Α: Καλά, τι κουβάλησαν και παράτησαν εδώ αυτές οι τρεις κοπέλες; Δεν έχω ξαναδεί τόσο μεγάλα κουτιά! Παπούτσια για γίγαντες περιείχαν; Β: Εγώ πιστεύω πως είναι low budget φέρετρα. Ολόκληρος άνθρωπος...
Α: Καλά, τι κουβάλησαν και παράτησαν εδώ αυτές οι τρεις κοπέλες; Δεν έχω ξαναδεί τόσο μεγάλα κουτιά! Παπούτσια για γίγαντες περιείχαν; Β: Εγώ πιστεύω πως είναι low budget φέρετρα.
Ολόκληρος άνθρωπος χωράει εκεί μέσα.
Αυτό είναι, σας λέω: φέρετρα για τσίπηδες ή για χίπστερς.
Από τη μια η οικονομία έχει τα χάλια της και o κόσμος δεν έχει να φάει, και από την άλλη κάποιοι που δεν πεινάνε έχουν τόσο έντονες οικολογικές ανησυχίες που δεν μπορούν να κοιμηθούν… Γ: Να δεις που θέλουν να ανακυκλωθούν.
Πού να τα χωρέσω αυτά τα θηρία! (προς τα τεράστια κουτιά) Μα, σας παρακαλώ, επιτέλους! Μπορείτε να κάνετε λίγο πιο πέρα; Θα πιάσουμε κορέους! Συγνώμη, κιόλας, αλλά τι είχατε μέσα; Α: Λες να είναι όντως φέρετρα; Γ: Αποκλείεται να είναι φέρετρα.
Αν ήσασταν δίπλα όπως εγώ θα βλέπατε ότι τα καπάκια τους δεν είναι ολόκληρα από χαρτόνι, όπως τα κουτιά των παπουτσιών, αλλά στο πάνω μέρος τους έχουν ένα διάφανο χοντρό νάιλον με τρύπες.
Ποιος θα έφτιαχνε φέρετρο με βιτρίνα; Β: Κάποιος που θέλει να βλέπει το χώμα να φτυαρίζεται πάνω του, ή κάποιος που έχει σκεφτεί ότι θα ήταν ωραία να μπορούσε να κοιτάζει κάτω από τα φορέματα των κυριών που θα στέκονται γύρω από τον ανοιχτό του τάφο, προκειμένου να αποχαιρετήσει με αυτή την εικόνα τον μάταιο και ψεύτικο ντουνιά. Α: Σταμάτα πια τις ανοησίες, νομίζω ότι ετοιμάζονται να μιλήσουν.
Δ+Ε+ΣΤ: (εν χορώ) Λοιπόν, κατασκευαστήκαμε κατόπιν ειδικής παραγγελίας για το σπίτι μιας οικογένειας με τρία κορίτσια.
Τρία πραγματικά όμορφα κορίτσια, που οι γονείς τους, σε κάθε ευκαιρία, τα αποκαλούσαν «κουκλίτσες» και τους φέρονταν ως πολύτιμα και συλλεκτικά αντικείμενα.
Για να μη φθαρούν από τον χρόνο και τις υπόλοιπες περιβαλλοντολογικές συνθήκες, ο πατέρας και η μητέρα τους, μόλις τις επέστρεφαν στο σπίτι από το σχολείο, το φροντιστήριο (γαλλικά) και το ωδείο (πιάνο), τις έκλειναν κάθε μια και σε ένα από εμάς.
Έπειτα έστηναν εμάς τα κουτιά όρθια στο σαλόνι, καθόντουσαν απέναντι μας στον καναπέ και τις θαύμαζαν πίσω από τη διάφανη ζελατίνα, ανταλλάσσοντας μεταξύ τους επιφωνήματα θαυμασμού όσο έκαναν σχόλια για τη χάρη και την ομορφιά τους.
Εκείνες οι τρεις δεν διαμαρτύρονταν ποτέ στους υπερπροστατευτικούς τους γονείς, οι οποίοι ήταν σίγουροι ότι οι κουκλίτσες τους είχαν συνηθίσει τον τόσο ιδιαίτερο τρόπο ανατροφής τους και ότι απολάμβαναν την προσοχή και τη λατρεία που τους έδεισναν.
Όχι, εκείνες οι τρεις δεν διαμαρτύρονταν ποτέ.
Ωστόσο συνεννοούνταν μυστικά και έκαναν υπομονή, ξεκινώντας κάποια στιγμή να χαράσσουν με το νυχάκι μικρές γραμμούλες στο εσωτερικό του κουτιού τους η καθεμιά, όσο περίμεναν την κατάλληλη στιγμή.
Τελικά, η κατάλληλη στιγμή ήρθε ένα βράδυ, όταν τα τρία κορίτσια –ηλικίας πλέον 18, 17 και 16 ετών–, περίμεναν πρώτα να κοιμηθούν οι γονείς τους, έσπρωξαν τα καπάκια και βγήκαν από μέσα μας.
Αφού τεντώθηκαν για να ξεμουδιάσουν, γλίστρησαν στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα και στη συνέχεια πήγαν και στάθηκαν αθόρυβα πάνω από τη μαμά και τον μπαμπά τους, κρατώντας ένα σχοινί στα χέρια της η μικρή και ένα σφυρί με καρφιά η μεσαία.
Τότε, η μεγαλύτερη κόρη έσκυψε και για αρκετή ώρα ψιθύριζε κάτι στο αυτί του πατέρα της.
Εκείνος άνοιξε αμέσως τα μάτια του, αλλά δεν τόλμησε να κουνηθεί από τη θέση του, και όταν εκείνη σταμάτησε να μιλά, τα ξανάκλεισε.
Τα ίδια λόγια, αλλά με τα δόντια της σφιγμένα, επανέλαβε η μεγάλη κόρη και δίπλα στο αυτί της μητέρας της, η οποία άρχισε να τρέμει και τύλιξε το σεντόνι πάνω της μόλις τα τρία κορίτσια βγήκαν από το δωμάτιο.
Δεν έχουμε ιδέα τι ακριβώς ψιθύρισε η πρωτότοκη κόρη στους γονείς τους.
Επειδή όμως σαν να ακούσαμε τη μακρινή ηχώ σκόρπιων λέξεων, όπως «μην τολμήσετε», «μαριονέτες», «τέλος», «θα μετανιώσετε», έχουμε ένα προαίσθημα ότι η λέξη «κουκλίτσα» θα κάνει καιρό να ακουστεί σε εκείνο το σπίτι.
Αμέσως μετά οι τρεις κόρες έστρωσαν στο πάτωμα του σαλονιού και ξάπλωσαν να κοιμηθούν στα σανίδια παραδίπλα μας, για πρώτη φορά σε οριζόντια θέση και εκτός συσκευασίας, χαμογελώντας ελαφρώς με έναν φυσικό τρόπο, όχι τόσο πλατιά και αποκαλύπτοντας τα ολόλευκα δόντια τους, προκειμένου να ικανοποιήσουν εκείνους τους δυο που τις έκλειναν σε εμάς και στήνονταν με τις ώρες να τις κοιτάζουν.
Από τα τρία κορίτσια ήταν η μικρότερη που δεν μπορούσε να κλείσει μάτι, και κάποια στιγμή πετάχτηκε όρθια και παρακάλεσε τις άλλες δυο να βοηθήσουν να μας σηκώσουν και να μας κατεβάσουν στα σκουπίδια, για να είναι σίγουρες ότι δεν θα επέστρεφαν στην προηγούμενη κατάσταση ποτέ πια.
Και, κάπως έτσι φτάσαμε εδώ δίπλα σας.
Οι τρεις κάδοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, Ύστερα κοίταξαν τα τρία τεράστια χαρτόκουτα. «Για πόσο ηλίθιους μας περνάτε;» είπε ο δεύτερος κάδος, γεμάτος έως πάνω δυσπιστία και σακούλες σκουπιδιών. «Μα, είναι δυνατόν να περιμένετε ότι…» Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη φράση του, αφού από το πουθενά εμφανίστηκε τρέχοντας το δεκαπεντάχρονο κορίτσι που είχαν δει και νωρίτερα, το οποίο φορώντας τώρα νυχτικιά και ροζ παντόφλες, έσπρωξε με όλη της τη δύναμη τις τρεις κούτες λίγο παραπέρα από τον κάδο της ανακύκλωσης, τις περιέχυσε με πετρέλαιο και πέταξε πάνω τους ένα αναμμένο σπίρτο.
Έπειτα, καθώς οι φλόγες έπιασαν να φουντώνουν μέσα στη νύχτα, απομακρύνθηκε ανακουφισμένη, υπό την υπόκρουση του ήχου που παρήγαγε το φλεγόμενο χαρτόνι και μιας συντονισμένης τριπλής κραυγής, η οποία εκπέμπονταν σε μια συχνότητα αντιληπτή αποκλειστικά από τα αυτιά σκύλων και κάδων.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους