Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης του 1922 «Έρχονται οι πρόσφυγες, έρχονται οι πρόσφυγες!» Η Αζνίβ εκείνο το πρωί είχε ξυπνήσει αρκετά κακοδιάθετη. Κατοικούσαν με τον Αράμ και την Βερόν σε ένα σπιτόπουλο στην...
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης του 1922 «Έρχονται οι πρόσφυγες, έρχονται οι πρόσφυγες!» Η Αζνίβ εκείνο το πρωί είχε ξυπνήσει αρκετά κακοδιάθετη.
Κατοικούσαν με τον Αράμ και την Βερόν σε ένα σπιτόπουλο στην Άνω Πόλη: προχειροφτιαγμένη κατασκευή που την αποζημίωνε η θέα μέχρι κάτω στον Θερμαϊκό.
Η θάλασσα άστραφτε κάτω από τον ήλιο, ενώνονταν σε ένα μοναδικό γαλάζιο με τον ουρανό.
Το ανεβοκατέβασμα κάθε μέρα από το κέντρο της Θεσσαλονίκης μέχρι το βραχώδες έδαφος της Άνω Πόλης με την έντονη ανηφορική κλίση δεν ήταν εύκολη υπόθεση, πιάνονταν τα πόδια σου και κοβόταν η ανάσα.
Σε σχετικά μικρή απόσταση από το σπίτι των Καρντασιάν, υψωνόταν το Επταπύργιο, το Γεντί κουλέ, που δέσποζε αμείλικτα στην περιοχή και υπενθύμιζε τον αυταρχισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η Αζνίβ έψησε βιαστικά τα καφεδάκια και ξεκίνησε για τον κάματο της ημέρας.
Στο ταπητουργείο φτεροκοπούσε η είδηση που την τάραξε ακόμη περισσότερο: «Έρχονται οι πρόσφυγες!» Στη μνήμη της ξύπνησαν σκηνές φρίκης από το σφαγή στο Ντιγιάρμπακιρ και μετά η ατελείωτη πορεία προς την έρημο και το θάνατο. «Τι θα πέρασαν κι αυτοί οι άνθρωποι» μονολόγησε η Αζνίβ, σκεπτόμενη τους πρόσφυγες που είχαν αρχίσει να καταφθάνουν με τα καράβια στο λιμάνι. Οι Αρμένηδες της Θεσσαλονίκης μάθαιναν τα νέα για την καταστροφή του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία, και γνωρίζοντας από πρώτο χέρι την σκληρότητα των Τούρκων, δεν έτρεφαν ψευδαισθήσεις.
Ήταν σίγουροι ότι οι άνθρωποι αυτοί, οι πρόσφυγες, θα έφταναν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης έχοντας νιώσει την παγωμένη ανάσα του θανάτου στο σβέρκο τους.
Όλα αυτά τα χρόνια, η Αζνίβ άλλο δεν έκανε παρά να προσπαθεί να γιατρέψει την πληγωμένη της καρδιά.
Ευγνωμονούσε και δόξαζε την Παναγία που της χάρισε τη ζωή του μοναχογιού της του Αράμ, και προσπαθούσε να συμπαρασταθεί όσο μπορούσε στη Βερόν.
Με τη Ζαρουχί, τη γυναίκα του Αρακέλ Καλφαγιάν, είχαν γίνει σιγά-σιγά φίλες. Η Αζνίβ ήταν τόσο τίμια που συχνά έδινε την εντύπωση στριμμένης, όσο όμως τη γνώριζε καλύτερα η Ζαρουχί, τόσο την εμπιστευόταν.
Τρία χρόνια περίπου μετά την πρώτη γνωριμία τους, η Ζαρουχί εκμυστηρεύτηκε στην Αζνίβ τον πόνο της που δεν ήταν άλλος από την ατεκνία.
Όσο κι αν είχε προσπαθήσει, όσες παλιές, δοκιμασμένες συνταγές κι αν είχε εφαρμόσει, η κοιλιά της έμενε άκαρπη.
Το παρουσιαστικό της διέθετε μια αύρα αρχοντιάς αλλά το πρόσωπό της ήταν αδύνατο και συσπασμένο• όσο κυλούσαν τα χρόνια, το βλέμμα της σκλήραινε και το στόμα της γινόταν θλιμμένο.
Η λέξη στέρφα που εξακοντιζόταν από δω κι από κει, της σούβλιζε την ψυχή. Η Αζνίβ είχε αποκτήσει μια τεράστια κατανόηση, είχε πια ένα βλέμμα ικανό να αντλήσει μυστικά και από την πιο μαύρη ψυχή.
Παρηγορούσε τη γυναίκα του Αρακέλ, της έλεγε ότι πρέπει να είναι ευτυχισμένη που είχε βρει έναν άντρα να την αγαπάει κι ένα σπιτικό γεμάτο με όλα τα καλούδια του κόσμου. Η Ζαρουχί όμως, πιστή στο όραμά της να κρατήσει στην αγκαλιά ένα μωρό, να το θηλάσει και να το νανουρίσει, έτρωγε καθημερινά την πίκρα της• ήταν όμως ευγνώμων που είχε βρει στο πρόσωπο της Αζνίβ Καρντασιάν μια πιστή συντρόφισσα και την ένιωθε πια σαν συγγενή της...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους