε, πως οι Αιγινήτες ήταν αυτοί που ξεκίνησαν τη ναυμαχία, υποστηρίζουν ότι το πρώτο πλοίο που ρίχτηκε στον αγώνα ήταν αυτό που είχε πάρει τους γιους του Αιακού από την Αίγινα.
Στην πραγματικότητα ο ελληνικός στόλος κινήθηκε συντεταγμένα κατά των εχθρών.
Τα περσικά πλοία κινήθηκαν και αυτά με σκοπό να προσβάλουν τα ελληνικά.
Εξαιτίας του πλήθους τους όμως, σε συνδυασμό με τη στενότητα του χώρου, σύγχυση άρχισε να επικρατεί στις γραμμές τους.
Όταν μάλιστα άρχισε να πνέει ο συνηθισμένος για την εποχή ανατολικός άνεμος, τα πλοία του περσικού αριστερού παρασύρονταν και έπεφταν πάνω στα πλοία του κέντρου και αυτά με τη σειρά τους στα πλοία του δεξιού.
Όταν ολόκληρη η περσική γραμμή είχε αποδιοργανωθεί οι έμπειροι Έλληνες τριήραρχοι επιτέθηκαν με τα έμβολα, στα ακάλυπτα πλευρά των περσικών σκαφών.
Δεκάδες περσικά σκάφη χάθηκαν έτσι.
Παρόλα αυτά τα μεγαλύτερα από τα περσικά πλοία αντεπιτέθηκαν, επιχειρώντας να προσκολληθούν στα ελληνικά και να τα κυριεύσουν με έφοδο των πεζοναυτών που μετέφεραν.
Τότε εκτυλίχτηκαν επικές σκηνές.
Πέρσες και Έλληνες γίνονταν ένα κουβάρι πάνω στα καταστρώματα.
Χιλιάδες πυρφόρα βέλη έσκιζαν τον ουρανό.
Ακόντια, πέτρες, μολυβένια βλήματα σφεντόνων, καρφώνονταν και κτυπούσαν.
Άνδρες έπεφταν, πνίγονταν, βλαστημούσαν, έφτυναν τον αντίπαλο κατάμουτρα.
Με τα χέρια, με τα όπλα, με τα κουπιά, τα πληρώματα των δύο στόλων είχαν εμπλακεί σε μια θανάσιμη πάλη.
Χάνοντας οι βάρβαροι και ενω τρέπονταν σε φυγή, υποχωρώντας με τα πλοία προς το Φάληρο, οι Αιγινήτες έπιασαν θέση στο στενό το πέρασμα και βύθιζαν όσα έβγαιναν από της ναυμαχίας τον χώρο.
Όποιο καράβι γλίτωνε από τους Αθηναίους, ερχόταν κι έπεφτε με ορμή πάνω στους Αιγινήτες. Οι Αιγινήτες, η πιο επίλεκτη μοίρα του ελληνικού στόλου, κάνει θαύματα.
Η συγκίνηση, ο θυμός και η δύναμη των κωπηλατών, σε συνδυασμό με τη σύγχυση του εχθρού, έκαναν τα περσικά πλοία να ψάχνουν τρόπο να σωθούν.
Πλοία συγκρούονταν και βούλιαζαν.
Πληρώματα πάλευαν σώμα με σώμα και έδιναν τρομερή μάχη για επιβίωση.
Εκατοντάδες περσικά πλοία κατάφεραν να εγκαταλείψουν τη ναυμαχία και έπλεαν προς το Φάληρο για να σωθούν, αλλά οι Αιγινήτες τα περίμεναν στα στενά της Ψυτάλλειας και αποτελείωναν όσα προλάβαιναν.
Ο ήρωας που διακρίθηκε με την ατομική του γενναιότητα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο Έλληνα κατά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας ήταν ο Πολύκριτος ο Αιγινήτης, γιος του Κριού.
Όταν στην Σαλαμίνα συναντήθηκαν τυχαία οι τριήρεις του Θεμιστοκλή και του Πολυκριτου, ο τελευταίος κάρφωσε το έμβολό του σε ένα πλοίο της Σιδώνας.
Το πλοίο αυτό είχε επιβάτη τον Πυθέα, που οι Πέρσες τον είχαν μαζί τους ως αιχμάλωτο από το Αρτεμίσιο της Εύβοιας και τον καμάρωναν για την ανδρεία του (όταν ο Ξέρξης ερχόταν στην Ελλάδα οι Έλληνες είχαν στείλει τρεις τριήρεις, μία από την Αθήνα, μία από την Αίγινα και μία από την Τροιζήνα, με αποστολή να πλεύσουν κοντά στο νησί της Σκιάθου και να προειδοποιήσουν αν εμφανιζόταν ο εχθρός.
Η ξαφνική εμφάνιση όμως του τεράστιου περσικού στόλου προκάλεσε πανικό στα ελληνικά πλοία.
Το αθηναϊκό συνετρίβη στη θεσσαλική ακτή και το πλήρωμα διέφυγε από ξηρά. Οι Τροιζήνιοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν και αφού οι Φοίνικες κατέλαβαν το πλοίο, θυσίασαν στους θεούς τους τον πιο όμορφο Έλληνα αιχμάλωτο.
Στη συνέχεια περικύκλωσαν το πλοίο της Αίγινας. Ο Πυθέας ο Αιγινήτης, γιος του Ισχένοου, πολέμησε σαν λυσσασμένος ακόμα και όταν όλοι οι άλλοι Έλληνες σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Το Αιγινίτικο πλοίο ήταν ένα σφαγείο με τεμαχισμένα σώματα παντού.
Όμως ο Πυθέας παρέμεινε να αγωνίζεται παρά τους τραυματισμούς του.
Ξίφη, δόρατα και βέλη τον χτυπούσαν σχεδόν από όλες τις κατευθύνσεις.
Σταμάτησε να αγωνίζεται μόνο όταν λιποθύμησε από αιμορραγία πέφτωντας στο κατάστρωμα μέσα σε μια λίμνη από το αίμα του. Ο Πέρσης διοικητής θαύμασε τη γενναιότητά του και εμπόδισε τους Φοίνικες να τον σκοτώσουν.
Διέταξε έναν γιατρό να τον θεραπεύσει και τον κράτησε σε τιμητική αιχμαλωσία.
Απο τότε οι Πέρσες τον είχαν συνέχεια στο καράβι τους και τον καμάρωναν, εξαιτίας της ανδρείας του,με το κορμί του αγνώριστο από τα τραύματα). Ο τριήραρχος Πολύκριτος αναγνωρίζει το σήμα της αθηναϊκής ναυαρχίδας και φωνάζει στον Θεμιστοκλή: ''Να τι κάνουν οι Αιγινήτες στους Μήδους!'' Και ταυτόχρονα ορμάει εναντίον του πλοίου που καταδίωκε τον Θεμιστοκλή και το βουλιάζει.
Αυτό ήταν το τελευταίο επεισόδιο της μεγάλης ναυμαχίας.
Μετά το πέρας της ναυμαχίας, τη συλλογή των νεκρών, των ναυαγών και των λαφύρων, οι Έλληνες έσυραν στη Σαλαμίνα όσα από τα χτυπημένα πλοία μπορούσαν.
Τα περισσότερα πλοία και συντρίμμια παρασύρθηκαν από τον καιρό και πήγαν στην Κωλιάδα (Άγιος Κοσμάς), εκπληρώνοντας τη προφητεία του μάντη Λυσίστρατου.
Ότι δηλαδή «οι γυναίκες της Κωλιάδας θα μαγειρεύουν το φαγητό τους πάνω σε φωτιά από κουπιά». Οι νικητές ξεχώρισαν τα “ακροθίνια” για προσφορά στους Θεούς.
Διάλεξαν τρείς φοινικικές τριήρεις, μία για τον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, μία για τον Αίαντα στη Σαλαμίνα και μία για τον Ποσειδώνα του Ισθμού Κορίνθου.
Από τα καλύτερα λάφυρα, έφτιαξαν ανδριάντα 12 πήχεων που κρατούσε στα χέρια του μια πλώρη πλοίου και τον έστειλαν στους Δελφούς. Οι Αιγινήτες, επί πλέον αφιέρωσαν τρεις περσικούς “χρυσούς αστέρες”, εκ των οποίων οι δυο αφιερώθηκαν στους Διόσκουρους (Κάστωρ και Πολυδεύκη), προστάτες του ναυτικού και ο τρίτος, στον Δελφίνιο Απόλλωνα, που λατρευόταν στην Αίγινα.
Μετά την διανομή των λαφύρων, οι Σαλαμινομάχοι έπλευσαν στον Ισθμό για να αφιερώσουν στον Ποσειδώνα την φοινικική τριήρη και για να απονείμουν στους πολεμιστές τα πρωτεία και δευτερεία.
Εκεί, οι περισσότεροι στρατηγοί ψήφισαν τους εαυτούς τους σαν καλύτερους, ενώ δεύτερο έβαζαν το Θεμιστοκλή.
Τρία άτομα πέρασαν μπροστά από τον Θεμιστοκλή. Ο Αιγινήτης τριήραρχος Πολύκριτος και οι Αθηναίοι Ευμένης από την Αναγυρούντα και Αμεινίας από την Παλλήνη.
Γι’ αυτό δεν απονεμήθηκε σε κανένα το “πρωτείο”, αλλά μόνο το “δευτερείο” στον Θεμιστοκλή (Ηρόδοτος, Βιβλίο όγδοο (VIII) – ΟΥΡΑΝΙΑ- Παρ. 121-124). Τελικά το Μαντείο των Δελφών έδωσε το “έπαθλο ανδρείας" στους Αιγινήτες.
Μετά την λήξη του πολέμου, στήθηκαν μνημεία σε ανάμνηση της νίκης, στην Ψυτάλλεια (Πλούταρχος, Αριστείδης 9.4) και στη Σαλαμίνα στο ακρωτήριο της Κυνόσουρας. (Πλάτων, Μενέξενος 245 και Παυσανίας Ι.36,2). Ο Τύμβος στη Ψυτάλλεια ήταν φτιαγμένος από πωρόλιθους και χαλίκια με ύψος 20 μέτρα, ώστε να φαίνεται από την θάλασσα (Ηρόδοτος, Ουρανία, 8.121). Πάνω του δε είχε τη φοινικική τριήρη που ήταν αφιερωμένη στον Αίαντα (Παπαχατζής σ. 460-1, σημ. 4). Λίγο βορειότερα έφτιαξαν το πολυάνδρειον (μεγάλος ομαδικός τάφος για τους πεσόντες Αθηναίους). Ο Robertson (σ. 84) πιστεύει ότι οι νεκροί της ναυμαχίας δεν ετάφησαν σε πολυάνδρειο, αλλά στις πατρίδες τους, επειδή καμία αρχαία, σύγχρονη της ναυμαχίας πηγή, δεν αναφέρεται σε πολυάνδρειο.
Μερικές μέρες μετά τη ναυμαχία, οι Αιγινήτες Σαλαμινομάχοι, με επικεφαλείς τους ήρωες: τριήραρχο Πολύκρητο, γιό του Κριου, τον ναύαρχο Ασωνίδη και τον Πυθέα, γιό του Ισχένοου, επέστρεψαν υπερήφανοι με τα λάφυρά τους, αλλά και λυπημένοι, γιατί έφεραν μαζί τους τριάντα νεκρούς.
Οι περισσότεροι ήταν από την τριήρη που επιτέθηκε στην σαμοθρακική, όταν αυτή έπληξε μια αθηναϊκή, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (ΟΥΡΑΝΙΑ, 8.91). Επίσης εκτιμάται πως ενταφιάστηκαν με μεγάλες τιμές και σε όμορφη περιοχή έξω από την πόλη, ως συνηθιζόταν, κοντά στη θάλασσα που τους χάρισε τη νίκη και τους πήρε τις ζωές τους.
Οι τάφοι αυτοί λαξεύτηκαν στα βράχια της βόρειας ακτής και κατά τέτοιο τρόπο ώστε η θέση της κεφαλής να είναι πιο ψηλά από το σώμα και να ατενίζει το πεδίο της ναυμαχίας.
Οι τάφοι σώζονται, αλλά επειδή έχουν συληθεί, λένε πως δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού και έτσι, δεν μπορεί να πει ότι εκεί είχαν ταφεί οι Αιγινήτες Σαλαμινομάχοι.
Όμως, πέρασε από στόμα σε στόμα και σε όλους τους χάρτες του νησιού αναφέρεται ότι είναι το νεκροταφείο όπου θάφτηκαν οι Αιγινήτες Σαλαμινομάχοι.
Περίπου 4 χλμ από το λιμάνι της Αίγινας, στη περιοχή Αλυ-Λιβάδι, εντοπίστηκαν αρχαία λατομεία από τα οποία οι Αιγινήτες, από την κλασική εποχή, έβγαζαν τον πωρόλιθο.
Το λατομείο είναι σημαντικό γιατί οι πωρόλιθοι που εξορύχτηκαν, χρησιμοποιήθηκαν στα θεμέλια του ναού του Απόλλωνα, στην Κολώνα.
Ακριβώς δίπλα στο λατομείο αυτό, που είναι απέναντι από τη Σαλαμίνα, υπάρχει λαξευμένο στους βράχους της ακρογιαλιάς, ένα ταφικό συγκρότημα που δεν περιγράφεται πουθενά, ενώ καταλαμβάνει μεγάλη έκταση.
Είναι στον παραλιακό δρόμο που διέρχεται από την περιοχή, και ενώ υπάρχουν δύο πινακίδες που ενημερώνουν ότι στην περιοχή υπάρχει “αρχαιολογικός χώρος”, όποιος περνά από τον κεντρικό δρόμο, προσπερνά χωρίς να αντιληφθεί τίποτε.
Όμως, αν την περιηγηθεί, θα μείνει έκθαμβος από τους με ζηλευτή ακρίβεια, λαξευμένους στα σκληρά βράχια τάφους πιθανότατα για να ταφούν οι Αιγινήτες Σαλαμινομάχοι.
Το θέμα ήταν γνωστό στους κατοίκους αλλά άγνωστο στις κρατικές αρχές που αναδείχτηκε για πρώτη φορά το 1978.
Η αρχική μελέτη του χώρου φυσικά και δεν αποκάλυψε τίποτε, αφού οι τάφοι ήταν άδειοι και χωρίς ταφόπλακα.
Ό,τι και να υπήρχε, μέσα ή έξω, έχει κάνει φτερά.
Ίσως και οι πέτρινες πλάκες να βοήθησαν στην κατασκευή κάποιας λιθόκτιστης βίλας.
Συνηθιζόταν αυτό.
Ίσως πάλι τα ευρήματα που οι έρευνες δεν βρήκαν, να έχουν παρασυρθεί και να βρίσκονται δίπλα, στο βυθό της θάλασσας.
Οι τάφοι βρίσκονται πάνω σε δύο μικρές βραχώδεις χερσονήσους όπου επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω μιας στενής, αμμώδους παραλίας.Το μέτωπο της δυτική χερσονήσου έχει αλλοιωθεί σημαντικά από τον έντονο κυματισμό.
Το έδαφος εμφανίζει ρηγματώσεις και καθαρές γεωμετρικές μορφές που ο προσεκτικός παρατηρητής θα αντιληφθεί ότι πρόκειται για θραύσματα κατασκευών.Πρόκειται για τα ίχνη μιας αρχαίας νεκρόπολις που χρονολογείται από τα αρχαϊκά ή τα ελληνιστικά χρόνια.
Στον πυθμένα του μικρού κόλπου υπάρχουν ενδείξεις ότι οι χερσόνησοι ήταν κάποτε ενωμένες και η νεκρόπολις πιθανότατα να είχε μεγαλύτερη έκταση.
Η εξόρυξη της πέτρας δια θαλάσσης και κυρίως το ίδιο το νερό κατάφερε να αποκόψει το έδαφος και να το χωρίσει στα δύο, εμφανίζοντας τη στενή παραλία στο μέσο της περιοχής.
Αυτή η μεταβολή της ακτογραμμής πιθανότατα παρέσυρε στον πυθμένα της θάλασσας τμήμα από την αρχαία νεκρόπολη.
Είναι οι τάφοι αυτοί στο Λιβάδι, ο χώρος που τάφηκαν οι Αιγινήτες Σαλαμινομάχοι; Αν οι τάφοι δεν ήταν άδειοι και αν είχε γίνει συστηματική ανασκαφή και αρχαιολογική έρευνα, θα μπορούσε να είχε αποδειχθεί.
Όμως, επειδή πρόκειται για ναυμάχους ή ναυαγούς είναι λογικό να ήταν “ακτέριστοι” νεκροί.
Κανείς δεν είχε την απαίτηση ο ναυαγός να είχε μαζί του το σπαθί, το δόρυ, το ακόντιο ή το κουπί του, ώστε να το βάλουν μαζί του.
Άλλωστε, η συνήθεια του να θάβονται οι πολεμιστές με τον οπλισμό τους είχε εγκαταλειφτεί από τον 7ο αιώνα πκχ.
Τα όπλα που είχαν οι πεσόντες πολεμιστές, τα έπαιρνε η πολιτεία. Ο Polignac (σ. 180-5) αναφέρει ότι η παρουσία οπλισμού και οβελών σε τάφους του Άργους στα μέσα του 8ου αιώνα πκχ ήταν οι τελευταίοι.
Μετά οι πολεμιστές δεν θαβόταν με τον οπλισμό τους.
Αυτό επίσης αποδεικνύεται από τα πολυάνδρεια των νικητών που δεν κτερίστηκαν με όπλα, όπως είναι των Μαραθωνομάχων και των Θεσπιέων του Δηλίου.
Επίσης, στη Σπάρτη δεν επιτρέπονταν οι “ταφικές προσφορές” (Πλούταρχος , Λυκούργος, 27). Για τα έθιμα της εποχής, γράφει ο Θουκυδίδης ότι: «οργανωνόταν κατά την αρχαία συνήθεια, η τελετή της δημόσιας ταφής των νεκρών του πολέμου.
Ένα όμως φέρετρο το μεταφέρουν κενό.
Είναι των αφανών, εκείνων που τα σώματα δεν βρέθηκαν… αποθέτουν τους νεκρούς στο δημόσιο νεκροταφείο πού βρίσκεται στο ωραιότερο προάστιο της πόλης.
Εκεί θάβουν πάντα τους νεκρούς του πολέμου». Οι τάφοι αυτοί συνεπώς θα μπορούσαν να είναι κενοτάφια των Αιγινητών Σαλαμινομάχων που σκοτώθηκαν μακριά από την πατρίδα και των οποίων τα σώματα δεν βρέθηκαν, αφού πνίγηκαν και ξεβράστηκαν αλλού.
Συνηγορεί με την σκέψη αυτή η τοποθέτησή τους σε τάφους που ανοίχτηκαν σε περίοπτη θέση, απέναντι από τη Σαλαμίνα και με μια εξαίρετη τέχνη, σκαμμένα σε σκληρά βράχια, ενώ θα μπορούσαν να τους έβαζαν στο ακριβώς δίπλα αρχαίο λατομείο που το πέτρωμα είναι μαλακό.
Άλλωστε, τι λόγο θα είχαν να σκάψουν τόσους πολλούς τάφους σε βράχο και με τέτοια ακρίβεια, λες και έχουν κοπεί με λέιζερ, και να έχουν τέτοιο προσανατολισμό; Όσο τώρα για τους θαλάμους που είναι μεγάλων διαστάσεων, αυτοί θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι κάποιο ηρώο ή βωμοί, ή χώροι λουτηρίων ή χώροι συμποσίων, αφού τότε συνηθιζόταν να κάνουν ετησίως τελετουργίες (μνημόσυνα), ακόμη και αγώνες στην περιοχή.
Δυστυχώς σήμερα, ο αρχαιολογικός αυτός χώρος παραμένει εγκαταλελειμμένος και άγνωστος για τους επισκέπτες του νησιού.
Η μη γνώση του χώρου και των σημαντικών ιστορικών γεγονότων τον έχει οδηγήσει στην αδιαφορία και στην εγκατάλειψη.
Ευτυχώς που υπάρχουν οι χάρτες, το Google και ο δήμος Αίγινας που επιμένουν.
Βίντεο από Ελληνικός Ήλιος. Παραγωγή Ντάρια Γκέρους - Κοτούλα Καλογεράκης Ηρακλής slpress.gr ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ ΜΑΡΙΑ ΜΠΟΝΙΚΟΥ WIKIPEDIA
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους