«Καλά, δεν ντρέπεσαι; Δεν βλέπεις τη γυναίκα σου;» Η φωνή του άγνωστου ακούστηκε δυνατά, κοφτά, μέσα στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μας στο Αιγάλεω. Πάγωσα. Ο Γιώργος γύρισε απότομα και τον κοίταξε...
«Καλά, δεν ντρέπεσαι; Δεν βλέπεις τη γυναίκα σου;» Η φωνή του άγνωστου ακούστηκε δυνατά, κοφτά, μέσα στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μας στο Αιγάλεω. Πάγωσα. Ο Γιώργος γύρισε απότομα και τον κοίταξε λες και τον έβρισε.
Εγώ ήμουν εκεί, με τη μικρή αγκαλιά να σπαράζει, το καρότσι γεμάτο, δυο σακούλες να μου κόβουν τα χέρια και τον ιδρώτα να μου τρέχει στην πλάτη.
Και ο άντρας μου; Κρατούσε μόνο το κινητό του.
Για ένα δευτερόλεπτο ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.
Για το επόμενο, ήθελα να βάλω τα κλάματα.
Ο άγνωστος, ένας άντρας γύρω στα πενήντα, δεν σταμάτησε εκεί. «Εσύ πας βόλτα κι αυτή κουβαλάει όλο το σπίτι πάνω της.
Πάρε το παιδί, βρε άνθρωπε.» Ο Γιώργος κοκκίνισε. «Κοίτα τη δουλειά σου, φίλε.» Αλλά εγώ δεν μίλησα.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Δεν τον υπερασπίστηκα.
Δεν είπα “μην ανακατεύεστε”. Έμεινα σιωπηλή, γιατί μέσα μου ήξερα πως ο άγνωστος είχε δίκιο.
Αυτή η σκηνή δεν ξεκίνησε εκείνη τη μέρα.
Είχε αρχίσει χρόνια πριν, απλώς εγώ το κατάπινα.
Από τότε που γεννήθηκε η κόρη μας, όλα έπεσαν πάνω μου σαν τσουβάλι με πέτρες.
Δουλειά part-time σε φαρμακείο, μαγείρεμα, πλυντήρια, παιδίατροι, λογαριασμοί, παιδικός σταθμός, ψώνια, καθάρισμα, τα πάντα. Ο Γιώργος δούλευε πολύ, δεν λέω.
Ηλεκτρολόγος είναι, φεύγει νωρίς, γυρνάει κουρασμένος.
Αλλά λες και η δική μου κούραση δεν υπήρχε.
Σαν να ήταν αυτονόητο ότι εγώ θα προλάβω όλα.
Και το χειρότερο; Είχα αρχίσει να πιστεύω κι εγώ πως έτσι είναι. «Αφού εσύ τα κάνεις καλύτερα», μου έλεγε. «Πες μου τι θες να κάνω», μου έλεγε.
Μα εγώ δεν ήθελα να του δίνω εντολές σαν να είχα δεύτερο παιδί.
Ήθελα να βλέπει.
Να καταλαβαίνει μόνος του.
Να σηκωθεί ένα βράδυ και να πλύνει τα πιάτα χωρίς να το ζητήσω.
Να ντύσει τη μικρή για τον σταθμό χωρίς να ψάχνει εμένα για τις κάλτσες.
Να θυμηθεί ότι τελείωσαν οι πάνες.
Είναι τόσο παράλογο αυτό; Εκείνο το απόγευμα, στο γυρισμό, δεν μιλάγαμε.
Μπήκαμε σπίτι με εκείνη τη βαριά σιωπή που κάνει τον αέρα να φαίνεται πιο στενός.
Άφησα τις σακούλες στον πάγκο πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε. Ο Γιώργος πέταξε τα κλειδιά στο τραπέζι. «Σε εξέθεσε ένας τυχαίος μπροστά σε όλο τον κόσμο και δεν είπες λέξη.» Γύρισα και τον κοίταξα.
Δεν φώναξα.
Νομίζω αυτό τον ταρακούνησε πιο πολύ. «Τι να έλεγα, Γιώργο; Ότι είπε ψέματα;» Έμεινε ακίνητος. «Δηλαδή έτσι με βλέπεις;» είπε μετά από λίγο. «Σαν άχρηστο;» «Όχι.
Σαν απόντα.» Αυτή η λέξη τον χτύπησε.
Το είδα στο πρόσωπό του.
Κάθισα στην καρέκλα της κουζίνας και ξέσπασα.
Όχι όμορφα, όχι ήρεμα.
Με λυγμούς, με νεύρα, με εκείνη την άσχημη ειλικρίνεια που βγαίνει όταν έχεις φτάσει στα όριά σου. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους