Καλησπέρα συναρπαστικοί μου!!!Θέλω εδώ και καιρό να γράψω για το παρακάτω ευαίσθητο και συνάμα σκληρά ρεαλιστικό θέμα και μόλις χθες βρήκα το χρόνο να το κάνω. Το θέμα αφορά την Τρούμπα και τα πλέον...
Καλησπέρα συναρπαστικοί μου!!!Θέλω εδώ και καιρό να γράψω για το παρακάτω ευαίσθητο και συνάμα σκληρά ρεαλιστικό θέμα και μόλις χθες βρήκα το χρόνο να το κάνω.
Το θέμα αφορά την Τρούμπα και τα πλέον σβησμένα κόκκινα φανάρια καθώς και τις άτυχες ψυχές της Νοταρά.
Το ερέθισμα για αυτό το ταξίδι στον χρόνο μου γεννήθηκε ξαναβλέποντας δύο εμβληματικές ταινίες του ελληνικού σινεμά: τη "Λόλα" και τα "Κόκκινα Φανάρια". Δύο ταινίες που ντύθηκαν με τις συγκλονιστικές μουσικές του Σταύρου Ξαρχάκου και κατάφεραν να μετατρέψουν τον βούρκο σε τέχνη, δίνοντας φωνή και υπόσταση σε ανθρώπους που η "επίσημη" κοινωνία προτιμούσε να κρατά στο σκοτάδι.
Πίσω όμως από τη ρομαντική αύρα της μεγάλης οθόνης, η πραγματική Τρούμπα του Πειραιά υπήρξε το πιο ζωντανό, αμαρτωλό και πολύκροτο σκηνικό της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Ένας σκληρός, ιδιότυπος μικρόκοσμος όπου η ανθρώπινη δυστυχία συναντούσε τη λάμψη του εύκολου χρήματος.
Η ιστορία της Τρούμπας γράφτηκε με βάση τις ανάγκες του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας, του Πειραιά.
Το όνομά της το πήρε από μια μεγάλη αντλία (τρόμπα) νερού που τροφοδοτούσε τα πλοία στην προβλήτα.
Η κακόφημη ζώνη της οριοθετούνταν ανάμεσα στην Ακτή Μιαούλη και τις οδούς Φιλελλήνων, Κολοκοτρώνη και Σωτήρος Διός.
Η μαζική συγκέντρωση ξεκίνησε κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Γερμανοί έκλεισαν τα παλιά πορνεία στα Βούρλα και οι γυναίκες μεταφέρθηκαν αναγκαστικά εκεί.
Στην καρδιά του αγοραίου έρωτα, στην οδό Νοταρά, βρίσκονταν οι οίκοι ανοχής με τα περιβόητα κόκκινα φανάρια, ενώ η οδός Φίλωνος έγινε ο δρόμος των καμπαρέ, των θορυβωδών μπαρ, των τεκέδων και των παράνομων λεσχών.
Τις δεκαετίες του '50 και του '60, η περιοχή πλημμύριζε από ναυτικούς και τον αμερικανικό Έκτο Στόλο.
Τα δολάρια έρεαν άφθονα στα καμπαρέ όπως το John Bull και το Black Cat, δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση ευμάρειας πάνω στις πλάτες εξαθλιωμένων ανθρώπων.
Οι γυναίκες της Τρούμπας δεν βρέθηκαν εκεί από επιλογή, αλλά από απόγνωση.
Η φτώχεια της επαρχίας, η εσωτερική μετανάστευση και το κοινωνικό στίγμα έσπρωχναν νεαρές κοπέλες στα "σπίτια" της Νοταρά.
Η καθημερινότητά τους ήταν ένας αδιάκοπος εφιάλτης.
Δούλευαν εξαντλητικά δωδεκάωρα (συνήθως 10:00 π.μ. με 10:00 μ.μ.) και πολλές φορές εξαναγκάζονταν να δεχτούν πάνω από 50 πελάτες την ημέρα, ειδικά όταν κατέπλεαν τα αμερικανικά πλοία.
Μέχρι το 1956, στα σπίτια έμεναν μαζί έως και 25 κοπέλες.
Ο νόμος Καραμανλή εκείνης της χρονιάς περιόρισε τον αριθμό σε δύο ανά οίκο ανοχής, αλλά η εκμετάλλευση από τους προαγωγούς "αγαπητικούς" και τις τσατσάδες παρέμεινε άγρια.
Το πιο τραγικό ήταν η απώλεια της ίδιας τους της ταυτότητας.
Κάθε γυναίκα άφηνε το πραγματικό της όνομα στην είσοδο και μεταμορφώνονταν σε Μαίρη, Λιάνα, Τζένη ή Πίτσα, φορώντας μια ψεύτικη μάσκα για να προστατεύσουν τις οικογένειές τους στην επαρχία από την κοινωνική κατακραυγή.
Αυτή τη σκληρή πραγματικότητα αποτύπωσε αριστουργηματικά το 1963 ο Βασίλης Γεωργιάδης στα Κόκκινα Φανάρια, βασισμένος στο θεατρικό έργο του Αλέκου Γαλανού.
Η ταινία μάς μεταφέρει μέσα σε ένα σπίτι της Τρούμπας λίγο πριν το οριστικό τέλος.
Μέσα από τις παράλληλες ιστορίες γυναικών (της Ελένης, της Μαίρης, της Μαρίνας, της Μυρσίνης, της Κατερίνας, της Άννας κτλ) που ζουν κάτω από την τυραννική καταπίεση του μαστροπού Μιχαΐλου, βλέπουμε γυμνή την αλήθεια.
Η καθεμία κουβαλάει τον δικό της σταυρό και ένα κρυφό όνειρο διαφυγής.
Άλλη ερωτεύεται έναν νεαρό που δεν ξέρει την αλήθεια για εκείνη... άλλη ζει τον απόλυτο έρωτα με έναν καπετάνιο ελπίζοντας σε μια νέα ζωή.
Η ταινία δεν ωραιοποίησε τίποτα..έδειξε τη βία και την εκμετάλλευση, αλλά κυρίως τη βαθιά ανάγκη αυτών των γυναικών για αγάπη, ευτυχία και κάθαρση.
Στο σκοτάδι της Νοταρά αναπτυσσόταν ένας ιδιότυπος κώδικας τιμής.
Τα ήθη ήταν διπλά, από τη μια η σκληρότητα του υποκόσμου και από την άλλη ο ρεμπέτικος καημός και η αλληλεγγύη των περιθωριοποιημένων.
Η μοναδική πραγματική προστασία αυτών των γυναικών ήταν η φιλία και η αλληλουποστήριξη που έδειχναν η μία στην άλλη.
Το ξαφνικό και βίαιο τέλος γράφτηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1967.
Ο διορισμένος από τη Χούντα δήμαρχος Πειραιά, Αριστείδης Σκυλίτσης, σφράγισε όλα τα πορνεία και τα καμπαρέ μέσα σε τρεις μέρες.
Η δικτατορία ήθελε να επιβάλει το Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών και παράλληλα να αξιοποιήσει την πανάκριβη γη για ναυτιλιακά γραφεία.
Όταν το κράτος έκλεισε την Τρούμπα, δεν νοιάστηκε ποτέ για την αποκατάσταση αυτών των γυναικών.
Τις πέταξε στον δρόμο για να εξυπηρετήσει οικονομικά συμφέροντα, αποδεικνύοντας ότι η δήθεν κάθαρση ήταν επιφανειακή και βαθιά υποκριτική.
Το ίδιο σύστημα που τις εκμεταλλευόταν και πλούτιζε από τον ιδρώτα τους, τις αντιμετώπισε μέχρι τέλους ως μιάσματα!!! Αυτό ήταν εκείνες για το σύστημα...απόβλητες της "επίσημης" κοινωνίας.
Κοιτάζοντας σήμερα τα ανακαινισμένα κτήρια και τα σύγχρονα μαγαζιά της περιοχής, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον ιδρώτα, το μπαρούτι, τη γυμνή σάρκα και τα δάκρυα που πότισαν αυτά τα πεζοδρόμια. Η Λόλα και τα Κόκκινα Φανάρια θα μας θυμίζουν πάντα πως η ανθρωπιά δεν λερώνεται.
Πίσω από το κοινωνικό στίγμα και τη λάσπη, κρύβονταν άνθρωποι με καθαρή ψυχή, ευαισθησίες και δικαίωμα στην ελπίδα και την ευτυχία. Άνθρωποι συναρπαστικοί, άτυχοι που πλήρωσαν ακριβά το τίμημα μιας σκληρής εποχής και αδήρητης ανάγκης.. 💜
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους