[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Ανθή, θα μου τα δώσεις τελικά τα λεφτά ή θα κάνουμε πάλι πως το ξεχάσαμε;» Αυτό είπα. Ήρεμα το είπα, όσο ήρεμα μπορούσα. Στο γυναικείο τραπέζι, με τα πιάτα ακόμα γεμάτα μισοφαγωμένες πατάτες φούρνου...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Ανθή, θα μου τα δώσεις τελικά τα λεφτά ή θα κάνουμε πάλι πως το ξεχάσαμε;» Αυτό είπα.

Ήρεμα το είπα, όσο ήρεμα μπορούσα.

Στο γυναικείο τραπέζι, με τα πιάτα ακόμα γεμάτα μισοφαγωμένες πατάτες φούρνου, τη χωριάτικη στη μέση και τα ποτήρια με το κρασί σχεδόν άδεια.

Ήταν τα γενέθλιά μου.

Είχα μόλις σβήσει τα κεράκια, είχα ακούσει τα «να τα εκατοστήσεις» και για λίγα λεπτά είχα πείσει τον εαυτό μου ότι ίσως, έστω για ένα βράδυ, όλα θα κυλούσαν ήσυχα. Η Ανθή σήκωσε αργά το κεφάλι της και με κοίταξε σαν να της είχα ρίξει χαστούκι. «Τώρα το θυμήθηκες, Μαρία; Σήμερα;» «Σήμερα σε βρήκα ήρεμη και είπα να το πούμε ανθρώπινα», απάντησα.

Λάθος μου. Τεράστιο.

Είχαν περάσει οκτώ μήνες από τότε που μου είχε κλάψει στο τηλέφωνο ότι αν δεν έβρισκε άμεσα προκαταβολή για ένα μεταχειρισμένο, ο Στέλιος δεν θα μπορούσε να πηγαίνει στη δουλειά του και θα τους έπνιγαν πάλι τα έξοδα.

Της έδωσα τρεις χιλιάδες ευρώ.

Όχι γιατί μου περίσσευαν.

Τα είχα μαζέψει με κόπο, ευρώ-ευρώ, από τον μισθό του Γιώργου και κάτι δικά μου από ιδιαίτερα που έκανα κρυφά τα απογεύματα.

Ήταν λεφτά που κρατούσα για εξετάσεις.

Για άλλη μια προσπάθεια.

Για το παιδί που δεν ερχόταν.

Αυτό δεν το ήξερε σχεδόν κανείς.

Ή έτσι νόμιζα. Η Ανθή γέλασε νευρικά.

Ήπιε μια μεγάλη γουλιά και ακούμπησε το ποτήρι τόσο δυνατά που πετάχτηκε λίγο κρασί στο τραπεζομάντιλο. «Α, βέβαια.

Γιατί εσύ μπορείς.

Με τη σύνταξη του πεθερού και τον μισθό του άντρα σου στο Δημόσιο, εύκολο είναι να το παίζεις άνετη.» Πάγωσα.

Γύρισαν κεφάλια.

Η πεθερά μου κατέβασε το πιρούνι.

Η ξαδέρφη του Γιώργου έκανε ότι χαζεύει το κινητό της.

Ο άντρας μου από το διπλανό τραπέζι πετάχτηκε μισός όρθιος. «Ανθή, πρόσεχε πώς μιλάς», είπε ο Γιώργος.

Αλλά εκείνη είχε ήδη ξεσπάσει. «Όχι, να μην προσέξω! Όλο κρίνει.

Όλο μετράει τι χρωστάει ο ένας και τι ο άλλος.

Ξέρεις εσύ, Μαρία, τι θα πει να τρέχεις αύριο-αύριο για δάνεια, λογαριασμούς, χρεώσεις; Ξέρεις τι θα πει να μη σου φτάνει ο μήνας; Ή μόνο να κοιτάς από πάνω;» «Δεν σε έκρινα.

Τα λεφτά μου ζήτησα», της είπα, και ένιωθα ήδη τα μάτια μου να καίνε.

Έσκυψε προς το μέρος μου. «Τα λεφτά σου; Εσύ να δεις τη ζωή σου καλύτερα.

Κάθεσαι και πικραίνεσαι με τους άλλους.

Γεμάτη φθόνο είσαι.

Και αντί να ασχολείσαι με τα χρωστούμενα, κοίτα που δεν έχεις καταφέρει ούτε ένα παιδί να κάνεις.» Δεν άκουσα αμέσως τον θόρυβο που ακολούθησε.

Άκουσα πρώτα ένα βουητό μέσα στ’ αυτιά μου.

Μετά την καρέκλα του Γιώργου να σέρνεται απότομα.

Μετά την πεθερά μου να λέει «Παναγία μου». Μετά τον πεθερό μου να χτυπάει το χέρι στο τραπέζι.

Εγώ δεν μίλησα.

Κοίταζα μόνο την Ανθή.

Το στόμα της έτρεμε λίγο, σαν να είχε καταλάβει τι είχε ξεστομίσει, αλλά ήταν αργά. Πολύ αργά. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences