Γράφει ο σπουδαίος δημοσιογράφος από τη Ρογδιά Ηρακλείου Μιχάλης Στρατάκης. «Έστησε πάλι η καρδιά τον αργαλειό και φαίνει, μόνο για μαύρες φορεσιές παραγγελίες παίρνει». Το "τικ τακ" του ρολογιού...
Γράφει ο σπουδαίος δημοσιογράφος από τη Ρογδιά Ηρακλείου Μιχάλης Στρατάκης. «Έστησε πάλι η καρδιά τον αργαλειό και φαίνει, μόνο για μαύρες φορεσιές παραγγελίες παίρνει». Το "τικ τακ" του ρολογιού είναι η πιό τρανή απόδειξη ότι η ζωή του πλανήτη συνεχίζεται.
Το "τακ τακ" της καρδιάς είναι η απόδειξη ότι ο άνθρωπος είναι ζωντανός.
Το "τάκα τάκα" του αργαλειού είναι η απόδειξη ότι η κοινωνία και η παράδοση είναι ολοζώντανες.
Τους δυό πρώτους ήχους, κανείς δεν μπορεί να μου τους στερήσει, όσο θα 'χω τα μάθια μου ανοιχτά.
Όμως, τον τρίτο ήχο, που εγροίκουνα στο χωριό, τον αγαπημένο ήχο που με συντρόφευε στα ζάλα μου στο καλντερίμι, και που μου 'πεμπε μήνυμα πως η κοπελιά που αγάπουνα ήτανε ξυπνητή και ύφαινε τα κοινά ονείρατα μας, πρίχου πολύ καιρό η "ανάπτυξη" μου τον στέρησε.
Τον δολοφόνησε και απάνω στο κουφάρι του έφαλε τη σφραγίδα "made in china". Το ελληνικό κράτος, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενο και πέφτοντας στα τέσσερα, έκαμε ό,τι περνούσε από το χέρι του, προκειμένου να εξαφανίσει και τα τελευταία ίχνη της πατροπαράδοτης, χιλιοτραγουδισμένης, υφαντικής τέχνης.
Στο βωμό του δόγματος "εξαφανίστε ό,τι θυμίζει Ελλάδα", θυσίασε τον αργαλειό, τις υφάντρες και τους δασκάλους της μετατροπής του μαλιού των προβάτων σε αριστουργήματα υφαντικής.
Γιατί της Ελλάδας δεν της πρέπουν πλέον αριστουργήματα.
Της πρέπει μοναχά η φτήνια, το κέρδος, το νάυλον, το σκουπίδι και η νέα τάξη πάντων και πασών.
Αυτά σκεφτόμουνα, και οι χίλιοι διαόλοι μ' είχανε ζωσμένο, διαβάζοντας ένα ξέσπασμα της ψυχής του σταυραδερφού μου Μανόλη Κουράτορα, του τελευταίου ίσως των Μωικανών δασκάλων της υφαντικής τελετουργίας, που στην Αγυιά Μυλοποτάμου η ζωή του έχει γίνει ένα κουβάρι με τα νήματα, τα χτένια, τα πέταλα, το στιμόνι και το υφάδι , τα μεριά και τις πατούρες, τα ποδαρικά, τις κοράτσες, το αργαστηροσάνιδο, το μπροσταντί και το πισάντι, τους μίτους, κι όλα τα ποδέλοιπα μέρη του αργαλειού, που μεγαλώσανε γενιές και γενιές στην Κρήτη, που προικήσανε αναρίθμητες κόρες και γιούς, που υφάνανε σάβανα και τους πεθαμένους, που στολίσανε εκκλησές, φτωχόσπιτα και μέγαρα, που γενήκανε τραγούδι στα χείλια των αθρώπων, που εφέρανε ψωμί και ζήση στα σπίθια.
Τη μεγάλη χαρά του εξέφραζε ο Μανόλης Κουράτορας, επειδή σε μια εκδήλωση του Πολιτιστικού Συλλόγου Περάματος, οργανώθηκε μια όμορφη βραδιά, αφιερωμένη στην υφαντική τέχνη. Ο Μανόλης χαιρότανε, μα εγώ στενοχωρούμουνε, γιατί φτάσαμε στο έσχατο σημείο να πανηγυρίζουμε επειδή ένας Πολιτιστικός Σύλλογος (και χίλια μπράβο του) σ΄ολόκληρη την Κρήτη, σκέφτηκε και διοργάνωσε μια εκδήλωση για την ιεροτελεστία του αργαλειού, όταν τέτοιες εκδηλώσεις δεν έπρεπε να ξελείπουνε από τους προγραμματισμούς των δραστηριοτήτων όλων των Πολιτιστικών Συλλόγων της Κρήτης.
Και αν όχι όλων, τουλάχιστον εκείνων στα σπίθια των μελών των οποίων υπάρχει μια πατανία, ένα γιοργάνι, μια υφαντή ποδιά, μια κουρτίνα που θυμίζει γιαγιάδες, μανάδες, αδερφές, θυγατέρες και αγιάτρευτους σεβντάδες, που κάνανε υφαντό το όνειρο.
Δεν έχω να πω κάτι περισσότερο.
Εύχομαι, μόνο, τούτο το κράτος (με την γνωστή δυσώδη πρόθεση), αν έχει ίχνος φιλότιμου, να αποφασίσει τη νεκρανάσταση του αργαλειού.
Εύκολο είναι να γενεί, όσο υπάρχουνε ακόμη στη ζωή δάσκαλοι όπως ο Μανόλης Κουράτορας και υφάντρες που επιμένουν να θεωρούν τον αργαλειό, προέκταση της ψυχής τους.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους