[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Μαμά, μη το παίρνεις έτσι, καλή πρόθεση είχαμε...» είπε ο Στέλιος και άφησε τον φάκελο πάνω στο τραπέζι, λες και μου άφηνε λογαριασμό από συνεργείο. Εγώ κοίταζα μια τον φάκελο, μια εκείνον, και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μαμά, μη το παίρνεις έτσι, καλή πρόθεση είχαμε...» είπε ο Στέλιος και άφησε τον φάκελο πάνω στο τραπέζι, λες και μου άφηνε λογαριασμό από συνεργείο.

Εγώ κοίταζα μια τον φάκελο, μια εκείνον, και ένιωθα το πρόσωπό μου να καίει. Η Μαρίνα στεκόταν δίπλα του, με τα χέρια σταυρωμένα χαμηλά, όχι επιθετικά, πιο πολύ αμήχανα, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να δω τίποτα ψύχραιμα.

Άκουγα μόνο τη φράση που είχε πει πριν από λίγο: «Σκεφτήκαμε να σου δίνουμε ένα ποσό κάθε μήνα, αφού έτσι κι αλλιώς έρχεσαι και μας βοηθάς». Και κάτι μέσα μου έσπασε.

Δεν είμαι γυναίκα που φοβάται τη δουλειά.

Όλη μου τη ζωή δούλευα.

Και έξω, και μέσα στο σπίτι.

Μεγάλωσα δύο παιδιά με έναν μισθό να μη φτάνει ούτε για αστείο, έκοβα από μένα για να έχουν εκείνα.

Ο άντρας μου, ο Μανώλης, οδηγός τόσα χρόνια, έλειπε από το πρωί μέχρι το βράδυ.

Εγώ έτρεχα παντού.

Σχολεία, σούπερ μάρκετ, γιατροί, λογαριασμοί, μαγειρέματα.

Όχι γιατί ήμουν καμιά ηρωίδα.

Γιατί έτσι κάνουν οι περισσότερες μάνες εδώ.

Το ξέρουμε, δεν το λέμε.

Όταν ο Στέλιος παντρεύτηκε τη Μαρίνα και πήγαν στο ενοίκιο στο Περιστέρι, εγώ χαιρόμουν.

Νέα παιδιά, να φτιάξουν τη ζωή τους.

Στην αρχή πήγαινα καμιά φορά να αφήσω φαγητό.

Ένα ταψί παστίτσιο, λίγα γεμιστά, τέτοια.

Μετά, επειδή και οι δυο δούλευαν πολλές ώρες, άρχισα να κάνω και κάτι παραπάνω.

Να βάλω μια σκούπα, να σιδερώσω δυο πουκάμισα, να αλλάξω σεντόνια.

Δεν μου το ζήτησαν ευθέως.

Ούτε εγώ περίμενα ευχαριστώ κάθε πέντε λεπτά.

Μάνα είμαι, έλεγα.

Να μη βοηθήσω; Μόνο που σιγά σιγά άρχισα να νιώθω περίεργα.

Άφηναν την κούπα στον νεροχύτη σαν να ήξεραν ότι «η μαμά θα περάσει». Η Μαρίνα μου έστελνε μήνυμα: «Αν μπορείς, δες λίγο το μπάνιο γιατί δεν προλάβαμε». Όμορφα το έγραφε, με καρδούλες και φατσούλες, αλλά ήταν το «αν μπορείς» που στην πραγματικότητα σήμαινε «κάν' το». Κι εγώ το έκανα.

Και δεν μίλαγα.

Λάθος μου, ίσως.

Εκείνο το μεσημέρι είχα πάει να τους αφήσω φασολάκια. Ο Στέλιος είχε σχολάσει νωρίς, η Μαρίνα δούλευε από το σπίτι.

Κάτσαμε για καφέ.

Και ξαφνικά ο γιος μου, πολύ άνετα, λες και μου πρότεινε να πάρουμε καινούρια κουρτίνα, είπε: «Μαμά, το σκεφτήκαμε με τη Μαρίνα.

Επειδή μας βοηθάς τόσο πολύ, θέλουμε να σου δίνουμε τριακόσια ευρώ τον μήνα.

Να έρχεσαι δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, να κάνεις τα βασικά, να υπάρχει κι ένα πρόγραμμα να ξέρουμε όλοι πώς πάμε». Πρόγραμμα.

Αυτή η λέξη με αποτελείωσε. «Δηλαδή τι είμαι, Στέλιο; Υπάλληλός σας;» τον ρώτησα και η φωνή μου βγήκε πιο τρεμάμενη απ' όσο ήθελα. «Μαμά, όχι, μην το γυρίζεις έτσι...» «Έτσι πώς να το γυρίσω; Μου λες μέρες, ώρες και λεφτά.

Αυτό πώς λέγεται;» Η Μαρίνα τότε πετάχτηκε. «Δεν το είπαμε για να σε προσβάλουμε.

Ίσα ίσα, επειδή κάνεις τόσα, θεωρήσαμε σωστό να μη σε εκμεταλλευόμαστε τζάμπα». Το «τζάμπα» με χτύπησε σαν χαστούκι. «Εκμετάλλευση είναι να θεωρείς τη μάνα δεδομένη.

Όχι να της δίνεις μισθό για να ξεχάσεις ότι είναι μάνα». Σηκώθηκα τόσο απότομα που κουνήθηκε η καρέκλα.

Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε.

Ακουγόταν μόνο το ψυγείο και ο θόρυβος από ένα μηχανάκι απ' έξω. Ο Στέλιος πέρασε το χέρι του στο πρόσωπο, όπως έκανε μικρός όταν τον έπιανε άγχος. «Ρε μάνα...» είπε σιγά. «Δεν ήθελα να σε μειώσω.

Απλώς βλέπω ότι κουράζεσαι.

Και με τη σύνταξη που έχετε... είπα να βοηθήσουμε κι εμείς». Αυτό ήταν η πρώτη φορά που σταμάτησα.

Γιατί εκεί κατάλαβα πως κάτω από την ανοησία τους, υπήρχε και κάτι άλλο.

Μια αγωνία.

Μόνο που την είχαν ντύσει λάθος. Πολύ λάθος. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences